Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Η περιπέτεια της ξεχασμένης προτομής του Θεμιστοκλή.


                                            Την φωτογραφία τράβηξα τον Ιούνιο 1998.


                                                                                Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Μέσα από τις παλιές κάρτες του Πειραιά - τυχεροί αυτοί που τις έχουν - τις ανατυπώσεις τους, τις φωτογραφίες και τα κείμενα των βιβλίων που δύσκολα πέφτουν στα χέρια μας, εμείς οι νεότεροι Πειραιώτες προσπαθούμε να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε νοερά τον εντελώς διαφορετικό εκείνο κόσμο που έζησε κι έδρασε στον ίδιο ακριβώς χώρο που κι εμείς γεννηθήκαμε, μεγαλώνουμε και κυκλοφορούμε.
Περνώντας καθημερινά από την περιοχή του ιστορικού Ρολογιού (αμυδρή η εικόνα του στη μνήμη μου) στέκομαι και κοιτάζω το χάλκινο άγαλμα του Θεμιστοκλή που η αποκάλυψή του έγινε στις 29.2.1976       «Επί δημάρχου/ Αναστασίου Ι. Βουλόδημου/ Νικόλας γλύπτης εποίησεν/ Ιωάννης Αλ. Μελετόπουλος εχορήγησεν» κατά την επιγραφή.
Δίπλα του ο Τινάνειος κήπος (από το 1854) με τα καινούργια του κάγκελα αλλά στην ίδια απογοητευτική εγκατάλειψη, το άδειο σιντριβάνι, το αλουμινένιο ρολόι και ίσια απέναντι το μέγαρο του Ν.Α.Τ. Αυτό λοιπόν το όμορφο κατά τα άλλα κτίριο πήρε τη θέση της πραγματικής παλιάς πλατείας Θεμιστοκλέους που ξεχώριζε με την άπλα της στο βάθος του λιμανιού, στο «πιο προέχον και επιβλητικό τετράγωνο», δίνοντας ένα τόνο άνεσης και αέρα σ’ όλη την παραλία.
Η περιοχή από το πρώτο κιόλας σχέδιο πόλης είχε προορισθεί για «ευαγείς και δημοσιολογικούς σκοπούς». Ειδικά το τετράγωνο που σχημάτιζαν οι οδοί Μιαούλη (Εθνικής Αντιστάσεως), Ομήρου (Μακράς Στοάς), Ιπποκράτους και Πλούτωνος (Ακτή Ποσειδώνος) αποτελούσαν την πλατεία Θεμιστοκλέους. Εκεί γίνονταν επί χρόνια και οι τελετές της Αναστάσεως από την αντικρινή Αγία Τριάδα. Μέσα στην πλατεία σε μια συστάδα δένδρων, πάνω σ’ ένα βάθρο ανέβαινε ψηλά μια κολόνα που στην κορυφή της στέκονταν η προτομή του μεγάλου εμπνευστή της πειραϊκής δόξας Θεμιστοκλή να κοιτάζει προς τη θάλασσα.
Μια κρήνη με νερό δρόσιζε τους περαστικούς. Τα καφενεδάκια, η αγορά, οι κοινωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις έκαναν το μέρος πολυσύχναστο, γεμάτο κίνηση μέχρι αργά. Ύστερα εκεί άπλωναν τις πραμάτειες τους κι οι διάφοροι πρόσφυγες μικροπωλητές, μετά το 1922.
Η προτομή είχε στηθεί επί Πέτρου Ομηρίδου - Σκυλίτση. «Επί της εμής δημαρχίας.. ανηγέρθησαν μαρμάριναι προτομαί εις διάφορα μέρη της πόλεως, η προτομή του Θεμιστοκλέους δια να σώζηται απέναντι του αρχαίου τάφου αυτού η μνήμη της καταγωγής των Ελλήνων,..» [Βιογραφία Αυτοσχέδιος, Αθήνησι, 1871,    σ. 35].
Την πλατεία δυστυχώς αποπειράθηκε αρχικά να εκποιήσει λόγω οικονομικών δυσχερειών ο δήμαρχος Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος. Την κατάργησε όμως την επόμενη χρονιά, το 1926, ο γιος του Τάκης Παναγιωτόπουλος. Σχεδόν το μισό της πουλήθηκε στην Εθνική Τράπεζα για δεκατρία εκατομμύρια δραχμές. Το υπόλοιπό της έγιναν προσφυγικά μαγαζιά.
«Οι κήποι των πλατειών Καραϊσκάκη και Θεμιστοκλέους κατηργήθησαν λόγω της εγκαταστάσεως εις την μεν πρώτην προσφυγικών παραπηγμάτων κατά την Μικρασιατικήν καταστροφήν εις δε την δευτέραν Δημοτικής αγοράς προς στέγασιν 500 περίπου προσφύγων επαγγελματιών και την ανέγερσιν εν αυτή λαμπρού μεγάρου, του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης, εις την οποίαν επωλήθη παρά του Δήμου τμήμα ταύτης»..
«Ανδριάς του Θεμιστοκλέους. Μετεφέρθη εκ της ομωνύμου πλατείας και πρόκειται να στηθή αλλού»        (Αλεξ. Φωτεινού, Μέγας Οδηγός Πειραιώς, 1928-29, σ.77).
« Δια της πωλήσεως της πλατείας του Θεμιστοκλέους εκρημνίσθη και η μαρμάρινος στήλη μετά της προτομής του πρώτου ιδρυτού και θεμελιωτού του Πειραιώς» και η προτομή πετάχτηκε κάτω από τη σκάλα του δημαρχείου [Σπηλιωτόπουλος, Οι δήμαρχοι της Α΄ εκατονταετηρίδος, 1939, παρ. 154].
«Δευτέρα πλατεία ήτο η του Θεμιστοκλέους, την οποίαν όλοι ενθυμούμεθα, με την υψηλήν της στήλην και εις την κορυφήν της την προτομήν του ναυάρχου με την μεγάλην περικεφαλαίαν του. Δεν γνωρίζω διατί ο άριστος δήμαρχος Πειραιώς Πέτρος Ομηρίδης ανεβίβασε την προτομήν τόσον υψηλά… Η πρόοδος, η οποία δεν σέβεται τίποτε, εστέρησε τον Πειραιά του μνημείου τούτου. Και η μεν στήλη ετεμαχίσθη, η δε προτομή μετεφέρθη εις την είσοδον του Δημαρχείου, όπου την ενθυμούμαι εγκαταλελειμμένην εκεί και κατασκονισμένην επί πολλά έτη, εις εν ρυπαρόν πλακόστρωτον.. Τέλος κάποιος έξυπνος, δια ν’ απαλλαγή αυτής και δια να παύση πας περί αυτής λόγος την έστειλεν εις τα Ταμπούρια [Μελετόπουλος, Πειραϊκά, 1945, σ. 90].
Οι τακτικές ενοχλήσεις στον τύπο επί Μεταξά είχαν δώσει ακόμα μια  ιδέα, να στηθεί η προτομή στο βασιλικό περίπτερο κοντά στον τάφο του. Ο Χάρης Κουτελάκης γράφει πως η προτομή χαρίστηκε στο Δήμο Κερατσινίου επί δημαρχίας Στρατήγη (1934-38) αφού «Κάποιος την είδε, έγραψε ένα άρθρο που έθιγε τους υπεύθυνους κι εκείνοι για να ξεφορτωθούν τον ενοχλητικό Θεμιστοκλή, τον ξαπέστειλαν στο Κερατσίνι απ’ όπου εξαφανίστηκε» [Πειραιάς και Συνοικισμοί, 1991, σελ. 186].
Είναι λοιπόν βέβαιο ότι η μεταφορά της έγινε επί Μεταξά σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης. Γιατί η περίφημη προτομή δε χάθηκε κι ας αγνοείται η τύχη της από τις μνήμες και τα χαρτιά των ανθρώπων του κέντρου.
Το μαρμάρινο κεφάλι βρίσκεται ακόμα όρθιο, μελαγχολικό όμως, μακριά από το φυσικό χώρο του λιμανιού, να βλέπει προς τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες, στο Ε΄ Δημοτικό Διαμέρισμα, στο «περιβολάκι» μεταξύ των οδών Δημητρακοπούλου - Δογάνη - Μαυρομιχάλη και Σπάρτης, στο μέσον του περίπου και εντός της παιδικής χαράς που ανακατασκευάστηκε επί Παπασπύρου. Εκεί, σε σημείο στρωμένο με πλάκες υψώνεται η ίδια μονολιθική στήλη με την υπερφυσική κεφαλή που φοράει περικεφαλαία και που ο Δραγάτσης είχε παρομοιάσει με «πεπιεσμένην κολοκύνθην». Στο πίσω μέρος της κολόνας ήταν αδύνατον να διαβάσω τα σχεδόν σβησμένα γράμματα. Τόσο το περιβολάκι όσο και το γειτονικό Θεμιστόκλειο γυμναστήριο ήταν αλάνες μέχρι τη διευθέτησή τους προπολεμικά.
Συγκεκριμένα στο Θεμιστόκλειο υπάρχει η επιγραφή «Δημοτικόν Γυμναστήριον Πειραιώς, κατεσκευάσθη επί δημάρχου Μ. Μανούσκου εν έτει 1939».
Είναι πιθανόν το γυμναστήριο να ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της παράλληλης τοποθέτησης της προτομής την ίδια χρονική περίοδο. Μια κοπιαστική έρευνα στις εφημερίδες θα μας κατατοπίσει.
Θυμάμαι τότε που έπαιζα κι εγώ μικρός γύρω της και ν’ αποθέτουν στις γιορτές δάφνινα στεφάνια τα κοντινά σχολεία. Αξίζει νομίζω να την επισκεφθεί κανείς, να νοσταλγήσει δίπλα της λίγα από τα «περασμένα κι αλησμόνητα» - όπως έγραψε κι ο Άγγελος Κοσμής - του αγαπημένου μας Πειραιά…


Πρώτη δημοσίευση: Πολιτιστική Πράξη. Τριμηνιαία έκδοση μορφωτικής & κοινωνικής έρευνας. Σεπτέμβριος 1992. Αριθμός τεύχους 10. Σελ. 42.
Δεύτερη δημοσίευση: Εφημερίδα ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 1996, σελ. 18.
Αντιγραφή και διόρθωση εδώ, 24.10.2009.                              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου