Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Ετήσιες ευχετήριες κάρτες του Δήμου Πειραιά.


                                                                                Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Μιας κι έχουμε πρωτοχρονιά, σκέφτηκα κι εγώ ότι θα πρέπει να στείλω μέσω του blog μου κάποιες ευχές. Διαφορετικές όμως, θα προέρχονται από το παρελθόν και το εκάστοτε παρόν των μετέπειτα εορταστικών περιόδων του δήμου μας. 
Κάθε φορά που θα βρίσκω ευχετήριες κάρτες, τις σταλμένες σε επίσημους και «απλούς» δημότες από τις προηγούμενες και τις επόμενες δημοτικές μας αρχές, αν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, θα τις εκθέτω εδώ. Ελπίζω να βρω κι εκείνες που είναι καταχωνιασμένες στο αρχείο μου. Μπορείτε όμως να μου παραχωρήσετε κι εσείς όσες έχετε φυλαγμένες στα συρτάρια σας, για σάρωση [ελληνικά το σκανάρισμα] και ανάρτηση. 

Επί δημαρχίας Δημητρίου Σαπουνάκη [23.3.1955 - 7.6.1959] δόθηκαν οι δυο αυτές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Είναι κολλημένες σε λευκό αναδιπλούμενο χαρτί, το ένα πρόχειρο και τ’ άλλο πιο προσεγμένο με κορδονάκι. Απεικονίζουν φυσικά τα δυο σύμβολα της πόλης: 

 
Ιανουάριος 1956. Μια «άπαιχτη» άποψη του παλαιού δημαρχείου από την ταράτσα του Μεγάρου Σπυράκη. Μπροστά μας, τμήμα του Τινάνειου κήπου. Πίσω στη θάλασσα, πρώτα οι βάρκες και μετά τα καράβια για τον Αργοσαρωνικό. Στην πλατεία Καραϊσκάκη δεσπόζει το μέγαρο Γιαννουλάτου, γνωστό κι ως Τυπάλδου. Στην Ακτή Ποσειδώνος και στη Γεωργίου Α΄ παρατηρούμε μεγάλη κίνηση πεζών με ελάχιστα αυτοκίνητα!



 
Ιανουάριος 1957. Έχοντας επίκεντρο το Δημοτικό Θέατρο - φέρει το βασιλικό στέμμα - βλέπουμε άνετα τον περιβάλλοντα χώρο με την πλατεία μπροστά του, το οίκημα των ανθοπωλείων προς την Αγίου Κωνσταντίνου, αριστερά επί της Γεωργίου Α΄ το τμήμα της Ραλείου - Μοντέρνα Γωνιά, το παλαιό κτήριο πρώτης ιδιοκτησίας Παντιά Ράλλη ύστερα Φεράλδη και τέλος Παπαγεωργακόπουλου, 
το Μέγαρο Σπυράκη και στο βάθος το Ρολόι.


                       Ο Ιωάννης Παπασπύρου είχε τη δημαρχία από 1.1.1983 έως 31.12.1986.
  
Ανατύπωση παλαιού ταχυδρομικού δελταρίου με όλα τα ωραία της πόλης: Από θαλάσσης η πλατεία Θεμιστοκλέους, το Δημαρχείο, η Αγία Τριάδα, ο Τινάνειος κήπος, το Δημοτικό Θέατρο. 


                        Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος ήταν δήμαρχος από 1.1.1987 έως 3.5.1989.

Η θαμπή ανατύπωση μιας παλιάς καρτποστάλ του ’30. Φωτογραφία που τραβήχτηκε πάνω στη σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου. Διακρίνουμε τις γραμμές του τραμ, το Δημοτικό Θέατρο και τα κατεδαφισμένα πλέον γειτονικά κτήρια.



Εδώ αναδεικνύονται τα έργα που έγιναν επί δημαρχίας του: 1. Πλατεία Αδαμαντίου Κοραή 
[Η ανάπλαση που πραγματοποιήθηκε στα 1988 μας κληρονόμησε το κιόσκι και τη σκακιέρα] - 
2. Αρχαιολογικό Πάρκο Δημήτρη Ροντήρη - 3. Πάρκο οικογενείας Δηλαβέρη - 4. Πλατεία Κατίνας Παξινού [Για να μη μπερδευτείτε, ως πλατεία Παξινού πήγε τότε να ονομαστεί αλλά δεν προέκυψε 
η πλατεία Καλαβρύτων - Πηγάδας]


                              Ο Σύλλογος Εργαζομένων Δήμου Πειραιά ιδρύθηκα στα 1931.
    
Πρωτοχρονιά 1999. Το δίπτυχο φέρει μια άποψη της εισόδου του Πειραϊκού λιμένα από το βιβλίο Histoire des Grecs depuis les temps les plus reculés jusqu'à la réduction de la Grèce en province romaine του Victor Duruy (1811 - 1894) που κυκλοφόρησε στο Παρίσι σε τρεις τόμους στα 1887-89. 
Φυσικά προέρχεται από το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Πειραιά. 




          

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Εικόνες από τον Πειραιά του Μεσοπολέμου.


                                                                                       Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


«PiraeusThe Bay of Passalimani  ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ Η Καστέλλα». Ο όρμος του Πασαλιμανιού, το Νο 47 επιστολικό δελτάριο των εκδόσεων του χαράκτη Λυκούργου Κογεβίνα (1887 - 1940) την περίοδο που ζούσε στο Παρίσι.         Από το 1919 εώς το 1933 ήταν σύζυγος της Μιχαήλας, κόρης του Γεωργίου Αβέρωφ. Το «ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ Η Καστέλλα» είναι λάθος, αφού απέναντι βλέπουμε το Ναυτικό, πρώην Ρωσικό Νοσοκομείο.

Για τον Πειραιά, τα χρόνια του μεσοπολέμου είναι μία περίοδος που μπορεί να μελετήσει κανείς με ενδιαφέρον.
Η πόλη ήταν απλωμένη αρκετά σε έκταση, είχε ικανοποιητικές λιμενικές εγκαταστάσεις, βιομηχανική ζώνη, έντονη οικοδομική δραστηριότητα, δυναμικούς εμπορικούς ρυθμούς, σημαντική κοινωνική και πνευματική ζωή. Με την παρουσία του προσφυγικού στοιχείου και των εσωτερικών μεταναστών είχε πολλά «φόντα» 
για ένα λαμπρό μέλλον.
«Ο Πειραιεύς είναι όπως η καρδία του ανθρωπίνου οργανισμού, η οποία συγκεντρώνει όλον το αίμα, το οποίον διασκορπίζει πάλιν εις όλα τα μέρη, με παλμούς δυνατούς.. είναι ο καθρέπτης της όλης ναυτικής ζωής και κινήσεως και ψυχής του τόπου μας» (Μηνιαία Ακρόπολις, ο Γύρος της Ελλάδος, Πειραιεύς, 
τεύχος 1ον, Ιανουάριος 1936, σελ. 45).
Στην απογραφή του Μαΐου 1928, στο σύνολο των 251.659 κατοίκων, οι άρρενες ήταν 125.183 και οι θήλεις 126.476. Το Πέραμα είχε 161 άνδρες και 170 γυναίκες.
Σκηνές από το λιμάνι, την κίνηση μέσα από τα δημοσιεύματα και τις επίσημες αναφορές, μας δείχνουν τον τρόπο διασκέδασης του πληθυσμού κάθε τάξης.
«...Χαρακτηριστικά ήσαν εις τον Πειραιά άλλοτε, και εν μέρει είναι ακόμη και σήμερον (1935) τα ιδιαίτερα νυκτερινά κέντρα, τα προωρισμένα δια τους ναυτικούς, ιδικούς μας και ξένους, τα οποία είναι διασκορπισμένα κατά μήκος της παραλίας».
Η ορχήστρα, πάνω σε εξέδρα ή κάτω, θορυβώδης. Στην είσοδο, ένας ή δύο θυρωροί, «εν είδει διερμηνέως οι οποίοι γνωρίζουν πολλάς γλώσσας», ιδίως αυτές που μιλούν οι ναύτες. Στην εξέδρα ή στη σκηνή εμφανίζεται και από μία ντίβα ή σαντέζα που τραγουδά ξένα τραγούδια της μόδας. «Πρόκειται περί καλλιτεχνικών αστέρων όχι βεβαίως πρώτης ή δευτέρας ή τρίτης ή καν τετάρτης τάξεως», οι οποίοι με βραχνή, ως επί το πλείστον, φωνή, προσπαθούν να ενθουσιάσουν τις παρέες των ξένων ναυτών που εν τω μεταξύ πίνουν ουΐσκι, αψέντι, κονιάκ ή άλλα δυνατά λικέρ. Μερικοί ανοίγουν και σαμπάνια...
Οι ξένοι ναύτες γίνονταν στουπί στο μεθύσι και έβγαιναν μη μπορώντας να σταθούν στα πόδια τους, τους μάζευαν οι συνάδελφοι και οι ειδικές περίπολοι. Οι συμπλοκές ήταν συχνές και αιματηρές. Οι ναύτες σχημάτιζαν ομάδες, έπιναν κρασί και συναντώμενοι με τους άλλους άρχιζαν τις αντεγκλήσεις. Με τη συνεχή παρουσία τους η κίνηση στην παραλία «ήτο ζωηροτάτη. Αλλά η κυκλοφορία των καλών Πειραιωτών νοικοκυραίων όχι και τόσο ασφαλής. Και δι’ αυτό οι δρόμοι ήσαν έρημοι από Πειραιώτας, δια τον φόβον των μεθυσμένων. Σήμερον η κατάστασις έχει βελτιωθή, οι μεθυσμένοι είναι ολιγώτεροι, η ασφάλεια μεγαλυτέρα».
Για τους Έλληνες ναύτες υπάρχουν πιο ήσυχοι τόποι, κεντρικοί και απόκεντροι. Αλλά και οι ντόπιοι ξέρουν πού θα διασκεδάσουν. Στα ίδια μικρά μαγειρεία, τις ταβερνίτσες, τα κρασοπωλεία, τα ουζοπωλεία, 
τα κεντράκια, τα καφωδεία, τα καφενεία, τα σινεμά, τις χαρτοπαικτικές λέσχες, τα ζαχαροπλαστεία.
Ο Στέλιος Μπινιάρης (Ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, Πειραιάς 1994, σελ. 24) μας πληροφορεί ότι «Οι καρότσες φέρνανε κόσμο στα διάφορα ζαχαροπλαστεία που υπήρχαν μέχρι του Βρεττού (βρισκόταν στη στροφή προς το Αντικαρκινικό από τον παραλιακό δρόμο) και πολλά απ’ αυτά διαθέτανε και ορχήστρες για τη διασκέδαση των πελατών. Θα θυμηθώ κάποιο απ’ αυτά τα ζαχαροπλαστεία - κέντρα - που το έλεγαν Το Υπέροχον.. Δεν υπήρχε κανταδοταβέρνα, που να μη διέθετε τουλάχιστον δύο κιθάρες, για τις παρέες της καντάδας που συχνότατα έρχονταν για κρασί και τραγούδι. Και μερικές απ’ τις ταβέρνες αυτές που θ’ αναφέρω ήταν: του Κουλουριώτη, Βλάχου, Μούκα, Γουζούαση, Μανδράκι, Καμαράδου, Πυραμίδες, Αλεβιζάκη, Μπάρμπα Γιώργη, Σουρμέλη, Μεθενίτη, Βορόνωφ, Σιδέρη, Ακύλα, και τόσες άλλες που μας κράτησαν συντροφιά μέσα σ’ αυτές με τα ωραία τους τραγούδια οι τραγουδιστές και οι χορωδίες..».
  
«ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ: Πλατεία Καραϊσκάκη». Αντίγραφο καρτποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα από τη συλλογή ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Παρασκευά Ευαγγέλου, 1989, αριθμός 38. Σε πρώτο πλάνο διακρίνονται τραπεζοκαθίσματα υπαίθριου καφενείου στην Ακτή Τζελέπη. 

Πιο παλιά, ιδίως τα καλοκαίρια, στις πλατείες του Πασαλιμανιού, του Τουρκολίμανου, της Φρεαττύδας και του Τζελέπη ή του Αγίου Διονυσίου, τα καφενεία έστηναν εξέδρες στις οποίες «διάφοροι ξεπεσμένοι αστέρες ετραγουδούσαν τον Βλάχο, "εξετέλουν" τον χορόν της κοιλίας ή παρίστανον ταραντέλλαν».
Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο από τη δύση του ήλιου μέχρι και μετά τα μεσάνυχτα. Ουδέποτε έφταναν οι καρέκλες και γύρω από τους καθισμένους «υπήρχε και ένας ευρύς κύκλος από ορθίους πάσης ηλικίας και πάσης τάξεως». Αργότερα οι πλατείες εξωραΐστηκαν και απόκτησαν μόνιμα καφενεία, ευπρεπή καταστήματα, θέατρα, σινεμά και άλλα.
Στις γιορτές, τα πυροτεχνήματα καίγονταν συνήθως στο Πασαλιμάνι (αρχικά στην πλατεία Αλεξάνδρας). Κινηματογράφοι ήταν το Πανελλήνιον, το Πάνθεον, το Χάι Λάιφ, τα Ολύμπια (μετέπειτα Κάπιτολ), 
το Σπλέντιτ, τα Ηλύσια, το Φως, το Παλλάς Ταμπουρίων και κάποιοι άλλοι. Καφωδεία είχαμε το Έντεν, 
το Διεθνές, το Τζων Μπουλ. Κατασκευαστές «ναργιλέδων και τουμπεκίων» ήταν οι αδελφοί Γιοβανίδη στην οδό Νικήτα 4. Καφέ μπαρ, καφέ αμάν, καφέ σαντάν είχαμε στην Τρούμπα, στην Ακτή Μιαούλη, στου Μανίνα και αλλού. Χασισοποτεία (τεκέδες) λειτουργούσαν καμιά εικοσαριά από τη Δραπετσώνα μέχρι την απόμακρη Πειραϊκή Χερσόνησο.
«Κατά μήκος όμως της ακτής και ως επί το πλείστον επάνω εις τα βραχάκια, υπάρχουν διάφορα εξοχικά κέντρα, εις τα οποία συχνάζουν πολλοί ρωμαντικοί και εκείνοι που ημπορούν να κάμουν τον γύρον της Πειραϊκής με αυτοκίνητον».
Ένα τέτοιο «σεπαρέ» ήταν του Μπαϊκούτση, όπου τώρα ο Σύλλογος Ερασιτεχνικής Αλιείας και Ναυτικών Αθλημάτων Πειραϊκής (αρχικά ΣΕΑΝΑΠ, ίδρυση στα 1977).
Η περιοχή άλλοτε ήταν το στέκι και το καταφύγιο των αλητών της πόλης, στα βράχια της και στις σπηλιές της κατέφευγαν και διανυχτέρευαν όλα σχεδόν τα κακοποιά στοιχεία. Ο περίπατος προς τα εκεί από το απόγευμα και μετά ήταν πολύ επικίνδυνος. Οι εφημερίδες είχαν κατά καιρούς θορυβήσει την κοινή γνώμη για τα πολλά και στυγερά εγκλήματα που είχαν συμβεί. Τα καταδιωκτικά όργανα με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις έκαναν γενική εκκαθάριση. Μέσα στις σπηλιές συνελήφθησαν διάφοροι γνωστοί τύποι και ανακαλύφτηκαν «πειστήρια και μυστήρια πολλών αγνώστων εγκλημάτων».
Εκεί υπήρχαν και κέντρα χασισοποτών και καταναλωτών άλλων ειδών ναρκωτικών, μέσα σε μικρά και ανύποπτα καφενεδάκια και ημιυπαίθρια εστιατόρια, «όπου μαζί με τις μαριδούλες του Φαλήρου και τους αχινούς προσεφέρετο και η περίφημη "πρέζα", αι δόσεις του χασίς ή της ηρωΐνης ή της κοκαΐνης, μέσα εις λουλάδες και ναργιλέδες και πίπες και ειδικά σιγαρέττα».
«Σήμερον (1935), όλα αυτά έχουν σχεδόν εξαφανιστεί».
Αν και όχι πολυσύχναστα, δεν ήταν πια τόσο ερημικά τα παράλια της Πειραϊκής εξαιτίας της ανοικοδόμησης και της διάνοιξης οδών.
Στη Φρεαττύδα με τα πολυάνθρωπα και παλαιότατα θαλάσσια μπάνια της, βρίσκονταν μερικά εξοχικά κέντρα κατά μήκος των ακτών της και επάνω στα βράχια, όπου σερβίρονταν ψάρια, άλλα θαλασσινά της ώρας και από τα οποία η θέα προς το Παλαιό Φάληρο και τον Υμηττό ήταν θαυμάσια.
Στο Πασαλιμάνι, εκτός από τα μαγαζιά «υπάρχει ωραία προκυμαία και κρηπίδωμα, όπου γίνεται ο περίπατος των περιοίκων».
Βλέπουμε να συναντιούνται οι καλοντυμένες Πειραιώτισσες κυρίες με τις μικρές παρέες φτωχών οικιακών βοηθών που ήλθαν από την επαρχία και τα νησιά, με τις παραμάνες που κυλούσαν τα καροτσάκια των μωρών, τους έφηβους με τη σχολική σάκα στον ώμο, τους νέους να κάνουν αστεία και να σιγανοθαυμάζουν τα όμορφα κορίτσια.
Το Τουρκολίμανο τέλος, όπου κάτω από την έπαυλη του Κουμουνδούρου υπήρχε και ένας μικρός πευκώνας, ήταν γεμάτο από εξοχικά κέντρα και μικρά εστιατόρια, όπου οι θιασώτες του καλού κρασιού και των θαλασσινών μεζέδων και φρέσκων ψαριών «κατήρχοντο εις ολονύκτια γλέντια. Σήμερον τα λαϊκά και πρωτόγονα άλλοτε εκείνα κέντρα, μετεβλήθησαν εις ευπρεπείς ταβέρνας και εστιατόρια και ζυθοπωλεία, 
τα οποία καταδέχεται όχι μόνον η αριστοκρατία και η πλουτοκρατία του Πειραιώς αλλά και των Αθηνών».
  
«Το Φάληρον». Αντίγραφο καρτποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα από τη συλλογή ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Παρασκευά Ευαγγέλου, 1989, αριθμός 32. Τραπεζοκαθίσματα κοντά στην εξέδρα. Πλήθος ανθρώπων που τώρα πια «χάθηκε στη σκόνη», απολαμβάνει μερικές ήσυχες στιγμές της εν ζωή δράσης του.
  
Στις τελευταίες αναλαμπές τους οι μεγάλες αίθουσες των πολυτελών ξενοδοχείων στο Νέο Φάληρο γέμιζαν ακόμα αλλά η εκμετάλλευση των χώρων ψυχαγωγίας στην εκετεταμένη παραλία - πλατεία έφθινε σταθερά. Η κίνηση για φαγητό, αναψυκτικά, γλυκά, παγωτά σε συνδυασμό με τα παλαιά θεάματα, τα μπάνια, τις κοινωνικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις, χορούς, το θέατρο, είχε προσαρμοστεί μόνο στις απαιτήσεις της εποχής, στην επικρατούσα μόδα, αφού οι οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες γύρναγαν πλέον την πλάτη στο περίφημο αυτό θέρετρο της Belle époque που δέχθηκε τη χαριστική βολή στον τελευταίο πόλεμο..  
 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Φιλολογική Στέγη, Περίοδος Β΄, τεύχος 6, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2006, σελ. 311 - 313, στήλη ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Μεταφορά εδώ ελαφρά επαυξημένη, Δεκέμβριος 2013.



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα των παιδιών του κρύου.


1998 --- 2013. Βήματα εμπρός, οι ματιές μας πίσω.


                                                                        Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Χωρίς τη νοερή επιστροφή στην παιδική ηλικία δε λογιάζονται τα Χριστούγεννα. 
Είναι εκείνη η παιδική αφέλεια κι αθωότητα που μας έκανε να περιμένουμε με λαχτάρα 
το δώρο από τους γονείς, τους παππούδες, του νονούς μας.
Όμως από τον Άγιο Βασίλη λίγοι ήταν οι «εκλεκτοί αποδέκτες».
Γιατί, αν μας φούσκωναν τα μυαλά τα παραμύθια και οι δικοί μας με κάτι τέτοια ωραία λόγια, ποτέ δεν τον 
είχαμε δει, κι ήταν άδικο σκεφτόμασταν να δίνει σ’ εμάς τα φτωχά παιδάκια απλά, φτηνά δώρα και στα πλούσια γειτονόπουλα τα πολλά κι ακριβά...   
Τι κι αν πέρασαν χρόνια, παιδικά χέρια απλώνουν ακόμα τις παλάμες τους για ελεημοσύνη πουλώντας στους πειραιώτικους δρόμους χαρτομάντηλα, σπίρτα, στυλό, καθαρίζοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων στα φανάρια.
Έψαξα και βρήκα δύο παλιά κομμάτια των Πειραιωτών ποιητών Λάμπρου Πορφύρα  (1879 - 1932) και 
Γεωργίου Στρατήγη (1859 - 1938) για τα Χριστούγεννα.
Με τον απλό στίχο τους, τονίζουν κι αυτά το πρόβλημα της παιδικής ανέχειας, αφιερωμένα στις ψυχές που μέσα στο κρύο έφυγαν νωρίς γεμάτες παράπονο.
Καλά παιδικά Χριστούγεννα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ. {Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο ΑΣΤΥ, 25.12.1895, εγώ το διάλεξα από το βιβλίο 
του Γιώργου Βαλέτα (Εκδόσεις ΠΗΓΗΣ 1956), ΠΟΡΦΥΡΑΣ ΑΠΑΝΤΑ, Σκόρπια κι ανέκδοτα, Σελ. 99 - 100}.

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Χριστούγεννα. Μεγάλο πανηγύρι.
στην εκκλησιά νέοι, γέροι, νιές, παιδιά.
Έξω χαρές. Σαν από θυμιατήρι
θεία τον κόσμο αγιάζει μυρωδιά.
 
Σμίγουν χρυσά μαλλιά, μαλλιά ασημένια
σμίγουνε χέρια, χείλη στη χαρά.
Σκορπιούνται τ’ άνθη κάτω δίχως έννοια.
άνθη και χώμα σμίγουν θλιβερά.

Ένα παιδί, μιά μάννα τραγουδούνε
ομπρός στη βαγιοστόλιστη εκκλησιά,
τα γιορτινά όλ’ οι φτωχοί φορούνε
κι αυτοί φτωχή φορούνε φορεσιά.

Τους ήξερα. Περνούσανε κι οι δύο
μεγάλες πολιτείες και χωριά
–φτωχοί τραγουδιστάδες– με  το κρύο
με τα ξενύχτια και με τον βορριά.

Παιδί και μάννα εζούσανε σαν φίλοι
σαν γνώριμοι καλοί εδελφοποιτοί,
κι είχανε πάντα στ’ άρρωστά τους χείλη
το χαμογέλιο του τραγουδιστή.

Οι Χριστιανοί στα σπίτια τους πηγαίνουν.
Κανείς δεν τους ακούει, και κλειστές
της εκκλησιάς οι θύρες απομένουν
μαύρες, βουβές στον πόνο τους κι αυτές·

Κανείς δεν τους ακούει και βραδιάζει,
κι έρημοι μένουν στη νυχτιά οι φτωχοί,
η μάννα το παιδί της αγκαλιάζει
και λέει σιγά - σιγά μιά προσευχή.

Στης εκκλησιάς τα κρύα σκαλοπάτια
κατάχλωμοι κοιμούνται, νηστικοί.
Άρρωστο το παιδάκι κλει τα μάτια
γύρω του αχτίνα σβύνει μυστική.

Στην εκκλησιά είναι πάλι λειτουργία.
Μέσα θαμπώνει απ’ τον λιβανωτό,
κεράκια αχνίζουν, μπρος στην Παναγία
λαμπάδες καίνε μπρος απ’ το Χριστό.

Αστράφτει του μικρού Χριστού το χέρι,
παντού την ευλογία του σκορπά.
Τόσο μικρό και να ευλογάει ξέρει
τόσο μικρό και ξέρει ν’ αγαπά. 

Η Παναγία η χρυσοφορεμένη
στα γόνατα με γέλιο τον κρατά.
Απ’ την εικόνα ξάφνω κατεβαίνει
και δίπλα το παιδάκι σταματά.

Δώρα πολλά σε ντέφι ωραίο του φέρνει
κι έχει στεφάνια η εικόνα η χρυσή,
ομπρός στο εικόνισμά του εκεί το παίρνει : 
Πάρε ένα απ’ τα πολλά του λέει κι εσύ.

Του σιάζει κατακόκκινο στεφάνι
στο κεφαλάκι το χλωμό - χλωμό
το περιχύνει γύρω το λιβάνι
κι η μάννα ακούει παράξενο ψαλμό.

Το δύστυχο τα γόνατα λυγίζει
στα μάρμαρα το μέτωπο κολλά
και ο Χριστός μαζί του γονατίζει
και δίπλα του ο μικρός Χριστός γελά.

Σαν φύσημα την ξύπνησε του αγέρα
σαν κλαμα την ετρόμαξε πικρό
ξυπνάει και βλέπει –δύστυχη μητέρα–
στα σκαλοπάτια το παιδί νεκρό.

Φέγγει η αυγή χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι
που μάταια σε νεκρό το φως σκορπά.
Άχ! του Χριστού το ευλογημένο χέρι
τόσο μικρό και ξέρει ν’ αγαπά.

 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ. {Από το βιβλίο ΓΕΩΡΓΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΗ, ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, Εν Αθήναις, 1927, 
σελ. 66. Ο τόμος έγινε με εντολή της δημοτικής αρχής του Πειραιά που συνεκρότησε επιτροπή με πρόεδρο 
τον δήμαρχο Τάκη Παναγιωτόπουλο και 21 επίλεκτα μέλη. Το παρόν ποίημα προέρχεται από τη συλλογή του «Τραγούδια του Σπιτιού», έκδοση των Παναθηναίων στα 1899}.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.

–Μάννα  μου, κοιμήσου! Του Βορηά είν’ αντάρα,
Και της θύρας κάτω τρίζουνε οι αρμοί.
Πες, ποιά σε σπαράζει της ψυχής λαχτάρα,
Κι’ άφησες την κλίνη ξάφνου τη θερμή; 

– Άκουσα ’στον ύπνο τα νεκρά παιδιά μου,
Που απ’ τ’ αραχνιασμένο μνήμα τους γυρνούν,
Είν’ αυτά! Τα νοιώθω μέσα ’στην καρδιά μου,
Βγήκανε με τάλλα κι απ’ εδώ περνούν.

–Γύρε, μάννα! η μπόρα σπάει στο παραθύρι,
Και νεκρών τραγούδι, λες, πως θρυνωδεί.
–Βλαστημάς! ’στης Γέννας παν το πανηγύρι·
Τα παιδιά το Ουράνιο ψάλλουνε Παιδί!



Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 1998, 
σελ. 19.  Μεταφορά εδώ επαυξημένη, 17 Φεβρουαρίου 2012.



[ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ. Γράφτηκε σὺν σπουδῇ για να αναρτηθεί τις ημέρες των Χριστουγέννων του 2013.
Για τα φτωχά παιδιά του παραπάνω άρθρου μου, είχα υπ’ όψη αυτά «των φαναριών», κυρίως των αλλοδαπών από τις γειτονικές χώρες που γέμισαν την πόλη τη δεκαετία του ’90 κι επαιτούσαν. Δεν υπήρχε άλλο εμφανές πρόβλημα. Δεκαπέντε χρόνια μετά την αναφορά μου, η αναστροφή των όρων διαβιώσης μας εκπλήσσει. 
Η κυβερνώσα τάξη υπακούοντας σε έξωθεν εντολές, με στοχευμένα νομοθετικά διάταγματα κατάφερε βαρύ πλήγμα στα κεκτημένα ατομικά και οικογενειακά εισοδήματα. Η ένδεια δεν εμφανίζεται στους δρόμους, κρύβεται στα σπίτια των πολλών, εξαπλώνεται σαν επιδημία και επιδεικνύεται με διαφημιστικό τρόπο στα κανάλια των τηλεοράσεων. Μια αξιοπρόσεκτη μερίδα του πληθυσμού υποφέρει, μια άλλη «στενεύεται» αλλά 
τα καταφέρνει και μια τρίτη δεν προβληματίζεται ιδιαίτερα.     
Στην πρώτη περίπτωση, η επιβεβαίωση είναι απογοητευτική.
Παιδιά λιποθυμούν από ασιτία ενώ βάσει ευρωπαϊκού προγράμματος θα αρχίσει και στην Ελλάδα - τώρα, μέσα στην κρίση, δεν είναι τυχαίο.. - πρόγραμμα  διανομής γάλακτος και γαλακτομικών προϊόντων στα σχολεία κατόπιν αιτήσεως συμμετοχής των φορέων (επιδότηση 0,18 λεπτά το λίτρο, με τελικό σκοπό να δίνετα δωρεάν ή σε πολύ χαμηλή τιμή) με αιτιολογία «κυρίως να ενισχύσει τη δυνατότητα πρόσβασης όλων των μαθητών της χώρας σε ποιοτικά και υγιεινά γαλακτοκομικά προϊόντα»...  «ως στόχο την εκπαίδευση και την εξοικείωση των παιδιών με πιο υγιεινή διατροφή»... Κάτι τέτοιο γινόταν δεκαετίες πρίν, στα χρόνια των πατεράδων και παππούδων μας λόγω φτώχειας. Όσο για τα εμβόλια, διαβάστε πόσα παιδιά δεν έχουν κάνει επειδή είναι ανασφάλιστα.
Η φιλανθρωπία, που διαβάζουμε σε ειδικές μελέτες επιστημόνων κι ερευνητών ότι αναπτύχθηκε στον Πειραιά 
τον 19ο αιώνα, επανήλθε. Τότε όμως υπήρχε δικαιολογία, το κράτος ήταν νέο, πρωτοξεκίναγε να λειτουργεί, δε διέθετε προνοιακές δομές, είχε ανάγκες υποστήριξης και κάθε τι απέβλεπε στην προοπτική της ανάπτυξης.
Πλούσιοι ιδιώτες θεωρούσαν υποχρέωση να οργανώνουν συλλόγους για να προστατεύουν τα παιδιά, τους γέροντες, του πένητες που είχαν μαζευτεί στις πόλεις. Ίδρυσαν ορφανοτροφεία αρρένων και θηλέων, παιδικές στέγες, πτωχοκομεία και γηροκομεία. Εδώ έδρευαν αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα, η Φιλόπτωχος Αδελφότης των εν Πειραιεί Κυριών, ο Φιλανθρωπικός Σύλλογος Κυριών ο Άγιος Παντελεήμων, ο Φιλόπτωχος Σύνδεσμος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Σύλλογος Αγάπη. Είναι απαράδεκτο να επαναλαμβανεται η ίδια ιστορία. Εκτός κι αν κάτι περίεργο, παραπάνω από τα ανθρώπινα κανονίζει να ανακυκλώνει τη διαδικασία εξέλιξης του είδους με διαφορετικές συνθήκες.
Τα συσσίτια για τους φτωχούς εκείνων των εποχών (και τα θύματα των μετέπειτα αιματηρών πολέμων) διαδέχτηκαν στις μέρες μας οι συγκεντρώσεις τροφίμων και φαρμάκων από προσφορές πολιτών και εταιρειών, τα κοινωνικά παντοπωλεία, τα τραπέζια αγάπης των εκκλησιών, οι διανομές τροφίμων από πολιτικά κόμματα κι άλλους φορείς, τα διάφορα εορταστικά - χριστουγεννιάτικα bazaar για οικονομική ενίσχυση, οι εκπτώσεις και 
η μείωση των τιμών, η οργάνωση κοινωνικών δομών, η σιωπηρή αλληλοβοήθεια. Η ΔΕΗ εντάσει πελάτες της 
στα μητρώα ευάλωτων καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεοπτικα κανάλια μοιράζουν γαλοπούλες και κοτόπουλα μέσω των δήμων με κριτήρια πιστοποιητικών απορίας.. Δεν καταδέχομαι να γράψω για τις εφορίες και τις τράπεζες.
Τα μαγκάλια, η μυρωδιά του κακής ποιότητας καμένου ξύλου και η αιθαλομίχλη μπήκαν εφιαλτικά στην χειμερινή παγωμένη καθημερινότητά μας.
Αποπνικτική η ατμόσφαρα κάποια  βράδια με υγρασία και κατάλληλες συνθήκες.
Μας κόβει την αναπνοή και ερεθίζει τα μάτια. Θεωρείται ανέκδοτο ότι οι αρχές έφτασαν στο σημείο να κάνουν σύσταση στους πολίτες για τον περιορισμό της άσκοπης χρήσης τζακιών αφού «με τον τρόπο αυτό συνεισφέρουν στην προστασία της υγείας όλων».. Ο αριθμός των απωλειών από τις αναθυμιάσεις και τη φωτιά, που απανθρακώνει σώματα και διαμερίσματα, αυξάνεται. Το ίδιο οι αυτοκτονίες και η τάση για κατάθλιψη. 
Αν πράγματι ενδιαφερόταν το κράτος για την ψυχική και τη σωματική υγεία δεν θα εξαθλίωνε έτσι μια μεγάλη μερίδα των πολιτών. Φαίνεται δε, ότι έπεται συνέχεια..]
 




           

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο τάφος του Γιαννακού Τζελέπη στην Ανάσταση.


                                                                                                 Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Το ταφικό σύνολο της οικογενείας Τσελέπη στην Ανάσταση όπως το φωτογράφησα στις   6 Ιανουαρίου 1997. Πρώτο από αριστερά το μνήμα του Γιαννακού Τσελέπη με την ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα.

Κλεισμένα στους λαξευμένους μαρμάρινους τάφους τα απομεινάρια των πριν από μας κατοίκων αυτού του τόπου· εμείς, οι τωρινοί ζωντανοί περνάμε από πάνω τους το βλέμμα αναζητώντας τη ματαιότητα σ’ ονόματα και ημερομηνίες...
Κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου του νεκροταφείου κι ολόγυρα από το ναό της Ανάστασης, υψώνονται σημαδεμένα από το χρόνο τα μνημειακά οικογενειακά ταφικά σύνολα των πιο γνωστών πειραϊκών προσωπικοτήτων.
Τα περισσότερα και παλαιότερα απ’ αυτά μεταφέρθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα - κάποια σε προηγούμενα χρόνια -  και ξαναστήθηκαν εδώ όταν λειτουργούσαν παράλληλα τα δύο κοιμητήρια, με προοπτική να καταργηθεί το πρώτο νεκροταφείο της πόλης στον Άγιο Διονύσιο, όπως κι έγινε επίσημα στα 1909 -1910.
Κοντά στην εκκλησία, στην πλατεία της, δεξιά όπως περπατάμε, στη δεύτερη σειρά, άκρη στο διάδρομο, βρίσκεται κι ο τάφος του Γιαννακού (Ιωάννη) Τζελέπη ή Τσελέπη, ενός από τους αρχικούς οικιστές του νεότερου Πειραιά.
Για τη ζωή του γνωρίζουμε ελάχιστα, εκείνη όμως η πράξη που άφησε ως τις μέρες μας αθάνατο το όνομά του είναι το ότι έκτισε μια από τις πρώτες – ίσως και την πρώτη – ευπρεπή κατοικία με καφενείο και ξενοδοχείο 
«εις τον παλαιόν μώλον», πάνω στην παραλία που ακόμα και σήμερα, λέγεται Ακτή Τζελέπη (στο κέντρο της πόλης υπάρχει και η μικρή οδός Γιαννακού Τσελέπη). Ο χώρος βέβαια έγινε γνωστός αργότερα και ως πλατεία Όθωνος, Απόλλωνος, Καραϊσκάκη. 
Η παρουσία του στον Πειραιά χρονολογείται από το 1829. Αδέλφια του καταγράφονται  ο Αναστάσιος (ή Αυγέρης, αλλά μπορεί να είναι και δύο διαφορετικά πρόσωπα) και ο Νικόλαος. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Τζελέπης. Καταγόταν από τη Μακρυνίτσα του Πηλίου.
Ο Γιαννακός αγόρασε το οικόπεδο κι έκτισε το πανδοχείο του πρώτα με ευτελή υλικά (ξύλα, πέτρες, λάσπη) 
στην ακτή πριν ακόμα εφαρμοστεί το σχέδιο πόλης.
Ύστερα (1838 - 39;) σήκωσε παραδίπλα κανονικά το πέτρινο κτίσμα του που για πολλά χρόνια έγινε το κατάλυμα για ύπνο, φαγητό και ξεκούραση των ταξιδιωτών.
Ο Σταμάτιος Ιωάννου Σέρμπος έγραψε ότι με το Νικόλαο Μελέτη «μεταβήκαμεν εις Πειραιά κατά τω έτει 1834 10/βρίου 20 και ενοικιάσαμεν το μαγαζίον του Ιωάννου Τζελέπη, όπου τότε μόνον εκείνο ήταν εις Πειραιά..» 
«Εις Πειραιά κατέλυσα εις το ξενοδοχείον του Τζελέπη διότι αυτό με είχαν συστήσει συνταξιδιώται από το ατμόπλοιον..» μαρτυρεί ένας άλλος.
Ο τάφος του Τζελέπη έχει σχήμα σαρκοφάγου  – μεγάλου ορθογωνίου κιβωτίου που καλύπτεται με μια μαρμάρινη πλάκα. Στην επιφάνειά της έχουν σμιλευτεί ανάγλυφα δύο νεκροκεφαλές με φτερά, ενώ είναι χαραγμένος ένας σταυρός σε στεφάνη με κορδέλες.  
Την προσοχή τραβάει η μισοσβησμένη και δυσδιάκριτη πια επιγραφή που πολύς λόγος έγινε γι’ αυτήν από αρκετούς Πειραιώτες συγγραφείς.
Ο Μπάμπης Άννινος (1852 - 1934, Αι Αθήναι κατά το 1850, σελ. 8, εκδόσεις Ελευθερουδάκης) την απέδωσε 
ως εξής:

Εδώ, ω άνθρωπε, σ’ αυτό το μνήμα όπου βλέπεις,
Κοιμάται, αναπαύεται ο Γιαννακός Τσελέπης..
Αφήσας την πατρίδα του Θετταλομαγνησίαν
Πρώτος αυτός ανήγηρε εις Πειραιά οικίαν.

Ο Γεώργιος Παράσχος (1822 - 1886), αδελφός του Αχιλλέα Παράσχου, τον είχε βεβαιώσει ότι συνέθεσε ο ίδιος το ποίημα με τη συνεργασία κι άλλων στιχουργών κατά παραγγελία των συγγενών του αποθανόντα: «μου προσέθηκε δε ότι μετά καιρόν, ότε απεβίωσε και η σύζυγός του Τσελέπη και ενεταφιάσθη εις το αυτό μνημείον παρενετέθη μεταξύ του πρώτου και δευτέρου διστίχου και το εξής συμπληρωματικόν:  
Εν μέσω τόπου χλοερού
Κ' η σύζυγός του η Φλωρού».

Ο Δημήτριος Σπηλιωτόπουλος (Οι δήμαρχοι της πρώτης εκατονταετηρίδος, 1939, σελ. 8 - 9) έγραψε ότι «επί της επιτυμβίου πλακός του τάφου τούτου ήτο κεχαραγμένον το εξής οκτάστιχον ποίημα.

Ώ διαβάτα πρόσεχε
Στον τάφον όπου βλέπεις
Κοιμάται και αναπαύεται
ο Γιαννακός Τζελέπης.
Αφήσας την Πατρίδα του
Θετταλομαγνησίαν
Αυτός την πρώτην έκτισε
εν Πειραιεί οικίαν».

Την σύνθεσή του έκανε ο Παράσχος που κατέβαινε συχνά από την Αθήνα «και ερρόφα ηδυπαθώς τον ναργιλέ του εις το Καφενείον Τζελέπη». Προσθέτει δε ότι το  κακόζηλο και κακότεχνο δίστιχο 
Εν μέσω τόπου χλοερού
Και η σύζυγός του η Φλωρού
συμπληρώθηκε μετά το θάνατο της γυναίκας του.
Ο Ιωάννης Μελετόπουλος στα Πειραϊκά, 1945, σελ. 59 δημοσίευσε την επιγραφή πιο ολοκληρωμένη:

Εδώ εις τούτον άνθρωπε τον τάφον όπου βλέπεις
εν μέσω τόπου θλιβερού
Κοιμάται αναπαύεται ο Γιαννακός Τζελέπης
κι’ η σύζυγός του η Φλωρού.
Αφήσας την πατρίδα του Θετταλομαγνησίαν
με σπάθην ωπλίσθη
κι’ εις της επαναστάσεως την ζάλην την αγρίαν
ενδόξως ηγωνίσθη.
Κι’ αυτός εις του Πειραιώς την γην οικοδομήσας
πρώτος οικίαν εκλεκτήν,
και μετά της συζύγου του ένδεκα χρόνους ζήσας
διέπρεπεν  εις αρετήν.

Αμφιβάλλοντας όμως τονίζει «Δεν γνωρίζω, αν το επίγραμμα αυτό είναι καθ’ ολοκληρίαν αληθές».         
Τα ίδια περίπου αντέγραψε και η Λίζα Μιχελή (Πειραιάς, ΔΡΩΜΕΝΑ, 1988, σελ. 74).
Την σωστή παρουσίαση του ποιήματος έκανε ο Αντώνης Μαρμαρινός. Έχω υπ’ όψη μου το άρθρο του 
«Το ποίημα στον τάφο του Γιαννακού Τζελέπη» στο περιοδικό του Φυσιολατρικού Μορφωτικού Ομίλου 
Ο ΠΛΑΤΩΝ, Ιαν. - Φεβ. 1956, σελ. 6 - 7 και την πιο γνωστή δημοσίευσή του στο βιβλίο ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1960, 
Ζωή και Τέχνη, σελ. 79 - 80, του Γεωργίου Δρόσου, προσφορά των Σχολών Αριστοτέλης για τα 10 χρόνια τους (κυκλοφόρησε και ξεχωριστά).
Την ορθότητα της καταγραφής διαπίστωσα κι εγώ στις 22 Μαΐου 1990.
Τα μικρά καλλιγραφικά με τόνους γράμματα δίνουν το παρακάτω νόημα:

Εδώ εις τούτον άνθρωπε, τον τάφον όπου βλέπεις
Εν μέσω τόπου θλιβερού,
Κοιμάται, αναπαύεται ο Γιαννακός Τσελέπης
Κ’ η Σύζυγός του η Φλωρού.
Αφήσας την πατρίδα του Θετταλομαγνησίαν
με σίδηρον ωπλίσθη
Κι εις της επαναστάσεως την ζάλην την αγρίαν
Ενδόξως ηγωνίσθη.
Κατόπιν εις του Πειραιώς την γην οικοδομίσας
Πρώτος οικίαν εκλεκτήν,
Και μετά της συζύγου του ένδεκα χρόνια ζήσας
Διέπρεπε εις αρετήν.
Τ*... ον του έξαφνα ο θάνατος φρυάττων
Αφήρπασε ως θύμα.
Την ακολούθησε ευθύς και τώρα τα οστά των
κοιμούνται σ’ ένα μνήμα.
Τον τάφον όπου κοίτεται αυτός και η πιστή του
Εγείρουν μετά στεναγμών
Νικόλαος κι Αυγέρης οι ζώντες αδελφοί του
Εις την κοιλάδα των κλαυθμών

Η μεν σύζυγος παρέδωσε το πνεύμα τη 14 Αυγούστου 184**
Αυτός δε τη 24 Μαΐου 1843.***

*Μάλλον εννοεί «Την σύζυγόν του».
**Μάλλον είναι 1842.
***Το κείμενο απέδωσα με το μονοτονικό σύστημα γραφής τα δε σημεία στίξης είναι επίφοβα λόγω της διάβρωσης.

Είναι λοιπόν πιθανόν να πέθανε η Φλωρού στα 1840 - 1842 και να τάφηκε σε κάποιο κοινό (ατομικό) τάφο. 
Ύστερα από το θάνατό του ο Γιαννακός τάφηκε κι αυτός σε άλλο μνήμα. Λίγο αργότερα φαίνεται τα αδέλφια του ανέγειραν ιδιαίτερο τάφο όπου τοποθετήθηκαν μαζί τα οστά τους ή έβαλαν τα οστά της Φλωρούς στον τάφο του Γιαννακού. Πάντως η επιγραφή συμπληρώθηκε τμηματικά. Τα τετράστιχα  χωρίζονται με τρεις διακοσμητικές γραμμές κι έναν ακτινωτό κύκλο. Υπάρχει περίπτωση από τον αρχικό τάφο στον Άγιο Διονύσιο να σώζεται μόνο 
η γραμμένη ταφόπλακα και το υπόλοιπο μνημείο να είναι νεότερο. Στην Ανάσταση ο τάφος του Γιαννακού είναι 
ο πρώτος από ένα σύνολο άλλων, πλαισιωμένων με χαμηλή περίφραξη από κάγκελα. 
Στο διπλανό χαράκτηκαν 16 ονόματα με τα επώνυμα Τσελέπης - Λεωνίδας -Γενεράλης - Μπιτσάνης - Ανεμογιάννης. Μετά, σε δύο μαρμάρινα κουτιά βρίσκονται τα οστά του Δημοσθένη Γενεράλη και της 
Έλλης Δ. Γενεράλη.
Τέλος στον τρίτο τάφο με τον όρθιο σταυρό αναπαύεται ο Δημοσ.[θένης] Κ. Τσελέπης.


      
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 1999, σελ. 14.
Μεταφορά εδώ, ελάχιστα επαυξημένη, 21 Φεβρουαρίου 2012.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ:       
Για το Γιαννακό Τσελέπη ασχολήθηκε και ο φίλος μου Δημήτρης Φερούσης στο μυθιστορηματικό βιβλίο του «Πειραιάς θρύλος και κληρονομιά» που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1990 από τις εκδόσεις ΑΣΤΕΡΟΣ. 
Στις σελ. 168 - 169 αναφέρει και το παρόν ποίημα.   




Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Το υαλουργείο του Αργυρόπουλου στον Πειραιά:


 στιγμές της ιστορίας του.


                                                                                         Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


Το υαλουργείο του Δημητρίου Χ. Αργυροπούλου συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία μιας τυπικής ελληνικής βιομηχανίας των μέσων του 19ου - 20ού αιώνα που πρέπει να ερευνηθούν προσεκτικά ώστε να βγουν ωφέλιμα συμπεράσματα.
Θεωρείται ένα από τα παλαιότερα στο είδος του που συστάθηκε στην Ελλάδα, στην πρωτοπόρα Σύρο.
Μεταφέρθηκε αργότερα στον Πειραιά, στο χώρο ενός κλειστού από χρόνια καμένου υαλουργείου.
Οι ιδιοκτήτες του αποπειράθηκαν να συνεργαστούν με άλλους βιομήχανους χωρίς αποτέλεσμα ή τα κατάφεραν να στήσουν βραχύβιες εταιρείες.
Ο δημιουργός του - σύμφωνα με έγγραφα που διασώζονται - ήλθε σε αντιπαραθέσεις και σύρθηκε σε δικαστικές περιπέτειες που κατέληξαν σε συμβιβασμό με υποχώρηση ή οικονομική ικανοποίηση.
Σε προσωπικό - ιδιωτικό επίπεδο και για να συνεχιστεί η επιχείρηση ο γηραιός, άκληρος ιδρυτής υιοθέτησε συγγενή του, το γιο του αδελφού του και τον έκανε γενικό κληρονόμο του.
Ο Δημήτριος Χρήστου Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1834.
Στα 15 του βρέθηκε στη Σύρο όπου γρήγορα διακρίθηκε το εμπορικό του πνεύμα. Έργο του είναι η Ανώνυμος Υαλουργική Εταιρία ο Ερμής που εδραιώθηκε με το διάταγμα της 15/12/1873, Εφ. Κυβ. φ. 2, 14/1/1874. Με υπερηφάνεια τονίζει στα πειραιώτικα επιστολόχαρτά του: «Ελληνικόν Υαλουργείον ο Ερμής. Το πρώτον εν Ελλάδι - Ιδρυθέν εν Σύρω τω 1870» με λογότυπο «Κόπω κτώνται τ’ αγαθά».
«Aλλ’ ο αγών του δια την εξέλιξιν της κατασκευής υαλίνων ειδών υπήρξεν σκληρός λόγω της μη υπάρξεως ευχερώς πρώτων υλών και τεχνικώς μορφωμένων Ελλήνων τεχνιτών».
Στο κτήριο της Σύρου (που ενοικίαζε) είχε δύο φούρνους και έφτιαχνε επιτραπέζια είδη από λευκή και έγχρωμη ύαλο και φωτιστικά σε διάφορα χρώματα (πράσινο, κόκκινο, λευκό, οπάλ κλπ). Για την κατασκευή του κόκκινου χρώματος γινόταν τότε η χρήση χρυσού, μετά η πρόοδος έδωσε νέα ώθηση και μπήκαν φθηνότερες ουσίες. Οι καινούργιες μέθοδοι τήξης ελάττωσαν την αξία του γυαλιού κι έτσι έγινε πιο προσιτό στον κόσμο με πολλές εφαρμογές στην καθημερινή του ζωή.
Στα 1896 το μετέφερε στον Πειραιά και το εγκατέστησε σε ιδιόκτητο κτήριο. Ποιο ήταν αυτό;
Από σκόρπιες γραπτές πηγές αναγνωρίζουμε ότι το πρώτο υαλουργείο («υελοποιείον») στον Πειραιά, αυτό του Βάλβη του 1835 χρεοκόπησε σε σύντομο διάστημα.
Στα 1842 ιδρύθηκε με κεφάλαια από Μασσαλία  το υαλουργείο του Αrnold Tsoche που το μετέφερε από την Κάρυστο στο λιμάνι της Μουνιχίας (Πασαλιμάνι). Σημειώνεται και στο χάρτη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων του 1850.
Του είχε παραχωρηθεί ατέλεια εισαγωγής εργαλείων και υλικών αλλά δεν επιβίωσε.
 Έμεινε για χρόνια κλειστό. Στα 1852 «δεν είνε ήδη εις ενέργειαν».
 Το 1872 ο Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης ήταν κιόλας 88 ετών. Είχε χρηματίσει δήμαρχος Πειραιά από το 1841 - 45 και 1848 - 54. O ανεψιός του του Αριστείδης Σκυλίτζης, μετέπειτα δήμαρχος στην ίδια πόλη, στα 1883 - 87, εξέδωσε τη «Βιογραφία Αυτοσχέδιο» του θείου του με ημερομηνία στη σελίδα τίτλου το 1871. Αν και ήταν γραμμένη από το 1870 κυκλοφόρησε επίσημα αμέσως μετά το θάνατό του: «επειδή όμως τα έγραψα δια τα τέκνα σου, αυτά μόνον να τ’ αναγινώσκωσι και ουχί άλλοι, τα εν οίκω μη εν δήμω» είχε γράψει στον ανεψιό του στις 15.9.1870.
Την περιουσία του, που υπολογίστηκε σε ένα εκατομμύριο δραχμές κληρονόμησε ο Αριστείδης Σκυλίτζης «του οποίου τον γιο [Δημοσθένη Σκυλίτζη - Ομηρίδη, δήμαρχος κι αυτός, 1907 - 1914] είχε υιοθετήσει ο άγαμος και άτεκνος γέροντας για να κληροδοτήσει μαζί με τις πολιτικές υποθήκες και τα υλικά υπάρχοντά του».
Μέρος αυτής θα διέθετε στην οργάνωση ενός υαλουργείου προς την οδό Κάστορος.
Στις 20/11/1872 ανακοινώνεται στην εφημερίδα Ειρηνική (φύλλο 119 της 2/12/1872):
«Η διεύθυνσις του εν Πειραιεί υελουργείου της Εταιρίας Αρ. Σκυλίτζη και Σα ειδοποιεί τους πάντας ότι καταρτισθέντος από σήμερον του καταστήματος τούτου καθ’ όλα, δέχεται διαφόρους παραγγελίας παντός είδους υελουργικών έργων, εκτός υέλων (τσαμίων) αίτινες και αύται εντός ολίγου θέλουσι κατασκευάζεσθαι».
Επίσης αναγγέλλει την παρουσία 32 Γάλλων τεχνιτών, 30 Ελλήνων εργατών και 20 εργατριών, έτοιμοι να κατασκευάζουν και να συσκευάζουν 6 - 8 χιλ. κομμάτια την ημέρα, ανάλογα το είδος και το μέγεθος των σκευών (εφημερίδα Ποσειδών, φ. 54, 16/12/1872). Υπάρχει μια αναφορά της 24 Δεκεμβρίου 1872 για τους Γάλλους εργάτες του υαλουργείου ότι ήταν «σχεδόν όλοι πρόσφυγες από την Αλσατία και τη Λωρραίνη». 
Ο Π. Σκυλίτζης Ομηρίδης πέθανε στις 23/11/1872. Στο Βιβλίο Αδειών Οικοδομής, το υαλουργείο έχει τον 
αρ. 277/18.6.1874. Στα 1875 οι άνδρες έπαιρναν 3 δραχμές την ημέρα, οι γυναίκες ή τα κορίτσια 2 δραχμές. Πολύ σύντομα ωστόσο, την ίδια χρονιά, ο Νικόλαος Μελετόπουλος (1814 - 1878), «βρίσκεται ιδιοκτήτης υαλουργείου του οφειλέτη προς την Τράπεζα Αρ. Σκυλίτση - Ομηρίδη, όμως ούτε αυτός ούτε οι γιοί του φαίνεται να αναμίχθηκαν ενεργά στην επιχείρηση». Μαθαίνουμε δηλαδή ότι το υαλουργείο κτίστηκε σε ένα από τα αμέτρητα οικόπεδα στις τεράστιες εκτάσεις γης που ανήκαν στην οικογένειά του στο βόρειο τμήμα της πόλης. Οι Μελετόπουλοι μέσω κτηματικών συναλλαγών χρηματοδοτούσαν έμμεσα βιομηχανικές μονάδες (παραχωρώντας το οικόπεδο του εργοστασίου με πίστωση). Από εκεί ορμώμενος ο Ιωάννης Μελετόπουλος καταγράφει στα Πειραϊκά του το 1945, σελ. 118, στις βιομηχανίες που είχαν ιδρυθεί και
«Το Υελουργείον Αδελφών Μελετοπούλου».    
Αναφέρεται πάντως στο χάρτη του Πειραιά του 1876 - 77 του G. v. Alten με την ένδειξη Glasfabrik
Στον Messager dAthènes του 1877 διαβάζουμε ότι «μεταξύ άλλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που έχουν μέλλον, πιστεύουμε πως πρέπει να αναφερθεί το υαλουργείο του κυρίου Μελετόπουλου». «Εκ των υελουργείων το εν Πειραιεί μετά αλληλοδιαδόχους μεταβολάς του ιδιοκτήτου, προ ενός περίπου έτους έπαυσε τας εργασίας του» γράφει ο Μανσόλας.
Για την υποστήριξη των υαλουργείων από την κρίση έγινε ο νόμος της 26 Αυγούστου 1873 όπου «απηλλάγησαν της πληρωμής εισαγωγικού τέλους επί πενταετίαν αι δια την ενέργειαν αυτών χρήσιμοι πρώται ύλαι». Καταστράφηκε λένε από πυρκαγιά.  
Το 1873 έχουμε ακόμα το υαλουργείο των Παύλου Τσίλερ - Πέτρου Οριγώνη στη Ζέα και το αγγειοπλαστείο των Βολωνάκη - Ζαρόκωστα στην οδό Ασκληπιού. Ένα απ’ αυτά ή κάποιο άλλο είχε την επωνυμία Ανώνυμος Υελουργική Εταιρία Ιωνία (φ. Εφ. Κυβ. 59 της 15/12/1873).
Στο «Διάγραμμα προεκτάσεως του Σχεδίου Πόλεως Πειραιώς κατά την θέσιν των εργοστασίων κλ. Κλίμαξ 1:1000», οικοδομικό τετράγωνο 118, μεταξύ της οδού Κάστορος και των ανωνύμων Δ (Δερβενακίων), 
Ο (Δραγατσανίου) και Ε (Αιγάλεω) σημειώνεται στα 1892 ως «Παλαιόν Υελουργείον».
«Το υελουργείον, όπερ είχεν ιδρύσει ο Αριστείδης Σκυλίτσης είναι αυτό εκείνο, όπερ ηγόρασεν πολύ βραδύτερον ο Δημήτριος Χ. Αργυροπούλος ελθών εκ Σύρου και ανεγείρας αυτό εκ νέου» (Σπηλιωτόπουλος, Οι δήμαρχοι της πρώτης εκατονταετηρίδος, 1939, παρ. 94).
Πράγματι, από το φάκελο 1206 του αρχείου Βοβολίνη (οικογένεια Πυρρή) διαβάζουμε ότι τον Αύγουστο του 1894, ο Άγγελος Σπυρίδωνος Πυρρής (1866 - 1916), ιδιοκτήτης του Αθηναϊκού υαλουργείου στους Αμπελόκηπους, αποφάσισε να ιδρύσει στον Πειραιά και σε συνεταιρισμό με τον βιομήχανο υαλουργίας στη Σύρο Δ. Αργυρόπουλο ένα άλλο υαλουργείο με τη συμφωνία να κλείσουν τα ήδη υπάρχοντα.
Η Νέα Εφημερίς δημοσιεύει στις 25/9/1895 ανοικτή επιστολή του Πυρρή προς τον Αργυρόπουλο:
«Έντιμε κύριε, επειδή αι πολλαί ασχολίαι σας, εκ του πολυπλόκου της   υαλουργικής εργασίας, σας εμποδίζουν να απαντάτε εις τας επιστολάς των συνεταίρων σας, αναγκάζομαι, επί το ασφαλέστερον, να σας απευθύνω την παρούσαν δημοσία. Επειδή η δυνάμει του υπ’αρίθμ. 1904 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών κ. Γ. Φουρτούνα ταχθείσα (μετά ολόκληρον εξαμηνιαίαν αναβολήν) προθεσμία προς έναρξιν των εργασιών του εν Πειραιεί εταιρικού υαλουργείου μας φθάνει μετά έξι ημέρας, ήτοι την 1/10/1895, σας προσκαλώ δια της παρούσης, όπως δυνάμει του 6 άρθρου του ρηθέντος συμβολαίου μοι παραδώσητε το ρηθέν εν Πειραιεί εργοστάσιον εν πλήρη λειτουργία την 1 Οκτωβρίου. Προς τούτοις σας προσκαλώ, όπως δυνάμει του 8 άρθρου του αυτού συμβολαίου, την 30 παρόντος μηνός Σεπτεμβρίου σβέσητε τας καμίνους του εν Σύρω υαλουργείου σας, όπως τας έσβησα και εγώ προ 6 ήδη μηνών, και παύσητε πάσαν εν τω εργοστασίω σας υαλουργικήν εργασίαν, όπως κι εγώ έπαυσα σύμφωνα με το ρηθέν συμβόλαιον, καθόσον και η επί μίαν και μόνην ημέραν εξακολούθησις των εργασιών του εν Σύρω εργοστασίου σας θα με αναγκάση να επικαλεσθώ την δύναμιν των νόμων εναντίον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις του μεταξύ μας εταιρικού συμβολαίου και σας καθιστώ από τούδε υπεύθυνον.
Εν Αθήναις, 24 Σεπτεμβρίου 1895. Μεθ’ υπολήψεως, ο ομόρρυθμος κατά το ήμισυ της όλης εργασίας συνεταίρος σας Άγγελος Σ. Πυρρής».
Στις 15/6/1896 διαβάζουμε ότι το υαλουργείο «λειτουργεί ευδοκίμως και από κοινής συνδρομής αμφοτέρων εν Πειραιεί» και μετά τρεις ημέρες «οι υποφαινόμενοι γνωρίζομεν τοις φίλοις και πελάταις μας, ότι συνεστήσαμεν εταιρίαν ομόρρυθμον προς παραγωγήν υαλουργημάτων εν τω εν Πειραιεί υαλουργείω του 
Δ. Χ. Αργυροπούλου, πρώην Μελετοπούλου, και συμφώνως προς τους όρους της συνθήκης των υπ’ αριθμούς 1904 και 3327 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγ. Φουρτούνα. Την εταιρικήν υπογραφήν και την διεύθυνσιν του όλου έργου έχει ο Δ. Χ. Αργυρόπουλος. Οι πολυάριθμοι πελάται μας παρακαλούνται να εξακολουθήσωσι τιμώντες μας δια των εντολών των, βέβαιοι όντες ότι θέλουν εύρει πρόθυμον και τακτικήν εκτέλεσιν των παραγγελιών». Τελικώς, το υαλουργείο του Πειραιά απέμεινε στον Αργυρόπουλο αφού ο Πυρρής αποσύρθηκε από την επιχείρηση.
Η Λήδα Παπαστεφανάκη μας δίνει μια ακόμα πληροφορία για αγορά παραπλήσιου οικοπέδου από τον Αργυρόπουλο, παρμένη από το υποθηκοφυλακείο Πειραιά: το πρώην νηματουργείο 6620 τ. πήχεων του Δημητρίου Γ. Κουμάνταρου [ίδρυση 1880 - χρεοκοπία 1885 - 86] που είχαν αγοράσει οι Αδελφοί Ρετσίνα το 1891, στη θέση Μουσελή [τμήμα της βιομηχανικής ζώνης Πειραιά, αναφέρεται σε παλιά συμβόλαια] και που συνόρευε Ανατολικά με το πρώην εργοστάσιο Γαρουφαλή, μετέπειτα ατμόμυλος Αθ. Παπαγεωργακόπουλου, [στην Αιτωλικού - Δραγατσανίου - Αρτεμησίου] πουλήθηκε το 1896 στον Αργυρόπουλο χωρίς τα μηχανήματά του. Δηλαδή η μηχανή θα παρέμενε στο εργοστάσιο δίχως να μεταβιβαστεί.  
Στο χάρτη του εκδότη Γεωργίου Κασδόνη «Πειραιεύς 1896», που σχεδίασε ο Γ. Σκανδαλίδης και λιθογραφήθηκε στον Κ. Γρούνδμαν το υαλουργείο, μόνο αυτό υπάρχον στον Πειραιά, σημειώνεται στο τετράγωνο Δ2, Αιγάλεω - Κάστορος - Αιτωλικού πίσω από τις αποθήκες γαιανθράκων του Θ. Φραγγιά και Σία.

Επισκεπτήριο του Δημητρίου Αργυρόπουλου προς το δικηγόρο Κ. Έσσλιν. «Δόσατε παρακαλώ, εις τον υπάλληλόν μου κ. Ιω. Ιορδάνην το αντίγραφον του συνεταιριστικού συμβολαίου, καθόσον έχασα το ιδικόν μου, και σας το επιστρέφω, αφ’ ου το αντιγράψω. Μεθ’ υπολήψεως. Δ. Χ. Αργυρόπουλος. Πειραιεύς 20; Ιουλίου 1901». Τώρα όλα γίνονται κατόπιν τηλεφωνικής συννενοήσεως με τα fax και τα e-mail...    
Το 1901 ο εργοστασιάρχης Πειραιώς Δ. Αργυρόπουλος υπογράφει εταιρικό διάρκειας από 1/2/1901 έως 31/1/1909 με τους Άγγελο Καράκαλο, Ηλία Φουστάνο, Γεώργιο Παπανδρεόπουλο, εμπόρους, κατοίκους Σύρου για σύσταση ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία Ηλίας Φουστάνος και Σα «σκοπόν έχουσα την κατασκευήν υάλου προς πώλησην επί κερδοσκοπία». Ο καθ’ ένας έβαζε κεφάλαιο από 30.000 δραχμές ενώ ο Αργυρόπουλος αντί χρημάτων «το εν Σύρω υαλουργείον αυτού ως είναι και ευρίσκεται». Το ακίνητο ενοικίαζε ο Αργυρόπουλος «αντί δρχ.200 κατά μήνα», «ώσπερ μετά την διάλυσιν της εταιρίας πάλιν εις αυτόν επανέρχεται».
Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου υπάρχει ήδη ένταση στις σχέσεις τους.
Ο Αργυρόπουλος προβάλλει θέμα των εργαλείων που βρίσκονταν από πριν στο υαλουργείο με εκείνα που λογίζονται κατατεθειμένα ως εταιρική καταβολή.
Επίσης θεωρεί ότι σκοπός της εταιρίας ήταν η κατασκευή μελανής υάλου και η λευκή να φτιαχνόταν αποκλειστικά αν αποτύγχανε η μελανή. «Αρξάμενοι από της λευκής υάλου οι συνεταίροι βεβαίως παρεβίασαν τα συμπεφωνημένα». Έτσι έχει συμφέρον να ζητήσει τη διάλυση της εταιρίας αφού η ρήξη «καθιστά την σύμπραξιν αυτών αδύνατον».
Ο Φουστάνος ισχυρίστηκε πως αφού δεν υπάρχουν εργάτες ικανοί για την τήξη και επεξεργασία μελανών υαλουργημάτων νομίζεται αποτυχημένη η προσπάθεια και επομένως δικαιούται η εταιρία να προβεί απ’ ευθείας στην κατασκευή λευκής υάλου… Τον Αύγουστο «ανηγγέλθη ότι ο κ.Αργυρόπουλος συνεβιβάσθη μετά των συνεταίρων του λαβών πάλιν το υαλουργείον Σύρου».
Το φαινόμενο των υιοθεσιών στη βιομηχανία αλλά και σε άλλους επαγγελματικούς  χώρους στην αστική τάξη δεν έχει απασχολήσει τους ερευνητές που αναλύουν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του 19ου και 20ού αιώνα. Οι πλούσιοι και ισχυροί φρόντιζαν να διατηρούν, να αυξάνουν με κάθε τρόπο και να εξασφαλίζουν το μέλλον της περιουσίας τους επενδύοντας σε εταιρείες, κτήματα, ακίνητα, μετρητά σε τράπεζες, ομολογίες και μετοχές. Οι χρεωμένοι βιομήχανοι πουλούσαν σε νεότερους επιχειρηματίες ή συνεταιρίζονταν με διάφορους που δεν ήταν απαραίτητο να ανήκουν στον κλάδο τους. Κληρονόμοι ήταν οι γιοι τους ενώ όσοι είχαν κόρες φρόντιζαν να τις παντρέψουν με άτομα του γνωστού επαγγελματικού περιβάλλοντος. Οι άγαμοι ή οι άτεκνοι συνήθιζαν, για να μην περιέλθει το βιός τους σε ξένα χέρια, να υιοθετούν ένα φτωχότερο συγγενή, τις πιο πολλές φορές έναν ανεψιό, γιο αδελφού ή αδελφής.
 Έτσι έδιναν την ευκαιρία, νιώθοντας οι ίδιοι ψυχολογικά ήρεμοι, να αναδειχτούν νέα πρόσωπα στον εμπορικό στίβο και να βοηθηθούν οικονομικά οι συγγενείς τους κερδίζοντας την παντοτινή ευγνωμοσύνη.

Εικονογραφημένο επιστολόχαρτο [φέρει το υδατόσημο ασφαλείας AMERICAN EXTRA STRONG PALLIS & COTZIAS] με το λογότυπο του υαλουργείου.                                          «Εν Πειραιεί την 8 Δ/βρίου 1908. Κύριε Κ. Έσλλιν. Αθήνας. Αφ’ ου σας ευχαριστήσω δια την κατά την υιοθεσίαν εν τω Πρωτοδικείω παράστασίν σας, σας παρακαλώ, όπως ευαρεστούμενος μοι δώσητε τας αναγκαίας συμβουλάς και οδηγίας δια την σύνταξιν της διαθήκης μου, μου γνωρίσητε δε, εάν ήναι ανάγκη να έλθω προς συνάντησίν σας καθ’ ας ώρας δέχεσθε. Διατελώ πρόθυμος φίλος σας Δ. Χ. Αργυρόπουλος».

Ο Αργυρόπουλος υιοθέτησε τον 23χρονο Χρήστο, γιο του αδελφού του Λεωνίδα στις 6/12/1908 (απόφ. Πρωτ. 9464). Περίληψή της δημοσιεύτηκε στο 6366 φύλλο της Ακρόπολης. Η διαδικασία ήταν απλή.
Με δύο μάρτυρες έπρεπε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο αποδεικνύοντας ότι έχει υπερβεί το 60ο έτος της ηλικίας, δεν έχει γνήσια τέκνα, δεν έχει υιοθετήσει άλλα, κάνει αυτή την πράξη από χρηστή διάθεση, έχει περιουσία ενώ ο υιοθετηθείς δεν είναι πλούσιος και τον ξεπερνά κατά τουλάχιστον 18 χρόνια. Ο Αργυρόπουλος βεβαιώνει το δικηγόρο του Κωνσταντίνο Έσσλιν [ο Konstantin Alexander Balthasar von Hoesslin, 1844 - 1920, βαυαρικής καταγωγής γνωστός νομικός και πολιτικός, γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, είχε ασκήσει τη δικηγορία στη Σύρο απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του, από εκεί τον γνώριζε ο Αργυρόπουλος] ότι για «την ισχυροποίησιν της προκειμένης υιοθεσίας θ’ ακολουθήσω την συμβουλήν σας εγκαθιστών τούτον δια διαθήκης κληρονόμον μου», όπως και έκανε μέσα στο 1909.



                            Βραχεία επιστολή του Επαμεινώνδα Βυθινού της 15.3.1911.
«Αθήναι τη 15/3/911. Κύριε Δημήτριε Αργυρόπουλε. Πειραιά. Χθες σας έγραψα προχείρως εις το καφφενείον και σας έστειλα επιστολήν εις το σπήτι, δια να μην την θεωρήσουν οι υπάλληλοί σας της εργασίας και την αναγνώσουν. 
Επειδή επέστρεψα εις το καφφενείον ολίγον αργά, και αφ’ ετέρου, επειδή το παιδί όπου την έστειλα ήτο άγνωστον και εφοβήθην μη δεν την ελάβετε, ήλθον ο ίδιος εις το γραφείον σας, αλλά εξεπλάγην μαθών από τον θυρωρόν σας, ότι δεν δέχεσθε κανένα οπότε έχετε ξένους. Ενδεχόμενον να ήτο αληθές, και να μην εμάθατε καν ότι ήλθον, αλλά μη δυνάμενος πλέον να επανέλθω, σας ειδοποιώ ότι ηναγκάσθην να παραδώσω την υπόθεσιν εις τον δικηγόρον με πολλήν μου λύπην διότι αποστρέφομαι τα δικαστήρια και δεν επεθύμουν να φθάσω μαζή σας έως εκεί. Αλλά δεν πταίει άλλος κανείς, παρά σεις, διότι εφάνην πολύ ενδοτικός εις την πρότασίν σας περί συμβιβασμού, δεν ηδυνάμην όμως να κάμω μεγαλητέραν θυσίαν, ων βέβαιος ότι η ικανότης των δικαστών και των δικηγόρων μου θα αποκαλύψη την αλήθειαν και θα μου αποδωθή το δίκαιόν μου ακέραιον, τότε δε θα εννοήσητε τι θυσίαν έκαμνα δια να αποφύγω τα δικαστήρια και να σας ευχαριστήσω· υμέτερος Ε. Βυθινός. Εν βία».

Το 1911 έχουμε την αγωγή του Επαμεινώνδα Α. Βιθυνού, πρώην εφημεριδογράφου, μετά εμπόρου, παραγγελιοδόχου (γραφεία στην Αγίου Μάρκου 11) κατά του Αργυρόπουλου:
Περί τα τέλη του 1910 «ήτοι ότε εις τα πράγματα εκλήθη ο κ. Βενιζέλος» ο Βιθυνός, βλέποντας πως δεν υπήρχε στην Ελλάδα άλλο υαλουργείο ανταποκρινόμενο στις νέες προόδους της υαλουργικής τέχνης, σκέφτηκε να ιδρύσει ένα τέτοιο στο Φάληρο. Προχώρησε στα προκαταρκτικά αλλά επειδή δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια αποτάθηκε σε φίλους εντός και εκτός οι οποίοι και ήταν σύμφωνοι να ξεκινήσουν.
Τότε ο Αργυρόπουλος ανησυχώντας για την τύχη του εργοστασίου του, αφού και η κυβέρνηση επρόκειτο να ελαττώσει τους δασμούς των εισαγομένων από το εξωτερικό βαρέως φορολογημένων ειδών, ιδίως των υαλουργικών, πρότεινε στο Βιθυνό για να αποφύγει τα μεγάλα έξοδα να τους εκμισθώσει το δικό του με 45.000 δρχ. το χρόνο για μια πενταετία ή περισσότερες.
Την συμφωνία αποδέχτηκαν γραπτώς στις 23/11. Πριν όμως υπογράψουν τα οριστικά συμβόλαια ο Αργυρόπουλος την τροποποίησε (13/12) ώστε να συμμετέχει κατά το ήμισυ στη νέα εταιρία λόγω πείρας και με τον όρο να διατηρηθεί το προσωπικό στη θέση του.
Αλλάζοντας πάλι γνώμη (μαθαίνοντας πως τελικά δεν θα μειωθούν οι δασμοί) τον κάλεσε το απόγευμα της 6/12 «και με δόλιες ή απατηλές υποσχέσεις» είπε ότι αντί να συνεταιριστεί με τους φίλους του προτιμότερο ήταν να λύσει τη σύμβαση μαζί τους και να τον προσλάβει ετερορρύθμως λαμβάνοντας το 3% επί του ολικού ποσού επί των ετησίων πωλήσεων με δεκαετή σύμβαση. Προϋπόθεση, να μην αναμιχθεί κανένας πλέον σε υαλουργική επιχείρηση. Ο Βιθυνός έπεισε τους υπόλοιπους να αποσυρθούν με αποζημίωση 8.000 δρχ. και κατάφερε να γίνει επόπτης των εργασιών στο υαλουργείο χωρίς να χάσει το δικαίωμα να ασχολείται και με τις δικές του εμπορικές δραστηριότητες. Ύστερα ο Αργυρόπουλος τον απομάκρυνε κι ακολούθησε ένας αριθμός επιστολών του Βιθυνού, με χρηματικές απαιτήσεις, απειλές για δημοσίευση στον Τύπο και προσφυγή στα δικαστήρια. Στις 15/5/1911 γίνεται η αγωγή για αποζημίωση 140.000 δρχ. εντόκως που συζητήθηκε στις 21/9 στο εμπορικό τμήμα του Πρωτοδικείου, το οποίο δεν πήρε σαφή θέση ζητώντας διευκρινήσεις. Η διαμάχη «κατηργήθη δια συμβιβασμού την 11/2/1912, δυνάμει του υπ’ αριθ… συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Πολιτάκη».
Στο αμέσως επόμενο διάστημα ο Δ. Χ. Αργυρόπουλος πεθαίνει κι αναλαμβάνει νομότυπα ο γιος του Χρήστος. Στις 22/6/1912 ο Ταμίας του Α΄ Ταμείου Πειραιώς - Αιγίνης πιστοποιεί ότι «ο Χρήστος Δ. Αργυρόπουλος κατέβαλε εις το Δημόσιον δια φόρον κληρονομίας της υπ’ αυτού κληρονομηθείσης περιουσίας του αποβιώσαντος Δημητρίου Χ. Αργυροπούλου δραχμάς 23.559,60».

Διαφήμιση από το Φιλολογικόν Ημερολόγιον ΚΥΨΕΛΗ, έτος Δ΄, 1914, σελ. 201.

Στο σχέδιο με τίτλο «Διάταξις των Silos επί της Ακτής Αγίου Διονυσίου Λιμένος Αλών» στο βιβλίο του Γιώργου Ανωμερίτη «Η εξέλιξη του λιμένος Πειραιώς κατά τον 20ό αιώνα. Εκατό χρόνια ανάπτυξης (1911 - 2011). Έγγραφα, χάρτες και φωτογραφίες μιας εκατονταετίας (1911 - 2011). Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς»
σελ. 73 περιέχεται το οικοδομικό τετράγωνο 118 με τις γνωστές οδούς Κάστορος - Αιγάλεω - Δραγατσανίου και με την ένδειξη «παλαιόν υελουργείον».  
Το υαλουργείο αναφέρεται σαν το μοναδικό στον προπολεμικό Πειραιά στους εμπορικούς οδηγούς και στις διαφημίσεις. Φαίνεται πως και η νέα διεύθυνση προχώρησε σε συγκρότηση εταιρίας. Σύμφωνα με το Καθολικό των γενικών ισολογισμών των ετών 1922 - 23 η ετερόρρυθμος εταιρία του Χρήστου Αργυροπούλου και Σία διαλύθηκε το καλοκαίρι του 1923 οπότε έχουμε το «πραγματοποιηθέν καθαρόν κέρδος από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 10ης Ιουλίου 1923 διανεμηθέν μεταξύ των εταίρων ως έναντι: μέρισμα Χ. Δ. Αργυροπούλου 99.230,50 δρχ., Ανδρέα Σπυράκη 22.553,50 δρχ., Δημ. Χαρ. Βελή 38.338,50 δρχ. και Κων. Χαρ. Βελή 38.338,50 δρχ.».
Η εταιρεία συμμετείχε στη Διαρκή Έκθεση Ελληνικών Προϊόντων Αθήναι - Ζάππειον 1933 - 38. «Υπό το άπλετον ηλεκτρικόν φως, λαμποκοπούν ως υαλοδάμαντες τα περίφημα εκθέματα» από πυριτικό οξύ (άμμο) ασβέστιο (και τα δύο ελληνικά) ανθρακική σόδα και «ολίγα τινά χημικά προϊόντα εξευγενίζοντα την ποιότητα της υάλου». Το εργοστάσιο είχε τέσσερις κλιβάνους. Σύμφωνα με τη Βιομηχανική Επιθεώρηση των ετών 1935 - 36 ο Χρήστος Δ. Αργυρόπουλος ήταν μέλος του Δ. Σ. του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών.

Ο δωδεκασέλιδος τιμοκατάλογος του Ιανουαρίου 1941. Λίγο πριν την Κατοχή..

Στον τιμοκατάλογο του υαλουργείου με ημερομηνία 10/1/1941 που είχε τα γραφεία επί της οδού Αιτωλικού 3 και στο Μέγαρο Ζερβού (Τσαμαδού 28) καταγράφονται αναλυτικά οι κατηγορίες κάθε είδους με τις τιμές ανά δωδεκάδα ή ανά τεμάχιο: Ποτήρια (πρεσαριστά, φυσητά, τετορνευμένα) πιατέλες, δισκάκια, σαλατιέρες, κανάτια, κανδήλια, αλατοδοχεία, βάζα, δοχεία λαμπών, φιάλαι, φιαλίδια φαρμακείου, ανθοδοχεία, δαμιτζάναι, παγωνιέραι, κασπώ, αμπαζούρ, πλαφονιέρες, πώματα βάζων και άλλα που αν δε βρίσκονται σήμερα κάποια δείγματά τους σε παλιά σπίτια σε όλη την Ελλάδα σίγουρα στολίζουν ράφια παλαιοπωλείων.

24.12.1941. Σπάνιο επιστολόχαρτο της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας του Ευάγγελου Μυτιληναίου (με την υπογραφή του ιδίου) που ιδρύθηκε στον Πειραιά το 1908, απευθυνόμενο προς το Χρήστο Αργυρόπουλο.
Η κάτω πλευρά του είναι καμένη από τους βομβαρδισμούς και τις συνθήκες του πολέμου..

Το 1942 το βρίσκουμε σε λειτουργία.

14.10.1942. Απόδειξη για τη λειτουργία της εταιρείας στα 1942, είναι η βεβαίωση της χρήσης της τηλεφωνικής σύνδεσής της με αριθμό 019 - 178 από τις Γερμανικές Στρατιωτικές Αρχές. Στα 1906 ο αριθμός του τηλεφώνου ήταν ο 63. 

Στον Οδηγό Ελληνικής Βιομηχανίας του 1949 δεν αναφέρεται. Στη θέση του άλλοτε μοναδικού ελληνικού υαλουργείου στον Πειραιά μνημονεύονται η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (το γυαλάδικο άνοιξε τον Απρίλη του 1914 με τον πρώτο κλίβανο τήξης ύαλου για δαμιτζάνες, φιάλες, γαλόνια κι εξοχικά χοντρά τζάμια και το 1915 με το δεύτερο κλίβανο για παραγωγή υαλοπινάκων),
η ΥΑΛΟΣ ΑΒΕ στην Ψαρών 51 και Αναπαύσεως, η Υαλουργική ΑΕ στο Κερατσίνι, Β. Γεωργίου 32, η εταιρία Γιατζόγλου και Τσολάκης στη Θερμοπύλων και Σαλαμίνος 21 και η Κρούστης Κ., Λιόντας Γ., Κρούστης Λ., Δαμίγος Γ. στη Δραπετσώνα, Νικ. Φωκά 19.

Βιβλιογραφία.
  • Απογραφικαί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκινήτων βιομηχανικών καταστημάτων.           Υπό Αλεξάνδρου Μανσόλα. Τμηματάρχου της Δημοσίας Οικονομίας εν τω Υπουργείω των Εσωτερικών. Εν Αθήναις. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου. 1876. Σελ. 30.
  • Αρχείο Βοβολίνη, οικογένεια Πυρρή, φάκελος 1206.
  • Διαρκής Έκθεσις Ελληνικών Προϊόντων, 1933-38, Αθήναι - Ζάππειον, 1938.
  • Χριστίνα Αγριαντώνη. Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα. 1986. 
  • Μαριάνθη Κοτέα, Η Βιομηχανική Ζώνη του Πειραιά (1860 - 1900), 1997.
  • Γιάννης Χατζημανωλάκης, Οι δήμαρχοι του νεότερου Πειραιά, 1999.
  • Γιάννης Κόκκωνας, Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης, Ε.Μ.Ν.Ε., 2003.
  • Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Η κοινωνική ιστορία του Πειραιά, 1860 - 1910, 2006.
  • Λήδα Παπαστεφανάκη: Εργασία, τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία (Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870 - 1940), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2009, σελ. 149 και 158.
  • Προσωπικό μου αρχείο,
φάκελος α΄ - Δημήτριος Αργυρόπουλος κατά εταιρίας «Η. Φουστάνος και Σα», 1901,
φάκελος β΄ - Υιοθεσία Χρήστου Λεων. Αργυροπούλου, 1908,
φάκελος γ΄ - Δημήτριος Αργυρόπουλος κατά Επαμ. Α. Βυθινού, 1911,
φάκελος δ΄ - Καθολικόν ετών 1922 -1923.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα ΠΕΙΡΑΙΟΡΑΜΑ, τεύχος 2, Δεκέμβριος 2013, σελ. 2 - 4.