Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Δραπετσωνίτικα.


                                                                                          Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Μια γλώσσα γης στα δυτικά του μεγάλου λιμανιού του Πειραιά χαμηλώνει ήρεμα του λόφους της προς τη θάλασσα. Οι παραλίες της, γεμάτες από τα παλιά εργοστάσια του γύψου, των τσιμέντων ΑΓΕΤ Ηρακλής, της Shell, των Σφαγείων, των Λιπασμάτων, των δεξαμενών - ναυπηγείων Βασιλειάδη, τις αποθήκες του Ο.Λ.Π., τις σιδερένιες γραμμές του τρένου, είναι όλο σκουριά, μπετόν, απόσταση, δυσφορία.
Παραπίσω, οι προσφυγικές πολυκατοικίες και τα σύγχρονα σπίτια της πόλης των 13.094 κατοίκων της απογραφής του 1991… Είναι η Δραπετσώνα των τραγουδιών, που σίγουρα έχει ζωή κι αναμφίβολα, ευοίωνο μέλλον. 
Κατά τον πιθανότερο τρόπο η Δραπετσώνα πήρε το όνομά της από τη μορφολογία του εδάφους της - και το διατηρεί έτσι από τα αρχαία κιόλας χρόνια, σε πείσμα της μακραίωνης εγκατάλειψης του ευρύτερου πειραϊκού χώρου.
Το φυσικό περιβάλλον αποτελούσε ένα σύνολο χαμηλών υψωμάτων, με λοφίσκους που έφταναν τα 16,7 μέτρα πάνω από το Καστράκι, 25,5 και 27,5 μέτρα προς τα νότια και 37,3 βορειότερα. Το τελευταίο ύψωμα ήταν πιο εκτεταμένο, με επίπεδες κορυφές, ευκολοδιάβατο. Μπορούμε και σήμερα να εννοήσουμε τη σχετική ανηφοριά περπατώντας στους δρόμους της πόλης. Φαίνεται ότι από μακριά το σχήμα του έμοιαζε στους αρχαίους Πειραιώτες με κείνο του τραπεζιού, έτσι του δόθηκε το κατάλληλο όνομα «Τραπεζών», πράγμα που συνηθίζεται ακόμα να γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Η λέξη τράπεζα προέρχεται από την τετράπεζα, δηλαδή από το αριθμητικό τέτταρα ή τέσσαρα και την πέζα ( πόδι, βάση, κράσπεδο). Εκτός από την ερμηνεία της σαν τραπέζι φαγητού και τράπεζα αργυραμοιβού, έχει και τη σημασία της τραπεζοειδούς επιφάνειας. Στα αρχαία ελληνικά και στην καθαρεύουσα μερικά από τα ονόματα που έχουν κατάληξη σε –ών, γενική –ώνος, δηλώνουν περιεκτικότητα και μέγεθος, όπως αμπελών, ελαιών, τόπος με αμπέλια και ελαιόδεντρα, πυλών, θυρών, αλλά και τόπους ή πόλεις: Κιθαιρών, Μαραθών. Φτάνουμε λοιπόν στη γνωστή λέξη «η Τραπεζών», αιτιατική «την Τραπεζώνα» από όπου προήλθε η σημερινή Δραπετσώνα. Με απλά λόγια είναι δυνατό να εξηγηθεί γλωσσολογικά η τροπή του Τ σε  Δ και του Ζ σε ΤΣ, όπως μας παραδόθηκε προφορικά από τα χείλη των μεσαιωνικών αγροτικών πληθυσμών που έμεναν στους διπλανούς οικισμούς και στις μάντρες, οι περισσότεροι αρβανίτικης καταγωγής. Η Τραπεζώνα έγινε Ντραπετσώνα ή Ντραπετζώνα με το μαλάκωμα του ΝΤ και ΤΖ κατέληξε σε Δραπετσώνα.
Παράδειγμα λεκτικής αλλοίωσης έχουμε ένα σωρό, η Τρίπολη της Αρκαδίας ονομάστηκε TROPOLITZA - DROPOLITZA, η Τραπεζούς του Πόντου λέγεται στα τουρκικά TRABZON (TREBIZONDE στις παλιές καρτ ποστάλ). Για σύγκριση παραθέτω κι άλλες τοποθεσίες με παρεμφερή ονομασία. Ο Στράβων αναφέρει στην Αντιόχεια λόφο Τραπεζών. Πόλη Τραπεζούς υπήρχε και στον Αραβικό κόλπο. Η Τραπεζούπολη ήταν πόλη στη Φοινίκη, η Τραπεζούσα στην Καππαδοκία.
 Ένα βουνό στην Αργολίδα καλείται Τραπεζόνα - Τραπεζόντα. Τραπεζάκι χωριό στην Άρτα, Τραπεζίτσα στην Κοζάνη, Τραπεζαντή στη Λακωνία, Τράπεζα στο Διακοφτό και στην Κόνιτσα, χωρίς να ξεχνάμε και το αντίστοιχο Τραπεζοειδές όρος, το Table Mountain, πάνω από το Cape Town της Νότιας Αφρικής.
Στον Ενετικό χάρτη του Πειραιά (Porto Lion dAttene) του 1687 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, κώδικας IT, VII. 94 (10051), διπλό φύλλο χάρτης 117, περιλαμβάνεται το ανατολικό τμήμα της Δραπετσώνας με τα υψώματα E που αντιστοιχεί στη διασταύρωση Εθνικής Αντιστάσεως - Αγίου Παντελεήμονος και D, επαφή της οδού Καλοκαιρινού με την Ερυθρού Σταυρού. Στο γράμμα C όπου το ρολόι του Ο.Λ.Π. σημειώνονται Torri (Πύργοι) και στο G στη θέση Καστράκι τείχη και θεμέλια αρχαία. Τα άκρα Κέραμος και Δρακώνα σχηματίζουν τον ανοιχτό με δυο εσοχές όρμο της Δραπετσώνας. Ίσως αυτό να ήταν το αρχαίο λιμάνι των Φωρών, δηλαδή των κλεφτών (ο φωρ, γεν. του φωρός, σήμαινε ο κλέπτης).
[φωρών δε λιμήν ην ολίγω δυσμικώτερος του Πειραιώς, εις ον κατέφευγον οι κλεπτοτελωνούντες των εμπόρων. Λεξικό Γεωργίου Ζηκίδου, έκδοσις 9η, 1958, σ. 1221].
[φωρών λιμήν, πλησίον των Αθηνών, δυσμικώτερον του Πειραιώς, εις τον οποίον κατέφευγον οι λαθρεμπόριον ασκούντες. Παύλου Αναμίτη, εκδόσεις Νικόδημος, 1973, λεξικό, σ. 926].
Από εκεί παραλάμβαναν τα λαθραία εμπορεύματα οι επιτήδειοι για να τα προωθήσουν στις αγορές της Αθήνας και του Πειραιά. Στην περιοχή βρίσκονταν και τα λατομεία πωρόλιθου που μαζί με τον ακτίτη χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σαν οικοδομικό υλικό. Επίσης ανακαλύφτηκαν ελάχιστα απομεινάρια ναού, οικιών και πάμπολλοι τάφοι. Εδώ κάπου προς τον Άγιο Διονύσιο ήταν χτισμένο κι ένα Αφροδίσιο. Μνημονεύονται ακόμα οι Πύλες στην Ηετιώνεια, στη μικρή ομώνυμη Χερσόνησο, στα τείχη με τους δυο στρογγυλούς πύργους που σώζονται του ενός μόνο κάποιοι σκόρπιοι ογκόλιθοι στη θέση Καστράκι (Παλαιόκαστρο).
Πιο κάτω ανοίγεται ο όρμος της Κρομμυδαρούς.
Τακτικές αναφορές για την περιοχή έχουμε από τον 19ο αιώνα, όταν ήρθε στον Πειραιά ο Καραϊσκάκης.     Το Μάρτη του 1827 πέρασε ο Κιουταχής από τους λόφους της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου για να πάει στον όρμο του Αγίου Γεωργίου. Στα περάσματα προς τον Άγιο Διονύσιο είχε στήσει έξι τουρκικά οχυρώματα. Σε μια αψιμαχία με τους Έλληνες χτυπήθηκε στο στήθος ο Γιουρούκος που κρατούσε κι αυτός ταμπούρι. Ο Κιουταχής σχεδίαζε να οχυρώσει την κορυφή του λόφου της Δραπετσώνας για να χτυπάει το λιμάνι του Κερατσινίου αλλά ύστερα από τη συμπλοκή άλλαξε γνώμη. Πολλοί Τούρκοι ήταν ταμπουρωμένοι στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Η ελληνική πλευρά είχε κάνει δικά της ταμπούρια στα δραπετσωνίτικα εδάφη με αρχηγούς το Σισίνη, το Γενναίο Κολοκοτρώνη, το Βάσσο, το Μιχελή, τον Τζαβέλα.
Στις 12 Απριλίου 1827 ο Καραϊσκάκης έστειλε από το στρατόπεδο της Καστέλλας το Χατζημιχάλη με ιππείς να πάει στην παραλία της Δραπετσώνας. Συνάντησε το ναύαρχο Τζωρτζ Κόχραν που έφτασε με βάρκα και τον οδήγησε προς τα ταμπούρια του Κώστα Χορμόβα και του Καλύβα. Τον συνόδεψαν κι ανέβηκαν στο λόφο της Δραπετσώνας, «εις το επίπεδον από όπου το Μοναστήριον (του Αγίου Σπυρίδωνος) εφαίνετο καλύτερα να το παρατηρήσει». Την επόμενη έγινε η επίθεση και το μοναστήρι καταστράφηκε.
Οι πληροφορίες για τη Δραπετσώνα στα βιβλία, στα έγγραφα, στις συμβολαιογραφικές πράξεις για αγοραπωλησίες κτημάτων και στα σχεδιαγράμματα πυκνώνουν στις μετέπειτα δεκαετίες. Γερμανικοί κι άλλοι χάρτες γράφουν ήδη τη λέξη TRAPEZONA.
Στην «Ιστορία του Πειραιώς», 1883, του Παντολέοντος Καμπούρογλου, διαβάζουμε στη σελίδα 32: «Εις την θέσιν Τραπετζόνα οικοδομήθη προ ολίγου πρωτοβουλία του Δημάρχου ωραίον Σφαγείον εις το οποίον εδαπανήθησαν ως έγγιστα 50.000 δραχμών».
Πάντως ο Δημήτριος Πανταζής, στον Περιηγητή Αθηνών του 1868, προτιμά να γράφει «Δραπιτσώνα».
Δε νομίζω λοιπόν ότι στέκονται οι φήμες για την ετοιμολογία της λέξης από το αρβανίτικο Ντράπε - Τσώνα, το ρέμα, η τάφρος του Τσώνα, ούτε από τους δραπέτες του Τσώνη κι ό,τι άλλο μη πραγματικό.
 
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 1997, σ. 22. Μεταφορά εδώ,       6 Ιανουαρίου 2011.                          

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Τοπογραφικά του αρχαίου Πειραιά: σπίτια και δρόμοι.


                                                                                             
                                                                                     Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.

Όπως κατά κανόνα συμβαίνει στους πιο πολλούς τόπους της Ελλάδας, ο Πειραιάς της εποχής μας έχει κτιστεί πάνω στη θέση των ερειπίων της αρχαίας, με το ίδιο όνομα πόλης. Σε πολλά κεντρικά σημεία του αρκεί να σκάψεις λίγους μόνο πόντους στο έδαφος για να φανούν ξανά τα απομεινάρια της, που τόσους μακρόσυρτους αιώνες χτυπούσε ο αέρας, μούλιαζε η βροχή, έκαιγε ο ήλιος.
Αυτές οι πέτρες, τα μάρμαρα, τα πήλινα κι ελάχιστα μεταλλικά αντικείμενα, ανακατεμένα με το χώμα, τις ρίζες των δένδρων, τα χόρτα, τα αγριολούλουδα, τους θάμνους, τα βούρλα, με γενικό φόντο το πειραϊκό τοπίο αποτελούσαν ένα μοναδικό στην όραση σύνολο που απαθανατίστηκε με πολύ φαντασία στις γκραβούρες και τα σχέδια την ξένων περιηγητών.
Ύστερα, στη διάρκεια του 19ου μα και στα πρώτα χρόνια του 20ου η εφαρμογή του σχεδίου πόλης έσβηνε σιγά-σιγά τα επιφανειακά ίχνη κι άφησε λίγα περιθώρια έρευνας από την αρχαιολογική υπηρεσία.
Όσα κινητά ευρήματα ανακαλύπτονταν τυχαία συγκεντρώνονταν στο μουσείο ενώ οι ιδιοκτήτες κατασκέπαζαν και ισοπέδωναν κάθε σταθερό λείψανο για να χτίσουν τα σπίτια τους το γρηγορότερο.
Ευτυχώς μετά το ’60 στο οικόπεδο κάθε οικοδομής που κατεδαφίζεται και πριν ανοιχτούν τα θεμέλια της καινούργιας, γίνεται πλέον μια πιο προσεκτική «ανασκαφική εξερεύνηση» του χώρου, καθαρίζεται από τα χώματα, μαζεύονται τα κάθε είδους μικροαντικείμενα, αναδεικνύονται κατόψεις την αρχαίων κτιρίων, τα πηγάδια, οι δεξαμενές, οι αγωγοί, οι δρόμοι, οι τάφοι και τελικά αποτυπώνονται σε σχέδια με κλίμακα.
Σαν το επιτραπέζιο εκείνο παιχνίδι που ενώνεις υπομονετικά τα κομμάτια από χαρτί για να φτιάξεις μια ολοκληρωμένη εικόνα (παζλ), έτσι και οι αρχαιολόγοι προσδιορίζουν - ανάλογα με τις οδούς και το οικοδομικό τετράγωνο - και τοποθετούν την ανασκαφή στο σύγχρονο πολεοδομικό χάρτη του Πειραιά, αναπαριστώντας με αυτόν τον τρόπο σταδιακά την αρχαία ρυμοτομία. Έτσι οι σύγχρονες μελέτες και τα βιβλία για την αρχαία πόλη αναγνωρίζουν εύκολα τη θέση των νεώσοικων, της Σκευοθήκης, των οικιών, κάποιων δημόσιων κτιρίων, ιερών, δεξαμενών, πηγαδιών, λατομείων, τάφων και δρόμων.
Η παλαιότερη οικία που βρέθηκε χρονολογείται στα 470-460 π.Χ.
«Ο Πειραιάς είναι η πρώτη πόλη που έχει ανεγερθεί βάσει σαφώς οργανωμένου επιστημονικά  πολεοδομικού σχεδιασμού. Το οδικό δίκτυο, η σύνδεση μεταξύ λιμανιών, πυλών και των αγορών στο κέντρο αποδεικνύουν την λειτουργικότητα του σχεδιασμού αυτού. Η αισθητική βρίσκει την έκφρασή της στην επιλογή της τοποθεσίας και τη διαμόρφωση των δημοσίων κτιρίων και η ισονομία προβάλλει στην εφαρμογή της αρχής των τυποποιημένων κατοικιών» έγραψε ο Wolfram Hoepfner. 
Ο Ιππόδαμος (περ. 498-408 π. Χ) από τη Μίλητο ήταν αυτός «ος την των πόλεων διαίρεσιν εύρε και τον Πειραιά κατέτεμεν» διαβάζουμε στην Πολιτεία του Αριστοτέλη. Πράγματι φαίνεται ότι ο Ιππόδαμος εφάρμοσε στον Πειραιά το πρωτοποριακό σχέδιο με ομοιόμορφα οικόπεδα και του ίδιου τύπου σπιτιών για τους κατοίκους αφού πρώτα διαχώρησε τη χρήση γης σε δημόσια (εμπόριον, αγορά, ιερά) και ιδιωτική (όρος λεσχών δημοσίου, όρος εμπορίου και οδού, όρος άστεως, Μουνιχίας νέμεσις..).
Οι στενοί, πλάτους 4-5 μέτρων δρόμοι, που κάθε πέμπτος στη σειρά φάρδαινε στα 8 μέτρα, σχημάτιζαν οικοδομικά τετράγωνα μεγέθους περίπου 45-50 μέτρων.
Κάθε τετράγωνο χωρίζονταν με 8 ίδιων διαστάσεων οικόπεδα - κατοικίες, 12-13 μέτρα επί 19-20, με παραλλαγές ανάλογα με τη θέση και τον προσανατολισμό τους.
Η αργή όμως ανάπτυξη της πόλης είχε σαν αποτέλεσμα τις τροποποιήσεις των αρχικών μορφών με εν μέρει μόνο κοινά στοιχεία.
Στην πάνω μεριά του οικοπέδου ήταν φτιαγμένη η κυρίως κατοικία. Το κεντρικό δωμάτιο στο ισόγειο ήταν ο «οίκος», το δικό μας σαλόνι, όπου μαζεύονταν η οικογένεια γύρω από την εστία. Η κουζίνα, οι αποθήκες, το λουτρό και τα δωμάτια των δούλων ήταν δίπλα του. Ο «οίκος» έβλεπε στην αυλή ή καμιά φορά μεταξύ της πλακόστρωτης κεντρικής αυλής και του «οίκου» μεσολαβούσε ανοιχτός χώρος (στοά με κίονες) σκεπασμένος με την ίδια στέγη. Άλλο δωμάτιο ήταν ο «ανδρών» για την υποδοχή των φίλων του οικοδεσπότη. Ο πρώτος όροφος φιλοξενούσε τα υπνοδωμάτια. Υπήρχαν ακόμα πηγάδια, δεξαμενές, δένδρα και φυτά.
Αρκετά οικόπεδα είχαν στις προσόψεις τους καταστήματα με μια μπροστινή είσοδο.
Με τα χρόνια, την οικονομική άνθηση και την αλλαγή της αισθητικής βλέπουμε να ενώνονται δύο ή και παραπάνω οικόπεδα και να χτίζονται (όπως σήμερα) μεγαλύτερα και πιο πολυτελή σπίτια. Τότε επεκράτησε ο τύπος της οικίας με την αυλή που τριγυρίζεται με κίονες (περίστυλη αυλή).
Τα κλασικά λοιπόν σπίτια έδωσαν τη θέση τους στα πιο μεγάλα ελληνιστικά κι αυτά με τη σειρά τους στις ρωμαϊκές επαύλεις. Δείγματά τους μπορούμε να δούμε στο αρχαιολογικό πάρκο της Ηρώων Πολυτεχνείου (ανασκαφές 1981), στην Τερψιθέα και αλλού. Εκτός από τους κανονικούς δρόμους ο Πειραιάς διέθετε και κάποιες λεωφόρους με κατεύθυνση ΒΑ / ΝΔ. όπου τώρα περίπου η Ηρ. Πολυτεχνείου και αυτή που ανέβαινε στη Μουνιχία.
Αν και είχε προβλεφτεί η επέκταση της πόλης, ο πληθυσμός του Πειραιά δεν αυξήθηκε τόσο ώστε να καλύψει τις εντός των τειχών εκτάσεις. Η λεγόμενη Ακτή (Πειραϊκή), οι πλαγιές της Καστέλλας, τα σημεία κοντά στα τείχη και στις πύλες, οι περιοχές των λατομείων δεν κατοικήθηκαν. Απόμακροι δρόμοι έμειναν άστρωτοι, τετράγωνα χαραγμένα δεν χτίστηκαν, ολόκληρες τοποθεσίες παρέμειναν έρημες, δημιουργώντας εξοχές, αγρούς, εστίες για κάθε είδους δραστηριότητα.
Στα ρωμαϊκά, υστερορωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια ο Πειραιάς περιορίστηκε στο στενό γεωγραφικό του κέντρο, σε τμήμα μεταξύ του λιμανιού και της Ζέας (Πασαλιμάνι).
Μέσα στην αρχαιότερη πόλη, πάνω στα ερείπια της κλασικής εποχής, ανοίχτηκαν οι  τάφοι των πειραιωτών των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών και πρωτοχριστιανικών αιώνων.  Ώσπου όλα εγκαταλείφτηκαν μέχρι την αναγέννηση του νέου Πειραιά στα 1836.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Πειραϊκή Πολιτεία», 21.1.1999 σ. 14 και περιοδικό «Πειραϊκό Ορόσημο», τεύχος 11, Απρ. - Ιούν. 2005, σ. 14 - 15. Εδώ αντιγράφτηκε στις 2.5.2009.         


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Μέτρα για την καθαριότητα και τις επιδημίες στον Πειραιά του 1930.



                                                                                                                Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


 Η καλή Δημόσια Υγεία στις πόλεις συμβαδίζει με το πόση σημασία δίνεται από τις τοπικές Αρχές στην καθαριότητα, κυρίως στα σημεία που η μόλυνση είναι δυνατόν να μεταδοθεί σε ζωντανούς οργανισμούς και να επιφέρει επιδημίες.
Μια σειρά αυστηρών Αστυνομικών Διατάξεων προσπαθεί να προλάβει τα χειρότερα στον Πειραιά καθορίζοντας συγχρόνως όλες τις λεπτομέρειες για την εύρυθμη λειτουργία των μέσων υγιεινής στα χρόνια γύρω από το 1930.

Οι Α. Δ. με αριθμό 71 της 11.11.1926 και 71α της 25.1.1927 μιλούν για την καθαριότητα των πεζοδρομίων από τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές οικιών και καταστημάτων. Δύο φορές το μήνα υποχρεούνται να ρίχνουν στα ρείθρα των πεζοδρομίων και στις αυλές τους «ποσότητά τινα γάλακτος ασβέστου».
Τα απορρίμματα διατηρούνται εντός των οικιών σε δοχεία και όταν περνάνε αδιάζονται στα «κάρρα της καθαριότητος». Οι οδηγοί τους πρέπει να ειδοποιούν το πέρασμά τους «διά κωδώνων εις την κρούσιν των οποίων υποχρεούνται οι ανωτέρω να ρίπτωσιν απροφασίστως και αμέσως τας εντός των δοχείων ακαθαρσίας».
Φυσικά απαγορεύεται η απόρριψη οποιουδήποτε άχρηστου αντικειμένου στους δρόμους ή στις πλατείες αλλά και η «εκτέλεσις πάσης φυσικής ανάγκης» στους κήπους και στα οικόπεδα.
Την ημέρα δεν επιτρέπεται το τίναγμα χαλιών από τα μπαλκόνια. Τα βρώμικα νερά δεν θα ρίχνονται στους δρόμους ή στα διπλανά ρυάκια παρά μόνο στους βόθρους των σπιτιών ή στους υπονόμους, «όπου υπάρχουν τοιούτοι».
Η κόπρος των ζώων μαζεύεται επίσης και πετιέται μακριά ενώ τα κάρα που μεταφέρουν ασβέστη, άμμο, χώμα, «ακαθαρσίας και τα παρόμοια» να φροντίζουν να μην πέφτει πάνω στο δρόμο μέρος του υλικού τους και να τους ρυπαίνουν.
«Πάντες οι ιδιοκτήται απεριφράκτων οικοπέδων εντός του σχεδίου πόλεως» οφείλουν να τα περιφράζουν με τοίχο ή ξηρότοιχο ή με σανίδες που να  μη μπορεί να περάσει κανείς μέσα ή να ρίξει σκουπίδια [Υγειον. Διάταξη του 1928].
Το άρθρο 13 ορίζει τους τόπους απόρριψης των ακαθαρσιών του Πειραιά: είναι οι περιοχές Κοκκινόβραχος, η πίσω πλαγιά από τον Άγιο Γεώργιο στο Κερατσίνι, οι αγροί του Ζερβού, του Μπέρτου, του Γελακάτου, του Αναστασόπουλου, του Ράλλη, του Σκόντρα, του Μεζάρα και του Διοικητόπουλου.
Γενικά σκουπίδια μπορεί να πεταχτούν παντού στην εξοχή αλλά όχι κοντά σε εργοστάσια,  αποθήκες πυρίτιδος και σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων γύρω από τη Νέα Κοκκινιά (Νίκαια).
Ως τόπο εκκενώσεως των «εκ των βόθρων της πόλεως εξαγομένων ακαθαρσιών» τις νυχτερινές μόνο ώρες, ορίζεται ο κατασκευασθείς από το Δήμο Πειραιά βόθρος χωρητικότητας 700 κυβικών μέτρων που συγκοινωνεί με τη θάλασσα, ο οποίος βρίσκεται στο Πέραμα, μετά το πέμπτο χιλιόμετρο και σε απόσταση 500 μέτρων από την οδό Περάματος. Ο εργολάβος που θα αναλάβει να αδειάσει κάποιο βόθρο οφείλει να ειδοποιήσει το οικείο Αστυνομικό Τμήμα για να πάρει τη άδεια.
Οι ιδιοκτήτες των ζώων που έχουν ψοφήσει - και ο Δήμος για τα αδέσποτα -  υποχρεούνται να τα θάβουν σε βαθείς λάκους «πλησίον της ακτής Περάματος και παρά τον ομώνυμον βόθρον».
Τα ακατάλληλα τρόφιμα θα ρίχνονται σε «απομεμακρυσμένον και εντός της θαλάσσης μέρος». [Η αντίστοιχη      Α.Δ. 24 της 12.8 1954, εγκρ. 12.4.1955, ορίζει τόπο απόρριψης σκουπιδιών, ακαθαρσιών, νεκρών ζώων  και μπαζών «εντός του κρημνού της θέσεως ΣΧΙΣΤΟ» πλην των Δήμων Ν. Φαλήρου, Μοσχάτου και Ρέντη που θα ρίχνονται στη θέση ΜΠΡΑΧΑΜΙ]. 
Η Αστυνομική Διάταξις 46 της 7.9.1925 «Περί τάξεως εν τοις σφαγείοις και κρεοπωλείοις» μεριμνά πλήρως για την καλή υγεία των προς σφαγή ζώων, τον τρόπο της επιθεώρησής τους από τους αστυκτηνίατρους, την καθαριότητα των χώρων, τις υποχρεώσεις των εκδορέων, των σφαγέων και των κρεοπωλών οι οποίοι «δέον να είναι εφοδιασμένοι δια πιστοποιητικού υγείας».
Ακόμα και τα παλιά, μεταχειρισμένα ρούχα πρός χρήση των μασκαράδων θα έπρεπε να απολυμανθούν «υπό ανεγνωρισμένου απολυμαντηρίου» πριν ξαναφορεθούν.
Όσο αμείλικτα ήταν τα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή των κινδύνων από τα σκυλιά (φόβος για τη λύσσα), ποτέ δεν μπόρεσε να απαλλαγεί η πόλη από την παρουσία των αδέσποτων. Τα περιλαίμια, οι ταυτότητες, οι αλυσίδες, τα λουριά, τα φίμωτρα, ήταν υποχρεωτικά από το 1929. «Κύνες περιφερόμενοι άνευ περιλαιμίου και φιμώτρου θα περισυλλέγωνται και θανατώνονται δια δηλητηρίου υπό της Αστυνομίας»  ή άλλης εξουσιοδοτημένης υπηρεσίας.
Λόγω της κακής υγιεινής κατάστασης, ειδικά μετά τον ερχομό των προσφύγων, το Υπουργείο Υγείας ίδρυσε στα 1923 σε συννενόηση με τον πειραϊκό ιατρικό κόσμο  το «Υγειονομικόν Συμβούλιον Πειραιώς» το οποίο «επελήφθη αμέσως άμα τη συστάσει του, της μελέτης και καταπολεμήσεως των λοιμωδών νόσων». Διευθυντής της Υγειονομικής Υπηρεσίας Πειραιώς ήταν ο Χρήστος Βλαχάνης. Στο Υγειονομικό Συνεργείο φτιάχτηκε Μικροβιολογικό Εργαστήριο και στην είσοδο του λιμανιού Απολυμαντήριο με δαπάνες της Λιμενικής Επιτροπής.
Σε έξαρση ήταν ο εξανθηματικός τύφος. Οι γιατροί παραπονιούνται ότι «μέγα μέρος των κατοίκων δεν δίδει την δέουσαν προσοχήν εις την στοιχειώδη σωματικήν αυτού καθαριότητα», υπάρχουν δε πολλά άτομα που πιστεύουν ότι θα πάθαιναν αν λουζόντουσαν ενώ σε κάποιους η «φθείρα» θεωρείται «ως απαραίτητος σύντροφος»! Στα 1923 από τον τύφο είχαν προσβληθεί 1327 άτομα από τους πρόσφυγες και 891 από τους αστούς. Στα 1924 τα κρούσματα είχαν ελαχιστοποιηθεί. Οι ιδιοκτήτες ξενοδοχείων ύπνου διαμαρτύρονταν «ότι καταστρέφονται τα διάφορα είδη κλινοστρωμνής» με τις συνεχείς απολυμάνσεις τους..
Επειδή κάτοικοι δεν έκαναν δαμαλισμό και αναδαμαλισμό για να εξαληφθεί η «ευλογία», το Συμβούλιο τον κατέστησε υποχρεωτικό. Στα 1923 είχαν ασθενήσει 90 πρόσφυγες και 407 αστοί.
Τέλος ειδικά άρθρα, οκτώ συνολικά, προέβλεπαν από το 1925 μέτρα «κατά της πανώλους ή αλλης λοιμικής νόσου». Τα κρούσματα της «πανώλους» στα 1923 στον Πειραιά ήταν 3 επί προσφύγων και 28 επί αστών. Δεν υπήρχε στις υπηρεσίες του Δήμου κανένα σχέδιο των υπονόμων της πόλης, οπότε η Υπηρεσία αναγκάστηκε μόνη από διάφορες πληροφορίες «και δια της οξύτητος της οσφρήσεώς της ν’ αποκαλύπτει τους υπονόμους» για να εξολοθρέψει τους επικίνδυνους ποντικούς. Τα σκουπίδια πρέπει να μαζεύονται άμεσα, να μπουν σχάρες στα στόμια των οχετών και να αποφραχθούν οι τρύπες στα οικόπεδα, στους δρόμους και στα δάπεδα των σπιτιών. 
Η «οστρακιά» που εμφανίστηκε δεν ήταν «δεινής μορφής» και καταπολεμήθηκε γρήγορα. Ο τυφοειδής πυρετός,     ο παράτυφος, η δυσεντερία αποσοβήθηκαν χάρις στον έγκαιρο έλεγχο του «ποσίμου ύδατος» και των αντιτυφικών εμβολίων.
Μέριμνα υπήρξε επίσης στα οφθαλμικά και αφροδίσια νοσήματα.
 

  Νερό πόσιμο προμηθεύονταν οι Πειραιώτες στα 1924 από τα φρέατα του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, της Κοκκινιάς και της Αγίας Άννης. Νερό από τον Πόρο έριχναν σε δεξαμενές στου Ξαβερίου και στην οδό Κάστορος (αυτή κρίθηκε ακατάλληλη για χρήση επειδή ήταν υπόγεια και σε θέση κακής εκλογής).
Στα 1930 πέρνανε νερό και με «υδρίες ύδατος» (υδροφόρες) που έφεραν πράσινη ετικέτα γνησιότητας για το Ύδωρ Μενιδίου «η Ζωοδόχος Πηγή», κόκκινη για του Αμαρουσίου και κίτρινη για της Καισαριανής.
Τις χρονιές εκείνες, 1926 - 1929 κατασκευάστηκε το φράγμα στο Μαραθώνα και εγκαταστάθηκε το δίκτυο διανομής για την υδροληψία της Αθήνας και του Πειραιά..
                                                                                                                                                                     
 Πρώτη δημοσίευση: Πειραϊκό Ορόσημο, τεύχος 40. Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2012.                          Σελ. 16 - 17.                    

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Χρήστος Θ. Πανάγος.


 Ένας Πειραιώτης επιχειρηματίας και επιμελητηριακός παράγων του 20ού αιώνα.


                                                                                                 Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης. 
 

Σχεδόν ένας αιώνας ζωής παραείναι αρκετός για να σμιλεύσει στη μορφή του τους ήρεμους τόνους της σοφίας.    Η κούραση του κορμιού υποχωρεί στην πνευματική δύναμη κι έτσι ακμαίος εξακολουθεί να ενημερώνεται για τα οικονομικά, να γράφει, να κρίνει και να προτείνει λύσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου.
Ο Χρήστος Πανάγος γεννήθηκε στις 16.1.1906 κοντά στην Πηγάδα και στον Άγιο Βασίλειο του Πειραιά, στην οδό Φανοστράτους 7 (σήμερα Σπυρίδωνος Λάμπρου) όπου και πέρασε τα παιδικά - εφηβικά του χρόνια. Ο πατέρας του Θεόδωρος (γεν. 15.11.1872) καταγόταν από τη Μελάνη ή Μέλανα, το σημερινό Πραματευτή, ένα χωριό έξω από το Λεωνίδιο της Κυνουρίας, στις πλαγιές του Πάρνωνα. Ο παππούς του Γεώργιος υπήρξε ναυτικός και έμπορος (πέθανε το 1931).
Ο Θεόδωρος Πανάγος άφησε το χωριό του σε νεαρή ηλικία (1883) αναζητώντας καλύτερη τύχη κι εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Δυναμικός, τίμιος και προοδευτικός καθώς ήταν γρήγορα διακρίθηκε για το εμπορικό του δαιμόνιο.
Στην αρχή εργάστηκε σαν εμποροϋπάλληλος στο πειραιώτικο κατάστημα των θείων του Γεωργίου, Ανδρέα Πετούση  (Ήταν συνεταίροι με τον Κ. Λεκκό. Στον Πλήρη Οδηγό του Πειραιώς του 1906 - 1907, Αλεξάκης, 1906, σελ. 145 αναγράφεται ο έμπορος υφασμάτων Κ. Πετούσης στην οδό Λυκούργου και Μακράς Στοάς <τώρα Δ. Γούναρη>).
Αργότερα συνεταιρίστηκε με τον έμπορο Δήμο Παπαδήμα στο κατάστημα νεωτερισμών στην Αθήνα, Ερμού 87. Στα 1898 έκαναν μαζί μια εταιρεία που κράτησε γύρω στα τέσσερα χρόνια. 
Νυμφεύτηκε τη Στυλιανή, αδελφή του Παπαδήμα κι απέκτησαν επτά παιδιά, το Γεώργιο (γεν. 21.10.1900), την Αγγελική (1904), το Χρήστο, τη Μεταξία (1908), τον Άγγελο (γεν. 1912), ένα αγόρι, τον Εμμανουήλ που πέθανε ολίγων μηνών το 1902 και μια κόρη, τη Φωτεινή στα 1910 που πέθανε ενάμισυ χρόνο αργότερα.
Από το Μάρτη του 1902 άφησε την πρωτεύουσα, επέστρεψε στον Πειραιά και την επόμενη χρονιά άνοιξε δικό του εμπορικό (ψιλικά), στο σπίτι του, στην οδό Φανοστράτους 7. Λίγα χρόνια μετά προσέθεσε και ένα βαφείο όπου έβαφε νήματα και τα συσκεύαζε σε ματσάκια.
Ο Χρήστος Πανάγος τελείωσε το Σχολαρχείο της περιοχής του και στη συνέχεια φοίτησε στην Εμπορική και Λογιστική Σχολή του Παναγιωτόπουλου που είχε ιδρυθεί το 1904. Ο ιδιοκτήτης της έγινε αργότερα καθηγητής στην ΑΣΟΕΕ. Η Σχολή βρισκόταν στη γωνία των οδών Νοταρά 68 και Γεωργίου Α΄. Αποφοίτησε το 1927. Ήδη από το 1922 τον είχε βάλει ο πατέρας του υπάλληλο στη Χρωματουργεία Πειραιώς (ΧΡΩΠΕΙ) του Σπήλιου Α. Οικονομίδη & ΣΙΑ και μετά σε κατάστημα ειδών κιγκαλερίας στην Καποδιστρίου και Ναυαρίνου [του Παπαλαμπρόπουλου]. Στα 1926 εργάστηκε στο χημείο της ΧΡΩΠΕΙ, όπου έμαθε «τα μυστικά των χρωμάτων». Παράλληλα έκανε μαθήματα γαλλικής γλώσσας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με καθηγητή τον
Andre Mirabel και πήρε το πτυχίο στα 1926. Την ίδια περίοδο γράφτηκε στο Ωδείο Πειραιώς, στη Σχολή Θεάτρου. Δασκάλα είχε την Κανελλοπούλου, μια γυναίκα που του έμαθε υποκριτική και απαγγελία που του φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα στη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Είχε μάλιστα συμμετάσχει σε μια παράσταση του Ιππόλυτου στο Ηρώδειο σα μέλος του χορού. Από το Νοέμβρη του 1926 έως το Φεβρουάριο 1928 υπηρέτησε τη θητεία του στο Α΄ Πεζικό Σύνταγμα Αθηνών με απόσπαση στη Στρατιωτική Αποστολή λόγω της γνώσης του των γαλλικών. Το 1929 έλαβε το πτυχείο της ΑΣΟΕΕ.
Μετά το θάνατο του πατέρα τους (12 Οκτωβρίου 1929, η μητέρα του είχε φύγει από το 1921) άνοιξαν στα 1930 με υπεύθυνο τον πρωτότοκο Γεώργιο το μεγάλο εμπορικό κατάστημα δίπλα στο γνωστό παλιό γαλακτοπωλείο ΟΛΥΜΠΟΣ των αδελφών Κωνσταντέλου (Σωκράτους ή Βασιλέως Κωνσταντίνου 37 όπου σήμερα το
Metropolis στον αριθμό Ηρώων Πολυτεχνείου 24).
«Ήταν μια αρκετά ριψοκίνδυνη πρωτοβουλία να βρεθώ από το συνοικιακό κατάστημα της οδού Φανοστράτους (με διαρρυθμίσεις και προεκτάσεις το διατήρησαν για πολλά ακόμα χρόνια σαν υποκατάστημα και εργαστήριο) στην κεντρικότερη πλατεία του Πειραιά». Το κατάστημα των Αδελφών Πανάγου μεταφέρθηκε το 1932 απένταντι στη Βασιλέως Κωνσταντίνου 42, στο παλιό διώροφο κτήριο που κατεδαφίστηκε στα 1958 και ανεγέρθηκε η πολυκατοικία (1961) που σήμερα εδρεύει ηΑστυνομική Διεύθυνση Πειραιά. Το διάστημα 1958 - 1961 στεγάστηκε στη Βασιλέως Κωνσταντίνου 31. Διέθετε μαλλιά και βαμβακερά νήματα, βαφές υφασμάτων, κλωστές, κουμπιά κι όλα τα είδη κεντητικής και πλεκτικής.
Ο Γιάννης Σωτηρίου, γνωστός επίσης έμπορος, υπήρξε υπάλληλός τους από το 1932 μέχρι το 1944.
Πεζοπόρος και φυσιολάτρης καθώς ήταν ο Χρήστος Πανάγος, εκλέχτηκε στα 1932 πρώτος πρόεδρος του Ψυχαγωγικού Ομίλου Πειραιώς «ο Αττικός» ενώ δεν έχανε ευκαιρία για ταξίδια στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία για παρακολούθηση μαθημάτων οικονομικής φύσεως (1932 - 34).
Από μικρός διάβαζε ξένο τύπο κι ενημερωνόταν έγκαιρα για τις διεθνείς εξελίξεις, έτσι έκανε τα πρώτα δημοσιογραφικά του βήματα στην καθημερινή τετρασέλιδη εφημερίδα του Πειραιά «Σφαίρα». Κατόπιν κείμενά του φιλοξενήθηκαν σε πολλά έντυπα, όπως: Οικονομικός Ταχυδρόμος, Οδηγός της Προόδου, Οικονομολόγος Αθηνών, Οικονομικός Χρόνος, Νέα Πολιτική, Πειραϊκά Χρονικά, Φωνή του Πειραιώς, Κέρδος, Πανεμπορική, Πορεία, Νέοι Καιροί, Κοινωνική και Οικονομική Αναγέννηση, Μακεδονία, Ημερησία, Πολιτικά Θέματα, Καθημερινή,
Messager dAthènes κ.ά.  
Στα 1938 εξέδωσε και διηύθυνε το περίφημο περιοδικό ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ, από τα πρώτα στο είδος του στον τομέα της λαϊκής τέχνης του κεντήματος, που εξακολούθησε να κυκλοφορεί και μετά τον πόλεμο με πολλές συνεργασίες. Έκλεισε στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Αγαπητός φίλος των νεανικών του χρόνων ήταν ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας (1879 - 1932). Ήταν γαλήνιος, γλυκομίλητος κι αγαθός άνθρωπος που έμενε σ’ ένα φτωχόσπιτο στην πλατεία Φρεαττύδος. Τον συναντούσε σ’ ένα καφενείο όπου κάθονταν κάτω από ένα γέρικο δένδρο και συζητούσαν επί ώρες. Φίλος του ήταν και ο ποιητής Φοίβος Δέλφης (Γιώργος Κανέλλος, 1909 - 1988).
Βασικοί του «δάσκαλοι» στο χώρο της επαγγελματικής του πορείας ήταν ο Γεώργιος Στρίγγος (έγινε πρόεδρος του Ε.Β.Ε. Πειραιά) και ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος (έγινε πρόεδρος του Ε.Β.Ε. Αθηνών). Τα γραφεία του Στρίγγου ήταν στον 8ο όροφο του Μεγάρου Σπυράκη (Φίλωνος - Γεωργίου - Νοταρά), πολύ κοντά δηλαδή στη Σχολή Παναγιωτόπουλου.
Από τότε τον θαύμαζε, έγιναν φίλοι και πήγαινε συχνά στο σπίτι του, ένα υπέροχο αρχοντικό στο Πασαλιμάνι που σώζεται μέχρι τις μέρες μας και στεγάζει το Γαλλικό Ινστιτούτο. Εκεί ο Στρίγγος είχε συγκεντρώσει θαυμάσιες καλλιτεχνικές συλλογές ενώ το επισκέπτονταν εστεμμένοι, πρωθυπουργοί, υπουργοί, κρατικοί υπάλληλοι και επιχειρηματίες.
Συνέχεια στο επόμενο φύλλο.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 1998, σελ. 15. Μεταφορά εδώ με ελάχιστες επεμβάσεις, 27 Δεκεμβρίου 2011.   

  

Συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο.
Πολύ γρήγορα οι δραστηριότητες των Αδελφών Πανάγου επεξετάθηκαν ανοίγοντας υποκαταστήματα στην Πάτρα (1935, πλατεία Αγίου Γεωργίου), στην Αθήνα (οδός Ευαγγελιστρίας 24 το 1937 και 31 το 1941 –  είχε δοθεί το όνομα αντίστοιχα ΕΡΓΟΧΕΙΡΟΝ και Η ΡΟΚΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΓΩΣ;), στη Θεσσαλονίκη (1938).
Το εργαστήριο μετάξης μετέφεραν στα 1939 από τη Φανοστράτους 9 στην Τσαμαδού 53 στον Πειραιά. Το βαφείο έμεινε πίσω στο πατρικό τους. Τα μηχανήματα μετέφεραν πολύ σύντομα και λειτουργούσαν σε παράπλευρο υπόγειο του καταστήματος υφασμάτων Πρίνου επί της Ηρώων Πολυτεχνείου.
Υιοθετώντας πρώτοι το θεσμό του
Franchise (παραχώρηση αποκλειστικής αντιπροσωπίας των προϊόντων) δημιούργησαν ένα δίκτυο αυτόνομων εμπορικών με την ονομασία ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ κι έτσι τα είδη τους πωλούνταν σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις.
Από τις πρώτες μέρες του πολέμου ο Χρήστος Πανάγος επιστρατεύτηκε ως διαχειριστής με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού κι αποστρατεύτηκε τον Απρίλη του ’41. Παρά την οικονομική δυσπραγία το κατάστημα του Πειραιά είχε αρκετή κίνηση, αφού ο κόσμος αγόραζε μαλλιά για πλέξιμο και βαφές για υφάσματα. Στις 11 Ιανουαρίου 1944 «το μέγα κατάστημα μαλλίνων νημάτων και βαφών Πανάγου δεν υπάρχει πλέον. Μια βόμβα η οποία είχε σχηματίσει τεράστιον λάκκον το κατέστρεψε τελείως. Το εμπορικόν αυτό κατάστημα με τας θαυμασίας βιτρίνας του έχει μεταβληθεί εις σωρόν ερειπίων» [Ελεύθερον Βήμα, 14.1.1944].
Παρ’ ότι τα εμπορεύματα έγιναν στάκτη, το κατάστημα λειτούργησε πολύ σύντομα. Ενοικιάστηκε μάλιστα και ο διπλανός χώρος (η γωνία Ηρ. Πολυτεχνείου και Αγ. Κωνσταντίνου 9, όπου ήταν η
Siemens τώρα το Everest). Από την αρχή του πολέμου (Απρίλης 1941), ο Χ. Πανάγος άφησε τον Πειραιά κι εγκαταστάθηκε στο Ψυχικό.
Στα επόμενα χρόνια (1947) αγόρασαν ένα βουστάσιο (του Γεώργαλου) 15 περίπου στρεμμάτων στο Χολαργό (5η στάση) κι έφτιαξαν ένα σύγχρονο εργοστάσιο μαλλίνων νημάτων, μεταξωτών κλωστών, βαφείο κι αποθήκες. Με την ανοικοδόμηση του Χολαργού αναγκάστηκαν να το κλείσουν.
Ακόμα ο Χρήστος Πανάγος ίδρυσε στα τέλη του 1974 ανώνυμο εταιρεία, αγόρασε ένα οικόπεδο δέκα στρεμμάτων στο Μαρκόπουλο κι  άνοιξε ένα εργοστάσιο συσκευασίας νημάτων (εριοκλωστήριο) όμως με ζημία λόγω φθαρμένων μηχανημάτων, κακής ποιότητος προϊόντων και μικρής παραγωγικότητας.
Από το 1979 άρχισαν να εμφανίζονται τα προβλήματα, και να αυξάνονται τα διάφορα χρέη κυρίως λόγω του ότι η πελατεία μειώθηκε και στράφηκε στα έτοιμα κεντήματα και πλεκτά. Τις ζημίες του εργοστασίου του Μαρκόπουλου πλήρωνε η Α.Β.Ε.Ν.Υ... Μετά από διάφορα γεγονότα, το 1981 ο Χ. Πανάγος μαζι με άλλους πούλησε τις μετοχές του στον Ελευθέριο Μουζάκη κατά 57%.
Τη περίοδο της ακμής τους το αγοραστικό κοινό είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται τα περίφημα μαλλιά και μετάξια ΕΛΕΦΑΝΤΟΣ, εταμίν, καμβάδες απλούς και σταμπωτούς, νήματα
STOP, μαλλιά για κουβέρτες, για χαλιά, υφάσματα, πλεκτά, κουμπιά, μπιζού, ψάθες, τσάντες, κ.ά. Γενικά η όλη επιχείρηση επέφερε σημαντικά κέρδη στην οικογένεια και κοινωνική επιφάνεια.   
Στα 1947 εκλέχτηκε στο Δ.Σ. του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών και μαζί με τον Ε. Χαρίλαο επανίδρυσαν την Ελληνική Επιτροπή του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ήταν Γενικός Γραμματέας) και  διηύθυνε το μηνιαίο δελτίο «ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ». 
Το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς νυμφεύτηκε τη γαλλίδα ζωγράφο
Paulette Dubaquier (γεν. 1910). Είχαν γνωριστεί το 1933 σε πλοίο που πήγαινε από την Κωνσταντινούπολη μέσω Πειραιά στη Μασσαλία. [Στο πλοίο της εταιρείας Πακέ ήταν καθισμένη και διάβαζε το βιβλίο «ο Βερλέν όπως υπήρξε»] 
Μέρος του αξιόλογου έργου της παρουσιάστηκε σε τρία βιβλία,
Images  inspirées des poètes  néo-grecs (εκδόσεις 1945 και 1997), Tziganes d' Attique (εκδόσεις 1947 και 1997) και Ces Tziganes qui disparaissent (1992).
Το 1949 έγινε διδάκτωρ της ΑΣΟΕΕ με βαθμό άριστα, καθώς διακρίθηκε για τη μελέτη - διατριβή του με θέμα τον Πειραιά, μια εργασία που έμεινε κλασική στην Πειραϊκή Βιβλιογραφία.
Κάποια στιγμή (Απρίλιος 1969) τα τρία αδέλφια συμφώνησαν να χωρίσουν τα μαγαζιά τους, ο Γεώργιος πήρε αυτό της Ηρώων Πολυτεχνείου 37 και της Πάτρας. Ο Θεόδωρος Αγγέλου Πανάγος κράτησε τα δύο της Αθήνας, δηλαδή της οδού Βουλής 18, της Ευαγγελιστρίας 24 (ΠΑΝΧΡΩΜ, είχε κλείσει το 1968 και μεταφέρθηκε Κλειτίου 8). Άνοιξε κι άλλο στο Βόλο. Τέλος ο Χρήστος Πανάγος πήρε το μεγαλύτερο, της Ευαγγελιστρίας 31. Στα τέλη του 1974 ο γιός του Αγγέλου, ο Θεόδωρος Πανάγος, άνοιξε με τους Χρήστο Πανάγο, Μιχαήλ Βιτσαρά και Ελένη Αθανασιάδου άλλο κατάστημα στον Πειραιά, στη Γεωργίου και Κολοκοτρώνη (όπου ο Τραμπακόπουλος). Σήμερα έχουν κλείσει όλα.
Το 1953; εκλέχτηκε για πρώτη φορά σύμβουλος του Ε.Β.Ε. Αθηνών κι από τότε χρημάτισε μια φορά Γενικός Γραμματέας (2 χρόνια και 10 μήνες), τρεις φορές Αντιπρόεδρος (1959, για 5 χρόνια) και πέντε φορές Πρόεδρος (1965, 1971, 1976 επί 9 χρόνια και 6 μήνες) μέχρι την παραίτησή του τον Ιούλιο του 1978.
Από τις 13.4.1981 διατηρεί τον τίτλο του Επίτιμου Προέδρου του ΕΒΕΑ.
Έλαβε μέρος σε δεκάδες συνέδρια, οργάνωσε πολλά απ’ αυτά, εργάστηκε δραστήρια για την ανόρθωση των Ελληνικών Επιμελητηρίων, τον εκσυγχρονισμό τους, ίδρυσε Γραφείο  Ελληνικών Επιμελητηρίων στις Βρυξέλλες και επί προεδρίας του εγκαινιάστηκε (1.11.1976) το νέο κτήριο του ΕΒΕΑ στην οδό Ακαδημίας.
Έχει τιμηθεί με το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής (1963), με τον Ελληνικό Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Φοίνικος (1964), τον Γερμανικό Μεγαλόσταυρο Εξαιρέτων Υπηρεσιών (1966) καθώς και με άλλα διπλώματα και μετάλλια.
Πολυγραφότατος, εκτός απ’ τις αμέτρητες συνεντεύξεις και τα δημοσιεύματα σ’ εφημερίδες και περιοδικά έχει εκδόσει και τα παρακάτω βιβλία:
Εμπορικά και βιομηχανικά προβλήματα 1945,
Εισαγωγικό εμπόριο και ανασυγκρότηση 1946, 
L’économie grecque et la commerce dimportation 1946,
Ο Πειραιεύς, οικονομική και ιστορική έρευνα, εκδόσεις Άλφα, Ι. Μ. Σκαζίκη 1949, επανέκδοση στα γαλλικά το 1968 και με εικονογράφηση το 1995 από
to EBEΠ, πάλι στα γαλλικά το 1997 τις εκδόσεις Kauffmann, 
Le développement économique de la Grèce 1949,
Τα παγκόσμια οικονομικά προβλήματα και το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο 1953, Αι παραγωγικαί τάξεις, τα προβλήματά των και το Δ.Ε.Ε. 1956,
Προβλήματα τοποθετήσεως βιομηχανικών προϊόντων εις το εξωτερικόν 1958,
Τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια 1959 και 1977,
Αι ιδιωτικαί επιχειρήσεις και η ΕΟΚ 1960,
Οι δυνατότητες ανάπτυξης των γαλλοελληνικών οικονομικών σχέσεων 1961,
Η ΕΟΚ και ο Έλληνας επιχειρηματίας 1962,
Problèmes de distribution dans le cadre du   marché commun 1965,
Ο επιχειρηματίας σε κρίση 1992,
30 χρόνια επιμελητηριακής δράσεως 1950-1980 το 1994,
Το ημερολόγιο ενός Πειραιώτη μεγαλοεπιχειρηματία του 5ου π.Χ. αιώνα, έκδοση Εστίας 1994 και ΕΒΕΑ 1995, στα γαλλικά το 1998,
Κουβεντιάζοντας με το Θεμιστοκλή, Εστία 1996,
Η οδός Αιόλου, αυτοέκδοση 1998,
Η πορεία της οικονομίας μας (παλιές προτάσεις σε νέους ρυθμούς), έκδοση ΕΒΕΑ 1998.  

Πρώτη δημοσίευση: Εφημεριδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 1998, σελ. 15. Μεταφορά εδώ με πολλές συμπληρώσεις από σημειώσεις μου της εποχής εκείνης, 30 Δεκεμβρίου 2011.



ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ.
Την Παρασκευή 29 Μαΐου 1998 μετά από διαμεσολάβηση του Ηλία Ηλιόπουλου του ΕΒΕΑ, συναντήθηκα με το Χρήστο Πανάγο στην οικία του της οδού Πινδάρου 16 - 20, Αθήνα, παρουσία του φιλόλογου ιστορικού Χρήστου    Γ. Ανδρεάδη. 
 Ήταν η αρχή της επικοινωνίας μας που συνεχίστηκε για καιρό μέχρι να ολοκληρώσω το βιογραφικό του σημείωμα.  Έμαθα και κράτησα πολλά από αυτόν.   
 
 Έτος ίδρυσης της εταιρείας θεωρείται το 1898. Από τον Οκτώβριο του 1935 έως τον Απρίλη του 1941 έμενε σε τρία δωμάτια στον 1ο όροφο του Μέγαρου Κατσίνη.
Στα τέλη του 1947 συστάθηκε η εταιρεία Αφοί Πανάγου κα στα 1950 η νέα Αφοί Πανάγου Α.Β.Ε.Ν.Υ. δηλαδή Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Νημάτων και Υφασμάτων. Το ίδιο και το 1955. Το 1966 ο Μουζάκης αγόρασε τα μετάξια ΕΛΕΦΑΝΤΟΣ λόγω ανταγωνισμού..
Το 1968 άνοιξε στη Βουλής 18 η
BOUTIQUΕ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟΝ στο όνομα Θεόδωρος Αγγέλου Πανάγος και Ελένη Αθανασιάδου.
Γραφεία και πρατήριο στην Αγίας Φιλοθέης 17, από Ιανουάριο του 1970.
Δεκέμβριος 1969: εγκαίνια στη Νίκαια (οδός Τσαλδάρη) του καταστήματος ΕΡΓΟΧΕΙΡΟΝ  Άγγελος Πανάγος, Σταύρος Βαρβέρης, Άννα Διαμάντη. 
Στα 1940 ίδρυσε την εταιρεία
«Εργόχειρο 31 ΕΠΕ» για να πουλάει λιανικώς τα παραγόμενα από τη μητρική εταιρεία προϊόντα. Την εταιρεία τη μεταβίβασε το 1987 στην οικογένεια Γιαμαλίδη.
Η κηδεία του Χρήστου Πανάγου έγινε την Τρίτη 15.5.2001 από το ναό των Αγίων Θεοδώρων.   


Ένας Πειραιώτης θυμάται. Χρήστος Θ. Πανάγος.

                                                                                                  Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

 
Οι προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που καταστάλαξαν στη μνήμη τους εμπειρίες - οικογενειακές, κοινωνικές, επαγγελματικές - της εποχής της νεότητας και της ωρίμανσής τους, καταγραμμένες με τον τύπο των συνεντεύξεων αποτελούν σήμερα πολύτιμα τεκμήρια που ενισχύουν και συμπληρώνουν την τοπική ιστορία. Οι πληροφορίες, αν και ελεγκτέες στις λεπτομέρειές τους (δικαιολογημένα, μερικές αναφορές θα είναι συγκεχυμένες και πολλές φορές λανθασμένες), σε φέρνουν κοντά σε πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος ιδωμένα από την ατομική υποκειμενική πλευρά, με την καθημερινή «ανεπίσημη» επαφή των συγγενών, των φίλων, των γειτόνων, των συνεργατών και πολιτών μεταξύ τους.   
Τέλη του 1999 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Χρήστος Πανάγος, ένας Πειραιώτης θυμάται». Στις σελίδες του, ο κ. Πανάγος αφηγείται στην Ευαγγελία (Λίτσα) Μπαφούνη - είναι ιστορικός, εργάζεται στο Ιστορικό Αρχείο του Δήμου μας [είναι ήδη στα 2013 διευθύντρια της Διεύθυνσης Πολιτισμού του Δήμου Πειραιά]- και εκείνη παρουσιάζει σε πρώτο ενικό πρόσωπο τη δημιουργία της οικογενείας του από το Θεόδωρο Γ. Πανάγο και την ίδρυση του ομώνυμου βαφείου νημάτων, μαλλιών, άλλων χρωμάτων, ψιλικών κ.ά. που αργότερα εξελίχθηκε σε αλυσίδα καταστημάτων με πλεκτά, μαλλιά, κλωστές, κεντήματα και τα συναφή.
Ο Χρήστος Πανάγος (γεν. 1906) μας διηγείται τον ερχομό του πατέρα του στον Πειραιά από το χωριό Πραγματευτή Αρκαδίας στα 1883, την πρώτη του εργασία στα υφάσματα των θείων του Γ. και Α. Πετούση            (Δ. Γούναρη και Λυκούργου), τη βραχύβια λειτουργία του καταστήματος της οδού Ερμού (1898-1902). Ο γάμος του με τη Στυλιανή Παπαδήμα έφερε στη ζωή επτά παιδιά από τα οποία επέζησαν τα πέντε. Ο Χρήστος ήταν το τέταρτο στη σειρά. Στο σπίτι τους στην οδό Φανοστράτους (τώρα Σπυρίδωνος Λάμπρου) 7 στον Άγιο Βασίλειο άνοιξαν ένα συνοικιακό ψιλικατζίδικο στο οποίο γρήγορα πρόσθεσαν και βαφές νημάτων, αυγών, μελάνια  γραφής.
Μετά το θάνατο του πατέρα τους στα 1929, ετοίμασαν το κατάστημα της οδού Σωκράτους 37 (τώρα Ηρώων Πολυτεχνείου) που σύντομα μεταφέρθηκε απέναντι, στο 42, στο χώρο που στις μέρες μας βρίσκεται η Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά. Μνεία γίνεται επίσης για το εργαστήριο της Φανοστράτους 9 και το εργοστάσιο του Χολαργού.
Μέσα από τα παραπάνω ξανάρχονται στο νου του οι κόποι για την ανάπτυξη του μαγαζιού τους, οι περίπατοι στην Ξαβερίου, οι παραστάσεις στο θέατρο Διονυσιάδη (Πασαλιμάνι). Τη Σαχτούρη ανέβαινε το τραμ 17 ερχόμενο από το  Νέο Φάληρο μέσω της Σωκράτους. Η Πειραϊκή ήταν άδεια, για μπάνιο πήγαινε στου Κράκαρη (πλαζ Φρεαττύδας). Φοίτησε στην Εμπορική και Λογιστική Σχολή Παναγιωτόπουλου.
Στα επαγγελματικά του, λέει ότι στην αρχή έπαιρναν έτοιμα νήματα σε κουβάρια και αυτοί τα πούλαγαν αφού τα συσκεύαζαν σε ματσάκια. Ειδικότητά τους έγιναν οι βαφές των υφασμάτων και τα μεταξωτά νήματα ΕΛΕΦΑΝΤΟΣ, «τα μόνα που δεν ξεβάφουν».  
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Παπαλαμπρόπουλο (Τράπεζα Ιδιοκτησίας Πειραιώς;) στο Γεώργιο Στρίγκο ενώ κατονομάζει κάποιους εργοστασιάρχες, στη ΧΡΩΠΕΙ, τα ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ, τον Ρετσίνα.
Στα 1949 εκδόθηκε το βιβλίο που τον καταξίωσε, «Ο Πειραιεύς, οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας», εκδόσεις Άλφα, Ι.Μ. Σκαζίκη.
Σε ταξίδι του προς τη Γαλλία γνώρισε στο πλοίο τη μετέπειτα σύζυγό του, ζωγράφο
Paulette Dubaquier (γεν. 1910).
Το Φάληρο της καλής εποχής με το ξενοδοχείο του Ρούσου, το Ακταίον, τα λουτρά, την ταραντέλα, το θεατράκι θυμάται ο Χρήστος Πανάγος νοσταλγικά, όπως τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και το ποδηλατοδρόμιο. «Σκέφτομαι μερικές φορές ότι είχα μια μοναδική τύχη που έχουν ελάχιστοι άνθρωποι. Να ζήσω έναν αιώνα από την αρχή ως το τέλος του» (σελ. 62) και βυθίζεται πάλι στις αναμνήσεις, στα παλιά εμπορικά, στο ξενοδοχείο Κοντινεντάλ (Ακτή Καλλιμασιώτη και Γούναρη, κατεδαφισμένο), στο καφενείο - χρηματιστήριο της Δ. Γούναρη, στην Τρούμπα, στους πρόσφυγες...
«Την τελευταία φορά που κατέβηκα στον Πειραιά, πριν τρία - τέσσερα χρόνια, αισθάνθηκα ότι ο Πειραιάς δεν ήταν εκείνο που ήξερα, που έζησα από παιδί» (σ. 70). Οι μαρτυρίες του κ. Πανάγου τελειώνουν στην Πειραϊκή κι αναρωτιέται τι να έγινε το εκκλησάκι της Παναγίας που πηγαίνανε παιδιά... Εννοεί το Ρόδον το Αμάραντον, τον παλιό μικρό ναό.
Βιογραφία του έχω δημοσιεύσει σε δυο συνέχειες παλαιότερα στην «Πειραϊκή Πολιτεία», φύλλα 216, 217, 22 και 29 Οκτωβρίου 1998.
Το βιβλίο έβγαλε το Ινστιτούτο Μελέτης της Τοπικής Ιστορίας και της Ιστορίας των Επιχειρήσεων (Ι.Μ.Τ.Ι.Ι.Ε.) που ιδρύθηκε στα 1998 και στεγάζεται στα Καμίνια. 
Το βιογραφικό σημείωμα της σελ. 75, συμπληρώνει απλά την υπόλοιπη επαγγελματική σταδιοδρομία του κ. Πανάγου όπως την ξέρουμε από τα οπισθόφυλλα των βιβλίων που κυκλοφόρησε ο ίδιος.
Το συγγραφικό του έργο (σελ. 77 - 78) σταματάει κακώς στα 1994, αφού μετά «Το Ημερολόγιο ενός Πειραιώτη Επιχειρηματία του 5ου π. Χ. αιώνα» εξέδωσε το «Κουβεντιάζοντας με το Θεμιστοκλή», 1996, «Η οδός Αιόλου», 1998 και «Η πορεία της οικονομίας μας», 1998.
Όλες οι μονές, δεξιές σελίδες είναι εικονογραφημένες με επιστολικά δελτάρια, οικογενειακές φωτογραφίες κι άλλες σχετικές με τις εμπορικές δραστηριότητες της επιχείρησης. Τα κείμενα δεν εξαντλούν την ιστορία της εταιρείας, ούτε περιγράφουν το τέλος της. Δεν αναφέρεται στο περιοδικό ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ που άφησε εποχή. Σήμερα ακόμα, απόηχος του
franchising με τον τίτλο ΠΑΝΑΓΟΣ, είδα να υπάρχει σε κατάστημα με ανάλογα είδη στο Ηράκλειο Κρήτης, στην πλατεία του παλιού Αγίου Μηνά. [Από καιρό δεν υφίσταται πλέον στα 2012]
Η οικογένεια Τόγια δε φαίνεται να είχε πλοίο ΥΔΡΑ (ήταν του Λεούση;).
Το «Τόγιας» όμως πήγαινε Λεωνίδιο στη δεκαετία του ’20, όπως και το «Κεραυνός» του Βουρίκη (σελ. 16).
[Ο Ιωάννης Παπαλαμπρόπουλος στη σελ.  40, καταγράφεται ως μέλος της Τραπέζης Ιδιοκτησίας Πειραιώς με έδρα την Τσαμαδού 24, πρόεδρος ο Διονύσιος Πετρόχειλος. Επίσης ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τραπέζης των Εμπόρων της Ελλάδος, κατάστημα Πειραιώς, Λεωφόρος Μιαούλη 40]
Το «Μέγαρον Σωτήρη Κασσίμη» που αναφέρει ο Μέγας Οδηγός Πειραιώς του 1928 στην Καραΐσκου 112 λεγόταν σωστά Κατσίνη αφού και σήμερα βλέπεται η επιγραφή
«Μέγαρον Γ.Σ.Κατσίνη» στην Καραΐσκου 115 και Βασ. Γεωργίου (όπου πριν το
GLOU [τώρα  το Pizzoteca], η κρεπερί - καφέ Θέατρον και η σχολή χορού  Freds, σελ. 42).
Η σειρά των εκδόσεων αριθ. 3, Προφορικές Μαρτυρίες, είναι πολύ καλή ιδέα του Ι.Μ.Τ.Ι.Ι.Ε., ελπίζουμε δε να μας δώσει κι άλλες αξιόλογες επιχειρηματικές παρουσίες.  


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2000, σελ. 17. Μεταφορά εδώ ελαφρά συμπληρωμένη με αρχειακό υλικό, 26 Αυγούστου 2012. 
 
             

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Δύο πειραϊκές αναφορές σε Αγγλοσαξονικά επιτύμβια.



                                                                                              Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.

Οποιαδήποτε νέα πληροφορία που συναντάμε για την ανθρώπινη - έστω και περαστική - παρουσία στον πειραϊκό χώρο στα προεπαναστατικά χρόνια, μας δίνει την ευκαιρία, αφού ανατρέξουμε για τεκμηρίωση σε κάθε είδους ιστορικές πηγές, να αναπαραστήσουμε σε λιγότερο ή περισσότερο βαθμό, τη γεωπολιτική ατμόσφαιρα της συγκεκριμένης εποχής, να φανταστούμε τις συνθήκες ζωής αλλά και το θάνατο που αναπόφευκτα τερματίζει την πορεία του καθενός.
Διαβάζοντας κάποιο άγνωστο ονοματεπώνυμο που ο γραπτός λόγος διατήρησε σε έκταση μίας αράδας γραμμάτων σ’ ένα βιβλίο, ένα έγγραφο, μιά ταφόπλακα παραδεχόμαστε (εκτός από τη σκέψη για τη ματαιότητα των πάντων) ότι η περίοδος της Τουρκοκρατίας προσφέρει ένα δυνατό και συνάμα γοητευτικό πεδίο έρευνας.
Μέχρι τα χρόνια της απελευθέρωσης οι Άγγλοι και οι άλλοι Δυτικοί που συνέβαινε ν’ αφήσουν την τελευταία πνοή τους στην Αθήνα ενταφιάζονταν στο «Νεκροταφείο των Ξένων» στο Θησείο, όπου είχε από αιώνες μετατραπεί σε χριστιανικό ναό του Αγίου Γεωργίου του Ακαμάτη. Νεκροταφεία άλλων δογμάτων υπήρχαν διάσπαρτα στο Ολυμπιείο, στην Καλλιρρόη, στον Άγιο Λάζαρο, στη Γούβα και γενικά γύρω από τον Ιλισσό ποταμό.
Στα 1835 ο Bracebridge, ένας διαπρεπής Άγγλος κάτοικος της Αθήνας αγόρασε έδαφος στον Ιλισσό ώστε να εγκατασταθεί το λεγόμενο «Νεκροταφείον των Διαμαρτυρομένων» για λογαριασμό των ευρωπαϊκών προτεσταντικών κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας, Δανίας, Πρωσίας, Ολλανδίας, Βαυαρίας και Σουηδίας οι οποίες συνεισέφεραν στα έξοδα αγοράς και στην περίφραξη με τοίχο αποζημιώνοντάς τον.
Στα 1836 τον βρίσκουμε να γράφει «μόλις αγοράσαμε το οικόπεδο για το προτεσταντικό παρεκκλήσι…Το κοιμητήριο έχει πρόσφατα ολοκληρωθεί και φυτευτεί». Το επόμενο έτος έγιναν οι ενέργειες από ειδική επιτροπή για το χτίσιμο της Προτεσταντικής Βρετανικής Εκκλησίας, της σημερινής Αγγλικανικής εκκλησίας του Αγίου Παύλου μεταξύ των οδών Σιμωνίδου - Φιλελλήνων 27 και Λ. Αμαλίας.
Τη Δευτέρα του Πάσχα του 1838 ο Sir Edmund Lyons, υπουργός, έθεσε το θεμέλιο λίθο της ανέγερσής της σε απλό αγγλογοτθικό σχέδιο. Βοηθήθηκε από τον John Green, βρετανό πρόξενο στον Πειραιά, αφού μέχρι το 1921 δεν υπήρχε προξενείο στην Αθήνα, η υπηρεσία έδρευε στην πόλη μας. [Από το 1841 λειτουργούσε στον Πειραιά Εμπορική Τράπεζα με βρετανικά κεφάλαια, η Commercial Bank, με διευθυντή τον τότε πρόξενο της Αγγλίας John Green, που χρηματοδοτούσε το πειραϊκό εμπόριο, παράλληλα με την Εθνική Τράπεζα… Γ. Χατζημανωλάκης, Το χρονικό μιάς πολιτείας, 2005, σ. 52, σημείωση]
Η θέση του κοιμητηρίου μετά την ανάπτυξη της πρωτεύουσας και τη σύνταξη του σχεδίου πόλης δημιούργησε προβλήματα. Οριστικά έκλεισε το 1914 και μεταφέρθηκε στον τομέα των Προτεσταντών του Α΄ Νεκροταφείου.
Εκτεινόταν στο τμήμα του κήπου του Ζαππείου, ακριβώς δίπλα στο «Εθνικόν Γυμναστήριον Αθηνών ο Ιωάννης Φωκιανός» στη Β. Όλγας και Ηρώδου Αττικού, απέναντι από το Καλλιμάρμαρο.
Πρώτος εφημέριος του ναού χρημάτισε ο Henry Daniel Leeves (1837-1845), τώρα είναι ο Malcolm M. Bradshaw. Μέσα κι έξω από το κτίριο έχουν εντοιχιστεί διάφορα ταφικά μνημεία μεταξύ των οποίων δύο φαίνεται να παρουσιάζουν πειραϊκό ενδιαφέρον.  
Στον εξωτερικό τοίχο, δεξιά της εισόδου είχα προ καιρού εντοπίσει το μνημείο του Benjamin Gott που πέθανε στον Πειραιά το 1817 σε ηλικία 24 ετών.

BENJ GOTT ANGLUS
BENJ GOTT EBORACENSIS FILIUS
IN PIRAEO
PRIDIE KAIL. JUL. 1817
MORTUUS EST
JUS TRISTE INFERIARUM
HIC MARMORE ET TEMPLI HUJUS
SOLITUDINE DOMI LAORIMIS SUORUM
REDDITUR
VIXIT ANNOS XXIV
 
Στην πραγματικότητα είχε ταφεί στο παλαιό κοιμητήριο του Θησείου. [Σύμφωνα με ένα αγγλικό κείμενο του 1985: «Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι προτεσταντικοί τάφοι μετακινήθηκαν από εκεί στο κοιμητήριο του Ιλισσού, όπoυ σήμερα είναι το Athens Tennis Club. Αυτό μετά έκλεισε και τα σώματα μεταφέρθηκαν στο προτεσταντικό τμήμα του πρώτου κοιμητηρίου Αθηνών»]   
Η οικογένεια Gott, γνωστή στο Yorkshire, είχε ζητήσει στα 1926 πληροφορίες για τον τάφο του Βenjamin αλλά καθώς δεν κατόρθωσε να τον βρει έφτιαξε τη νεότερη αυτή ταφόπλακα. Ο Gott είχε κάνει ένα εξαντλητικό ταξίδι από την Κέρκυρα στην Κωνσταντινούπολη μέσα από την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Πρόλαβε βέβαια κι έστειλε στην Αγγλία τη συλλογή του με αρχαιότητες…
Benjamin Gott the younger, ο νεότερος, είχε το ίδιο ονοματεπώνυμο με του πατέρα του], γεν. 29.6.1793 στο Αrmley House, Leeds Yorkshire - πέθανε στις 30.6.1817, σε μοναστήρι στον Πειραιά (του Αγίου  Σπυρίδωνα) «Convent of the Piraeus, Athens».  Ήταν γιος του Benjamin Gott, 24.6.1762 - 14.2.1840, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της βιομηχανικής επανάστασης και της Rhodes Elisabeth, 17.10.1767 - 23.8.1857]
Τέταρτο από τα αριστερά της εισόδου εντός του ναού, είδα το παλαιότερο βρετανικό μνημείο στην Αθήνα ενδεχομένως φερμένο από το Θησείο. Η χάραξη, γράφεται ως εξής:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΙΝΓΛΕΖΟΥ ΧΑΙΡΕ
Here rests in hope of [the] resurrection the body
of Georges Stoakes born at Limehouse in
London who after nigh seaven years
apprenticeship in Athens unto Consul Lancelot
Hobson and learning the Italian Greeke and
Turkish languages dyed the sixth of August 1685
in the twenty fourth year of his age unto the
inexpressible grief of his said patron who hath
erected this monument out [of] true respect unto
the deceased’s memory. Adjacent lye the bodies
of  Captain Thomas Roberts commander of shipp
Recompence of Yarmouth who dyed at Porto
Leone the twelth of May 1685:
Also Captain William Fearn Commander of the 
Unity pink of Lond[on] who dyed at said port the
 twen[ty] sixth of July 1685:    
   
Και μεταφρασμένη από μένα στη νεοελληνική από τα τότε αγγλικά:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΙΝΓΛΕΖΟΥ ΧΑΙΡΕ/
Εδώ αναπαύεται με την ελπίδα της ανάστασης το σώμα/
 του Georges Stoakes που γεννήθηκε στο Limehouse στο/
Λονδίνο ο οποίος μετά από σχεδόν επτά χρόνια/
μαθητείας στην Αθήνα κοντά στον πρόξενο Lancelot/
Hobson και μαθαίνοντας την ιταλική ελληνική και/
τουρκική γλώσσα πέθανε την έκτη του Αυγούστου 1685/
στο εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του προς/
απερίγραπτη θλίψη του προαναφερόμενου προστάτη του ο οποίος/
ανόρθωσε αυτό το μνημείο από αληθινό σεβασμό προς/
τη μνήμη του αποθανόντος. Παραδίπλα κείτονται τα σώματα/
του Captain Thomas Roberts κυβερνήτη του πλοίου/ 
Recompence of Yarmouth που πέθανε στο Porto/
Leone τη δωδέκατη του Μαΐου 1685:/
Επίσης ο Captain William Fearn κυβερνήτης του/
Unity pink of Lond(on) που πέθανε στο ίδιο λιμάνι την/
εικοστή έκτη του Ιουλίου 1685:/

Η επιγραφή έχει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή δίνει μιά σπάνια μαρτυρία για έναν Άγγλο πρόξενο στην Αθήνα πριν από τον προαναφερόμενο στα 1838 Green, αλλά και καθώς μας αποκαλύπτει τη βρετανική εμπορική δραστηριότητα στα νερά του Πειραιά ένα χρόνο μετά την κήρυξη του Βενετοτουρκικού πολέμου (1684) και τρία πριν ο Μοροζίνι αρπάξει το μαρμάρινο λέοντα. Δηλαδή η ονομασία του λιμανιού σε Porto Leone είναι πολύ αξιόλογη αφού το λιοντάρι ήταν ακόμα στη θέση του..
Ο Hobson αναφέρεται και σε μιά επιστολή της Ανατολικής Εταιρείας (Levant Company) στα 1687.             Οι πρέσβεις που έδρευαν στην Πόλη διόριζαν στην Αθήνα επιφανείς Έλληνες τοπικούς παράγοντες ως πρόξενους. Ο Άγγλος πρέσβης Έλγιν τοποθέτησε στα 1802 το Νικόλαο Χωματιανό Λογοθέτη: ήταν άμισθος μέχρι το 1815. Στα 1816 τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Αλέξανδρος που μετά το ξεσηκωμό κατέφυγε στα Κύθηρα όπου και πέθανε.
Το 16ο αιώνα το ευρωπαϊκό εμπόριο με την Ανατολή ήταν κυρίως στα χέρια των Βενετών. Γύρω στα 1579 άρχισε η αγγλική διείσδυση. Το 1582 υπογράφτηκε πενταετής συνθήκη με το σουλτάνο Μουράτ και ιδρύθηκε «Η εταιρεία των εμπόρων της Ανατολής» πού αργότερα εξελίχθηκε σε μεγάλη οικονομική δύναμη.
Τα βενετικά - ιταλικά - γαλλικά - αγγλικά και ολλανδικά καράβια διέσχιζαν το Αιγαίο κι εκτός από τα εμπορεύματα μετέφεραν στα λιμάνια ταξιδιώτες, αρχαιολόγους, συγγραφείς, ζωγράφους, ποιητές, διπλωμάτες, στρατιωτικούς, κατασκόπους, ιερείς, φυγάδες και τυχοδιώκτες. Ο ανταγωνισμός για τα συμφέροντα κάθε κράτους ήταν χαρακτηριστικό δεδομένο των καιρών εκείνων.
Τα πλοία που έμπαιναν στον Πειραιά φόρτωναν τα προϊόντα της Αττικής, βελανίδια, (για τη βυρσοδεψία), λάδι, σαπούνι, αλάτι, τυρί, σιτάρι, μέλι, κερί, δέρματα, μαλλί, μετάξι κλπ ενώ για την αγορά και τις παραγγελίες των πλουσίων έφερναν πολυτελή σεντόνια, υφάσματα, καφέ, ρύζι, μεταξωτά, γυαλικά, έπιπλα, τυριά, σαρδέλες κ.ά.
Η διαδικασία των συναλλαγών με τις αρχές ήταν πολύπλοκη. Διάφορα τέλη, προξενικά δικαιώματα, φόροι, φιλοδωρήματα στους Τούρκους επίσημους, στο δραγουμάνο, στο βοεβόδα, στον καδή. Τίποτα δεν ήταν σταθερό κι όλα αποτελούσαν θέμα συμφωνίας και υποχωρήσεων. Να μην ξεχάσουμε και την πειρατεία. Πολλά ήταν τα φορτία που κλέβονταν ή κατάσχονταν από τους κουρσάρους ή τις αντίπαλες εθνότητες. Συχνά είχαμε δολοφονίες καπετάνιων και μελών του πληρώματος.
Βασικές αιτίες θανάτου σημειώνονται οι επιδημίες, χολέρα - πανώλης - ελονοσία - κακοήθης πυρετός, τα αιφνίδια παθολογικά επεισόδια, καρδιολογικά και εγκεφαλικά, οι κακουχίες του ταξιδιού και άλλες «ενδημικές στην περιοχή αρρώστιες που έπλητταν ευκολότερα τους μη εξοικειωμένους με το περιβάλλον ξένους», σύμφωνα με τη Λίζα Μιχελή.
Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1675 ο Γάλλος Guillet (αλλά παραπέμπει στο 1668) γράφει περίπου «Το μόνο που βλέπει κανείς σήμερα στον Πειραιά είναι ένα ωραιότατο μαρμάρινο λιοντάρι.. υπάρχει ακόμα ένα καραβάν-σεράι, αλλά όχι σαν εκείνα που βλέπεις στην Τουρκία όπου χρησιμεύουν για ξενοδοχεία των ξένων.. του Πειραιά είναι μια άθλια  αποθήκη όπου τοποθετούνται τα εμπορεύματα που εκφορτώνονται από τα καράβια σε περίπτωση βροχής ή όσα μεταφέρονται από την Αθήνα για εξαγωγή».  Όσοι δεν έβρισκαν κατάλυμα έμεναν σε σκηνές…
Τριγύρω δεν υπήρχαν σπίτια, αν και στο δρόμο προς την Αθήνα έβλεπες πολλές ωραίες αγροικίες μέσα στα αμπέλια, τις ελιές και τα μποστάνια.
Το παραπάνω επιτύμβιο που διαβάσαμε διαιωνίζει πλέον τους τίτλους δύο πλοίων που αγκυροβόλησαν κάποτε στο άδειο - φυσικό κεντρικό λιμάνι του Πειραιά και τα ονόματα των καπετάνιων τους που έτυχε να πεθάνουν εκεί ή που πεθαίνοντας στο πέλαγος αναφέρθηκαν ότι πέθαναν στο Porto Leone.
Δε θα μάθουμε ποτέ τι προξένησε το θάνατό τους. Το παρήγορο είναι πως μακριά από τη χώρα τους βρήκαν ανάπαυση «στη φιλόξενη αττική γη» με τη φροντίδα των ολιγάριθμων ομόθρησκων αγγλόφωνων πάροικων της Αθήνας της οποίας ο πληθυσμός υπολογίζεται - διαφέρουν οι απόψεις - να ήταν από 10 έως 20 χιλιάδες.


Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «Πειραϊκό Ορόσημο», τριμηνιαία έκδοση του Συλλόγου «Φίλοι του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά», τεύχος 21, Οκτ. - Νοε. - Δεκ. 2007, σ. 13 - 15. Μεταφορά εδώ επαυξημένο με σημειώσεις και το αγγλικό κείμενο, 15.5.2013.