Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ήν πρότερον ο Πειραιεύς νήσος.



                                                                               Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

«Ο Πειραιάς ήταν πρωτύτερα νησί» γράφει το λεξικό του Σουΐδα ενώ το Μέγα Ετυμολογικό στην αναφορά του για τον Πειραιά διευκρινίζει «ην γαρ ότε ου συνήπτετο τη γη, αλλ’ ην νήσος», ήταν τότε που δεν συνδεόταν με την ξηρά, αλλά ήταν νησί. Πράγματι η ιστορική έρευνα αλλά και η ίδια η γεωγραφία του τόπου δείχνουν πως η Πειραϊκή Ακτή, ο λόφος της Καστέλλας και ο περίγυρός τους (σημερινά Α΄ και Β΄ δημοτικά διαμερίσματα [τώρα Δημοτικές Κοινότητες]) αποτελούσαν κάποτε ένα ξεχωριστό νησί, πολύ κοντά στη γειτονική Αττική παραλία. Το τοπίο τότε ήταν διαφορετικό: Τα βουνά της Αθήνας ήταν μεγαλύτερα και καταπράσινα, το λεκανοπέδιο μια βαθύτερη και πιο απότομη κοιλάδα που σιγά-σιγά σχεδόν υψώθηκε και ισοπεδώθηκε. Αιτία, τα άφθονα νερά που έτρεχαν αδιάκοπα σχηματίζοντας ρυάκια, χείμαρρους, ποτάμια και που μετέφεραν ολοένα προς τα χαμηλά και τη ρηχή θάλασσα τόνους λάσπης από τις πλαγιές των ορέων και των λόφων. Η διάβρωση δηλαδή των ορεινών όγκων του Αιγάλεω και του Κορυδαλλού από τη μια, του Υμηττού και της Πάρνηθας από την άλλη από τους ανέμους, τις βροχές και τις αλλεπάλληλες καιρικές συνθήκες απογύμνωσαν τις ράχες τους μ’ αποτέλεσμα τα φερτά υλικά να χωματίσουν τις παλιές επιφάνειες αυξάνοντας το ύψος τους και να καλύψουν το κενό μεταξύ του αρχαίου νησιού του Πειραιά με την πλευρά της Αθήνας.
Τόσο ο Κριτίας στον Πλατωνικό Διάλογο όσο κι οι σύγχρονοι γεωλόγοι μνημονεύουν πως ο λόφος της Ακρόπολης στο απώτατο παρελθόν ήταν ενωμένος με την Πνύκα το Λυκαβηττό και ίσως τα Τουρκοβούνια. Η διαβρωτική όμως ενέργεια διέλυσε κατά διαστήματα τους ασβεστόλιθους, τις μάργες, τους σχιστόλιθους και τ’ άλλα μαλακά πετρώματα, διαχωρίζοντας τους λόφους 25.000 χρόνια πριν.
Το φαινόμενο συνεχίστηκε με πιο αργούς ρυθμούς. Παράδειγμα η Αρχαία Αγορά της Αθήνας που ανασκάπτεται αρκετά μέτρα κάτω από τα σημερινά κτίρια στο Μοναστηράκι. Επίσης οι νότιοι άνεμοι που πνέουν στον Πειραιά, ο Γαρμπής στα ΝΑ, η Όστρια στα Ν και ο Σορόκος στα ΝΔ γέμισαν κι επέκτειναν την ακτή στο Φαληρικό όρμο με την άμμο του Σαρωνικού.
Οι παράλιες οικοδομές στο Φάληρο, στο Μοσχάτο και τις Τζιτζιφιές είναι κτισμένες πάνω σε τέτοια αμμώδη στρώματα. Τέλος πιστεύεται ότι μέρος του Κηφισού χυνόταν στην Ακτή Κονδύλη και πως επί Περικλή τράπηκε ολόκληρος προς το Φάληρο. Ο πανάρχαιος Κηφισός σχημάτιζε ένα μεγάλο δέλτα που οι άκρες του χάνονταν στα έλη της περιοχής πριν αποξηρανθεί ο τόπος και σχηματιστεί και παγιωθεί η ακτογραμμή. Στη θέση του στενού θαλάσσιου πορθμού απέμεινε μια μεγάλη έκταση όλο βάλτους με βούρλα, καλαμιές κι άλλα υδρόβια φυτά με ισόπεδες λωρίδες ξηράς.
 Έτσι δημιουργήθηκε το «Αλίπεδον» της κλασικής εποχής. «Αλίπεδο μερικοί λένε τον Πειραιά· είναι ένας κοινός τόπος, που παλαιότερα μεν ήταν θάλασσα, τώρα δε έχει γίνει πεδιάδα· είναι σα να λέμε θαλασσινή πεδιάδα (αλς + πεδίον)» [Αρποκρατίων].
Το Αλίπεδο εκτεινόταν από το σημερινό Άγιο Διονύσιο, τη Λεύκα, Καμίνια, Απόλλωνα μέχρι και το Νέο Φάληρο. Ιδιαίτερα σημεία αυτών των θέσεων είχαν τις ονομασίες Αλαί, Αλμυρίς, Παραλία, Έλος Φαληρικόν, Σχοίνος ή Σχοινούς κ. ά. ενώ και ως τα τέλη του 19ου αιώνα συναντούσαμε τα τελευταία απομεινάρια του μπροστά  στον Άγιο Διονύσιο με τις ονομασίες Βούρλα, Βρούλλα, στο Λιμένα Αλών τη Λίμνη, Βρωμολίμνη, Βάλτος, Μεγάλο Βουρκάδο, Βουρκάρι και στο Φάληρο τη Σούδα με την έντονη δυσοσμία των στάσιμων νερών και το ανθυγιεινό περιβάλλον μέχρι που αποστραγγίστηκε.
Ο Πλούταρχος λέει ότι  επί Κίμωνα πιέστηκαν οι βάλτοι με πολλά χαλίκια και βαριές πέτρες για να θεμελιωθούν τα μακρά τείχη.
Λιγότερο γεωργοί και περισσότερο ναυτικοί και ψαράδες οι τότε Πειραιώτες, μας κληρονόμησαν δικαιολογημένα μερικά τοπωνυμία παρμένα από την καθημερινή τους ζωή. Κέραμος από το κεραμίδι ή το κεραμιδόχωμα. Ψυττάλεια ίσως από το ψάρι ψήττα (θα έπρεπε όμως να τη γράφαμε Ψηττάλεια) ή από κάποιον Ψύτταλο, Κάνθαρος από το αγγείο ή το ψάρι σκαθάρι, Έχελος από το χέλι..
Σε αντίθεση με τα δυσεξήγητα όπως φαίνεται προελληνικά τοπωνύμια Μουνιχία, Φάληρο, Ζέα, ο Πειραιάς είναι εύκολο να ετυμολογηθεί στη γλώσσα μας. «Λένε πως ονομάστηκε έτσι ο Πειραιάς επειδή έμοιαζε πριν με νησί και βρισκόταν πέρα από την ακτή» εξηγεί ο Στράβων.
Ο Πειραιάς πήρε το όνομά του από τον περαματάρη, το βαρκάρη που πέρναγε το λιγοστό κόσμο από τη μια μεριά της στεριάς στην άλλη του νησιού μέσα στο Αλίπεδο. Έχουμε το επίθετο Περαίος, αυτός που βρίσκεται απέναντι, το ρήμα περαιόω-περαιώ, περνώ κάποιον απέναντι, διαβιβάζω, περαιεύς, το επαγγελματικό, αυτός που περνά απέναντι, το επίρρημα πέρα-πέραν, στο απέναντι μέρος.
Τελικά ο Περαιεύς με το συνηθισμένο πλεονασμό του γιώτα έγινε Πειραιεύς. Χωρίς λεκτικό λάθος όμως λέμε ακόμα  - Μένω, Είμαι, Πάω στον Περαία… «Πειραιός εκαλείτο ο λιμήν της Αττικής, Πειραιός δε και το εθνικόν ύστερον δε Πειραιεύς» [Στέφανος Βυζάντιος]. «Τον Πειραιά νησιάζοντα πρότερον και πέραν της ακτής κείμενον ούτως φασίν ονομασθήναι» [Στράβων]. «Ήν πρότερον ο Πειραιεύς νήσος· όθεν και τούνομα είληφεν από του διαπεράν» [Σουΐδας]. «..από του Πειραιά Πειραιάτης και Πειραιείτης και καθ’ υφαίρεσιν του ει διφθόγγου Πειραίτης (τώρα Πειραιώτης) [Σουΐδας]. Περαίας λεγόταν κι ένα ψάρι, είδος κέφαλου. Μην ξεχνάμε και το σύγχρονο Πέραμα, το «πέρασμα» προς τη Σαλαμίνα.
Η προέλευση των ανθρώπων που πρωτοπέρασαν και πάτησαν τα πειραϊκά χώματα, μας είναι φυσικά εντελώς άγνωστη. Οι δραστήριοι σε μετακινήσεις και πολιτιστικές ανταλλαγές εκείνοι αιώνες είναι σκεπασμένοι με την ομίχλη της ιστορίας και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε  μέσα από τα σπαράγματα των κειμένων των αρχαίων συγγραφέων, τη μυθολογία, τα σποραδικά και τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα και τους συσχετισμούς.
Βέβαιη είναι η παρουσία νεολιθικών πληθυσμών κι αργότερα των Κυκλαδιτών, Κρητών, Μικρασιατών. Από τη στεριά ήλθαν οι Πελασγοί, Μυκηναίοι, Ίωνες κι άλλοι Πελοποννήσιοι αλλά και οι Μινύες της Βοιωτίας που σύμφωνα με την παράδοση εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Μουνιχία - Καστέλλα. Σε ανασκαφή από το Θεοχάρη στα 1951 βρέθηκαν ίχνη καλύβας με άφθονα χρηστικά αντικείμενα σε φυσικό ύψωμα κοντά στον Κηφισό στην Παλιά Κοκκινιά προς Ρέντη.
 Έχουμε επίσης δυο λίθινα σφυριά από πράσινο γρανίτη στο Τελωνείο (συλλογή Φίνλεϊ), τον πρωτοελληνικό συνοικισμό στον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου (Μπακαλάκης 1933), επιφανειακά τεχνικά κοιλώματα - κατοικίες, τα θεόσπιτα, σκαμμένα στους βράχους της Καστέλλας - Προφήτη Ηλία της Φρεαττύδας και της Πειραϊκής.
Αργότερα στους αρχαϊκούς χρόνους, τόπους κατοίκησης είχαμε στον ευρύτερο Πειραιά εκτός από τον οικισμό στη Μουνιχία (κορυφή και πλαγίες του λόφου με πρόσωπο το ομώνυμο λιμάνι, το σημερινό Μικρολίμανο), το χωριό του Πειραιά (από το Δημοτικό μέχρι τον Άγιο Νικόλαο;) την Ξυπέτη (κάπου στο Μοσχάτο - Ρέντη) τους Θυμαιτάδες (στη μεριά του Κερατσινίου), το Φάληρο (στο λόφο πάνω από το Φλοίσβο Παλαιού Φαλήρου), το Δήμο Ενεχελιδών (εσωτερικό Νέου Φαλήρου). «Ενεχελιδώ, οκτώ στάδια από την Αθήνα. Αυτός δε - ο Δήμος - βρίσκεται από τον τόπο του έλους μεταξύ του Πειραιά και του Τετράκωμου Ηράκλειου. Τετράκωμο Ηράκλειο ήταν ο ιερός χώρος που τα τέσσερα χωριά, δεμένα με σοβαρούς συγγενικούς δεσμούς γιόρταζαν από κοινού τον Ηρακλή. Ίσως βρισκόταν στον Απόλλωνα Καμινίων, στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής σύμφωνα με τη θεώρηση του Παπαγιαννόπουλου - Παλαιού. Άλλα ερείπια εγκαταστάσεων υπήρχαν στους πρόποδες του Αιγάλεω, τώρα πια χαμένα.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 1996, σελ. 18. Αντιγραφή και διόρθωση εδώ, 22.10.2009.   

Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε με τον ίδιο τίτλο, έως το τέλος της παραγράφου που τελειώνει «και τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα και τους συσχετισμούς» στο βιβλίο: Πειραιάς/ με το βλέμμα των περιηγητών. Αθήνα 2014. Κείμενα: Γιώργος Ανωμερίτης - Μίρκα Παλιούρα. Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε. Εκδότης: Νίκος Χαϊδεμένος. Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ. Σελ. 152-154-156-158.   
                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου