Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Ψυττάλεια. 9 Ιουλίου 1947.


                                                                                        Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


Άνεμοι, θύελλες γύρω μας πνέουν.
Τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν·
σ’ ύστερες μάχες μπλεκόμαστε τώρα,
κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν.

Ο φάρος, τα πυροβολεία, τα κτήρια του πολεμικού ναυτικού, κάτι παλιοί τάφοι κι απέραντη ερημιά.        Αυτά συνέθεταν το τοπίο της μακρόστενης νησίδας με το όνομα Ψυττάλεια, λίγο έξω από το λιμάνι του Πειραιά. Έχουν περάσει 50 χρόνια αλλά όσοι έζησαν τα γεγονότα της 9.7.1947 δε θα ξεχάσουν ποτέ το μαρτύριο της δίψας πάνω στα άνυδρα κι ολόξερα βράχια της. Ο αγωνιστής Σίμος Μιχαηλίδης μου εμπιστεύτηκε - τον ευχαριστώ πολύ για αυτό - να δημοσιεύσω για πρώτη φορά στην «Πειραϊκή Πολιτεία» τις δικές του αναμνήσεις της μέρας εκείνης, γραμμένες με το χαρακτηριστικό απλό μα τόσο ειλικρινές προσωπικό του ύφος.

Ξημερώματα με σπρώχνει και με ξυπνάει η Μάνα μου… «σήκω παιδί μου, ήλθαν πάλι και σε ζητάνε».       Ανοίγω τα μάτια μου, οι γνωστές φιγούρες με τις ρεπούπλικες. «Γρήγορα» ίσα - ίσα ένα παντελόνι (άσπρο), τα παπούτσια κι ένα πουκάμισο κοντομάνικο. Όλος κι όλος ο εκστρατευτικός μου οπλισμός για μια άγνωστη μοίρα που τη προσδιόριζε ο Ναπολέων Ζέρβας, τότε υπεύθυνος Υπουργός που καυχιότανε πως μέσα σε μια νύχτα έπιασε τρεις χιλιάδες κομουνιστές. Του ήταν δύσκολο στη γλώσσα του να πει «αγωνιστές» που πάλεψαν τους Γερμανούς. Στο δρόμο προς το Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα Κοκκινιάς δεν είχα πολλές ταλαιπωρίες. Σεβάστηκαν γιατί ήμουνα εκλεγμένος Πρόεδρος των Κλωστοϋφαντουργών Πειραιά. Μόλις φτάσαμε στο τμήμα, απ’ ευθείας κάτω στα μπουντρούμια. Μόλις άνοιξαν τα κρατητήρια ήτανε φίσκα γεμάτα. Μπροστά ο Γιάννης ο Βαρούνης Πρόεδρος των Μυλεργατών. Με περιαρπάζει με γέλια.. «έλα μου λέει, έλεγα κι εγώ, μπορεί να λείψη ο Μάρτης από τη Σαρακοστή; ούτε κουβέρτα δεν πρόλαβες να πάρεις;».
Σε λίγο μια ζώνη αστυφυλάκων και ο ένας πίσω από τον άλλο ανεβαίνουμε τις σκάλες κι απ’ ευθείας στις κλούβες. Στη Λεύκα δίνω τη παρουσία μας με φωνές για να αντιληφτούν οι συνάδελφοί μου πως τους αφήνω γεια και πρόγκιξαν τον διορισμένο τότε πρόεδρο του Ε.Κ.Π. Γιάννη Κασσιμάτη που κατέβαινε κι εκείνος συμπτωματικά την ώρα εκείνη. Ανεβαίνοντας τη οδό Χατζηκυριακού κάποιος δόλιος τόλμησε να μας χαιρετήση. Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε. Μα πόσοι βρεθήκανε πάνω από το κεφάλι του και τον χτύπαγαν αλύπητα.
Στη Σχολή Δοκίμων άνοιξε ο φρουρός την είσοδο και μπήκαμε μέσα.
Μετά επιβιβαστήκαμε σ’ ένα αρματαγωγό κανένα δυο ντουζίνες Κοκκινιώτες, Βαρούνης Γιάννης Παπαπανάγου Λεφτέρης αστυνομικός, Γαλόπουλος Νίκος αστυνομικός, ο Μποζατζίδης, ο Λάλος και ο Μίμης Θηριώτης, ο Μιχάλης Κεχαγιάς ο Γιώργης Κοντογιώργης καθηγητής και πολλοί άλλοι. Το αρματαγωγό μας άδειασε στην Ψυττάλεια και σε συνέχεια χωρίς διακοπή έκανε αυτή τη διαδρομή αρκετές φορές για να συμπληρώση τον αριθμό των χιλίων πεντακοσίων ατόμων (αν θυμάμαι καλά) κι άλλους τόσους την επόμενη μέρα.
Η Ψυττάλεια είναι γυμνή. Δεν υπάρχει ούτε δέντρο ούτε τίποτ’ άλλο για να δημιουργήση ίσκιο. Μερικούς μόνο μικρούς θάμνους που δύσκολα να σου δώσουν ίσκιο για το κεφάλι. Άλλωστε όσοι ήτανε τυχεροί και τα αγκάζαραν έμειναν εκεί και δεν το κούνησαν μέχρι τη δύση του ήλιου. Πάνω στο ύψωμα στημένα τα πολυβόλα προς τον κόσμο τον υποχρέωναν να μείνουν εκεί κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου. Στη θάλασσα απαγορεύεται να πλησιάσης.
 Έτσι όπως περνούν οι ώρες και χτυπούν οι ακτίνες του ήλιου κατακούτελα, αρχίζει το δράμα αυτών των ανθρώπων. Το πιο βασανιστικό μαρτύριο. Το μαρτύριο της δίψας. Κάτι το τρομερό για όσους το έζησαν. Ιούλιος μήνας, δεν προστατεύεται το κεφάλι σου με τίποτα και οι ώρες του καλοκαιριού πολλές. Πέφτουν στην αρχή οι πρώτοι. Βγάζουν αφρούς από το στόμα τους, λιγοθυμούν χάνουν τις αισθήσεις τους. Αρχίζουν ομαδικές φωνές ανθρώπων σαν νάρχουνται από μακρυά από τη κόλαση. Υπάρχει περίπτωση ατόμου που ήπιε το κάτουρό του όπως μου είπε ο καθηγητής Νίκος Κατσικάρος και λεγότανε Φατούρος και γράφτηκε τότε στις εφημερίδες. Βγήκε μια επιτροπή με επικεφαλής το Μήτσο Παρτσαλίδη κι απείλησαν να γίνουν δεκτοί γιατί αλλιώς θα μουντάραμε πάνω στα πολυβόλα μια και δεν υπήρχε ελπίδα να ζήσουμε και το χειρότερο δεν αντέχαμε άλλο.
Κάτω από τις φωνές, τις κραυγές και τις διαμαρτυρίες επέτρεψαν να κατεβούν δυο βαρέλια νερό από πάνω που φύλαγαν οι σκοποί. Εκεί αρχίζει το μεγαλύτερο δράμα. Πώς να γίνη η διανομή του νερού από το βαρέλι χωρίς να’χει κανείς ένα τενεκεδάκι, μια κούπα ένα ποτήρι; Αποτέλεσμα, το νερό να χύνεται κάτω.
Να’χει χαθή ο έλεγχος μεταξύ των συναγωνιστών, να μη γνωρίζη ο ένας τον άλλο, ούτε οι παρακλήσεις των υπευθύνων να διατηρήσουμε τη ψυχραιμία μας για να ξεπεράσουμε τη δύσκολη περίπτωση που μας δημιούργησαν.
Όσοι είχαν βρη πεταμένα σκουριασμένα κονσερβοκούτια κρατώντας τα στο χέρι, πάλευαν να πλησιάσουν το βαρέλι. Το αποτέλεσμα εκατοντάδες άνθρωποι πεσμένοι πάνω στη λάσπη που’χε δημιουργηθή κοντά στο βαρέλι βούταγαν τα στόματά τους για να αγγίξουν τη λάσπη και να τη πιπιλίζουν για να δροσισθούν…
Μπορεί να το φανταστή ανθρώπινο μυαλό αυτό;
Πολλές φορές διερωτώμαι ήταν δυνατόν μέσα σε τόσους ανθρώπους, δεν έτυχε ένας μας να’ναι ζωγράφος και να απαθανατίσει αυτή την εικόνα, γιατί η περιγραφή σε γραπτό είναι αδύνατο να αποδοθή. Κι αν αποδοθή θα’ναι μακρυά από τη πραγματικότητα. Αναφέρω δυο περιστατικά. Ένα του Νίκου Γαλόπουλου, αστυνομικού, από την Κοκκινιά. Έχει εξοικονομήση ένα κονσερβοκούτι σκουριασμένο τρύπιο από τη σκουριά. Μ’ αυτό πάλευε να πάρη λάσπη για να τη πιπιλίση. [Ο Πρωϊμάκης έβγαζε αφρούς και σπαρταρούσε]
Πριν επιτρέψουν να κατεβούν τα βαρέλια βρίσκονται σε ένταση λιγοθυμίες αφροί από το στόμα, όποιος πέφτει κάτω τον άρπαζαν τέσσερεις με τη κουβέρτα και επέτρεπαν οι σκοποί από το ύψωμα να το ανεβάσουν πάνω τον πήγαιναν μέχρι τους νιπτήρες των ναυτών να πιη νερό και να τον συνεφέρουν.
Σε μια στιγμή όπως είμουνα όρθιος και ζούσα το δράμα μου καρτερικά να βραδιάση να ανακουφιστώ, πέφτει ένας δίπλα μου ξεθεωμένος αναίσθητος.
Προσπαθώ να τον βοηθήσω να κάνω τι;
Τον αρπάζουν δυο από τα πόδια και δυο από τις μασχάλες κι εγώ κρατώντας το κεφάλι του βαδίζουμε πάνω προς τους σκοπούς. Φτάνουμε στους νιπτήρες.
Τι νερό ήταν αυτό που ήπια κι ας ήτανε ζεστό. Έβαλα το κεφάλι μου μες στη γούρνα κι άφησα τη βρύση να τρέχη όσο μπορούσε νερό. Κάνω να φύγω και με μια με πιάνη πανικός, νόμιζα πως διψούσα και όρμησα πάλι στη γούρνα. Όταν έκανα να φύγω τότε συνειδητοποίησα μέσα μου τους κάτω φίλους μου και πρότεινα και στους τέσσερις άλλους: «παιδιά, βουτάτε τα ρούχα σας στο νερό».
Έριξα όσο μπορούσα νερό στα ρούχα μου να μουσκιέψουν καλά και με τις αγριοφωνάρες του αξιωματικού της φρουράς «Ε, σείς, κάνετε γρήγορα, τη Π... [Πουτάνα σας!]».
Γέμισα και τις χούφτες μου νερό και κατηφόρισα για τους φίλους μου.
Όταν έφτασα κοντά τους άνοιξα τα πόδια μου και πέσανε πάνω στο παντελόνι και πιπίλιζαν. Έβγαλα και το πουκάμισο, τώδωσα κι αυτό και το πιπίλιζαν άλλοι.
Άφησα μόνο το μαντηλάκι για του λόγου μου γιατί κατάλαβα πως και πάλι διψούσα.
[Από εκεί, στα αμπάρια στην πορεία προς τον Άγιο Κήρυκο, τους έριχναν από πάνω νερό με την κάνουλα]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η Ψυτάλλεια είναι ένα νησί έκτασης 0,375 τ.μ. Το 1959 άρχισε να κτίζεται ο Κεντρικός αποχετευτικός αγωγός που οδηγούσε τα λύματα της Αθήνας στον Ακροκέραμο Κερατσινίου από όπου χύνονταν στη θάλασσα. Στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) στην Ψυτάλλεια από το 1994 έως το 2004 γινόταν πρωτοβάθμια επεξεργασία με μείωση του φορτίου ρύπανσης κατά 35%.
Ο φίλος μου Σίμος Μιχαηλίδης έζησε από 31.3.1916 έως 21.8.2010.

      Από την Ψυττάλεια ακολούθησε η εξορία στον Άγιο Κήρυκο. Στις 8.10.1947 στήθηκαν για φωτογράφηση οι           Γιάννης Βαρούνης, Γιώργης Κοντογιώργης (καθηγητής - λογοτέχνης γνωστός με το ψευδώνυμο Κακναβάτος),             Σίμος Μιχαηλίδης, Παπάζογλου, Σταυρίδης, ο Γιώργος Φασουλάκης από του Γκύζη.
      Ο δεύτερος καθιστός είναι ο Νίκος Κατσικάρος, καθηγητής και ο τρίτος ο Μίμης Θηριώτης.

                              
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 10 Ιουλίου 1997 σελ. 18. 
Μεταφορά εδώ, 27 Νοεμβρίου 2010. Πρασαρμογή για το blog, Ιούλιος 2013.  
Αναδημοσιεύθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα στο βιβλίο του "Ο κύκλος μιας ζωής", Πειραιάς 2007, 
σελ. 66-69. 


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου