Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Από την Κεντρική Αγορά στην Τσαμαδού.


Αναμνήσεις με... γεύση.


                                                                                                 Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

 Στη θέση του πολυόροφου, μισοτελειωμένου Πύργου του Πειραιά, βρισκόταν μέχρι το 1969 η πετρόχτιστη Δημοτική Αγορά της πόλης, που γκρέμισε ο δήμαρχος της επταετίας, με δικαιολογία ότι με την πολύχρονη παρουσία της είχε μετατραπεί σε κακόφημη εστία μόλυνσης, γεμάτη βαριές μυρωδιές, έντομα και τρωκτικά, υποβαθμίζοντας την εικόνα του λιμανιού.
Για έναν ολόκληρο αιώνα η Αγορά προμήθευε τα προϊόντα της στους Πειραιώτες, γέμιζε καθημερινά, ενώ στις γιορτές η κίνηση ήταν τόσο μεγάλη, που δύσκολα κυκλοφορούσες ανενόχλητος στους περιορισμένους 
χώρους της.
Η μνήμη της Αγοράς εξακολουθεί να παραμένει έντονη στο μυαλό των πολιτών και θαμώνων της, οι δε περιγραφές τους ξαναζωντανεύουν όλες τις στιγμές έντασης του γραφικού εκείνου μικρόκοσμου, πόσο μάλλον όταν οι αφηγητές είναι κάποια πρόσωπα που εργάστηκαν, δέθηκαν με την ατμόσφαιρά της.
  

Ιστορικά της Κεντρικής Αγοράς. 
Η πρώτη Δημοτική Αγορά, σχηματίστηκε στα 1836 με την τοποθέτηση παραπηγμάτων στην πλατεία Καραϊσκάκη. Η ανάγκη για την ίδρυση μιας μόνιμης, κτιστής αγοράς είχε σαν αποτέλεσμα την παραχώρηση (28.9.1859) κρατικής έκτασης 2469,6 πήχεων στο Δήμο Πειραιά, μεταξύ της παραλιακής οδού Ποσειδώνος, πλατείας Θεμιστοκλέους, Τσαμαδού και Δημοσθένους.
Τα σχέδια εκπόνησε ο μηχανικός Σπ. Τριγγέτας, εγκρίθηκαν το Νοέμβριο του 1861 με προβλεπόμενη δαπάνη 149.983 δραχμών. Την εργολαβία ανέλαβε ο Ζαχ. Νικολάου έναντι 106.990 δραχμών με πρωτεργάτη τον 
Ι. Μπούκη.
Ο αγιασμός θεμελίωσης έγινε στις 18.3.1862.
Ο ιδιώτης Α. Ρομπότσης ζήτησε αποζημίωση 150.000 δρχ. σαν βλάβη σε βάρος της θέας του σπιτιού του, χαρακτηρίζοντας το κτίσμα «φυλακή ή αχυρώνα». Τα καταστήματα προς τη θάλασσα ενοικιάστηκαν στις 14.1.1863 με 745 δρχ. το μήνα, στις 8.4.1863 αυτά επί της Τσαμαδού, 208 δρχ. το μήνα και τα υπόλοιπα το Μάιο, εκτός από τρία για φιλοξενούμενους κρεοπώλες και ιχθυοπώλες. Στα 1864 εγκαταστάθηκε παράρτημα Αγορανομίας, στα 1881 έγινε η πλακόστρωση, στα 1896 ανοίχτηκαν πόρτες στη Δημοσθένους ενώ στα 1897 φτάχτηκε από μια μεγάλη πόρτα σε κάθε πλευρά.
Στην Κεντρική Αγορά συγκεντρώθηκαν όλα τα ιχθυοπωλεία της πόλης, πολλά οπωρολαχανοπωλεία και κρεοπωλεία. Διέθετε καφενείο, καπνοπωλείο κι αργότερα ουζερί, κουρείο κλπ.
  

Σαράντα οκτώ χρόνια σουβλατζής!

Στις 18.9.1950 έπιασε δουλειά στο ουζάδικο του Συριανού Σπύρου Μπουγιούρη ο Γιώργος Τομπαλίδης (γεννήθηκε στα Ταμπούρια το 1937). Ο μεζές, καραβίδες, γαρίδες, χταπόδι, καλαμαράκια, συνοδεύονταν με ούζο ή μπύρα και κόστιζε μια δραχμή. Τα ξύλινα βαρέλια της μπύρας FIX, που καμιά φορά έσπαγαν από την πίεση κι έλουζαν τους παρευρισκόμενους, ψύχονταν με κολόνες πάγου πάνω σε σερπετίνα.

Την επόμενη χρόνια (1951) έβαλαν σουβλάκια, κι από τότε μέχρι σήμερα 
- 48 χρόνια! - ο κ. Ταμπαλίδης θεωρείται πως είναι ο παλαιότερος 
«εν ενεργεία» σουβλατζής του Πειραιά!
Το σουβλάκι (από κρέας προβάτου) με πίτα είχε στη αρχή μια δραχμή, μαζί μ’ ένα πιατάκι πιλάφι (κριθαράκι με δυο χρώματα, λευκό κια κίτρινο καβουρντισμένο).
Ο γύρος αποτελείτο από μια στρώση πρόβειου κρέατος, μια μοσχαρίσιας καρδιάς, μια κιμά και μια χοιρινού. Στα πρόσφατα χρόνια ο γύρος ήταν από σκέτο κιμά, ύστερα από χοιρινό..
Οι μερίδες υπέροχες, φτηνές και μπόλικες. Δεν προλάβαιναν να πλένουν τα πιάτα, η κάνουλα δεν έκλεινε.. ένα αδιάκοπο πανηγύρι η Αγορά, με έξαρση το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Στο «κοτάδικο» του Γαβριήλ έσφαζαν τα κοτόπουλα παρουσία του πελάτου.


Ο Γιώργος Τομπαλίδης άφησε την Αγορά στα 1960. Ήλθε στην Τσαμαδού 30, να δουλέψει στο σουβλατζίδικο του Παπασταύρου. Ήταν η καλύτερη εποχή για τα σουβλάκια, οι πελάτες πλήρωναν στο ταμείο, έπαιρναν αριθμό και σχημάτιζαν ουρά για να τα πάρουν. 
Το μαγαζί, έφτασε να έχει 17 υπαλλήλους!
Τέλη του 1968, η απόφαση κατεδάφισης της Αγοράς είχε πλεον δοθεί και οι καταστηματάρχες έψαχναν για καινούργιους επαγγελματικούς χώρους στους γύρω δρόμους του Πειραιά (τα ενοίκα φυσικά έφτασαν στα ύψη). Η Αγορά άδειασε, τα υλικά πουλήθηκαν. Ήταν μεγάλο λάθος των επόμενων δημάρχων, να μη χτιστεί στον Πειραιά μια σύγχρονη αγορά, όπως αυτές των άλλων πόλεων! Ότι απέμεινε στη Δημοσθένους και στη Λυκούργου είναι απαράδεκτο.
Στα 1969 ο κ. Τομπαλίδης ανέλαβε το μαγαζί μ’ άλλους τρεις συνεταίρους. Τώρα έμεινε εκείνος με το Στάθη Στραβάκο. 
«Δεν υπάρχει πια το παλιό σουβλάκι, άλλαξαν τα κρέατα...
 το κατέστρεψε ένας υπουργός στη Δικτατορία, που το έβαλε στη διατίμηση (απελευθερώθηκε στα 1981)».
Μετά βγήκαν απαγορευτικές διατάξεις, μπήκαν κάποιοι κανονισμοί, ενώ τα νεοσύστατα φαστ-φουντ και οι πιτσαρίες τράβηξαν τις ορέξεις της νεολαίας. Επιβάλλεται η προβολή του, άλλωστε στο εξωτερικό το ελληνικό σουβλάκι είναι πολύ γνωστό.
Πάντως, κάτι κινείται τελευταία, όλο και περισσότερα ψητοπωλεία το έχουν εντάξει στο μενού τους, όλο και αυξάνονται οι αποδέκτες της γεύσης του.
Μοναχικά άτομα, ζευγάρια, φίλοι, μικρές παρέες στέκονται όρθια ή κάθονται στα τραπέζια του σουβλατζίδικου τρώγοντας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας ήσυχα.  Αντίθετα, στην παλιά, στην πολύβουη Κεντρική Αγορά τι κι αν ήταν βρώμικη, αποπνικτική, ο κ. Τομπαλίδης επιμένει πως μπορούσες να δουλέψεις το ίδιο άνετα, να κάνεις εξ ίσου καλή συντροφιά, να διευρύνεις τις γνωριμίες σου, να μάθεις νέα, να γελάσεις με τ’ αστεία, να στεναχωρηθείς με τα δυσάρεστα των απλών, συνηθισμένων  ανθρώπων, των εργαζομένων του μόχθου για το μεροκάματο, 
των περαστικών κατοίκων των συνοικιών, που κατέβαιναν στον Πειραιά για να ψωνίσουν τα τρόφιμά τους.

Συμπλήρωμα.       
[Στα χρόνια από το 1985 έως το 2002, όταν εργαζόμουν τ’απογεύματα στο διπλανό Κεντρικό Ταχυδρομείο, πήγαινα κάποιες φορές και παράγγελνα σουβλάκια για μένα και την παρέα. Το ψητοπωλείο λεγόταν ΠΙΠΕΡΙΑ. 
Τα θεωρούσαμε γευστικότατα αν και η καθαριότητά του πλέον δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Εκεί σύχναζε στα διαλείμματα ο συνάδελφος Γιάννης Τσόγκας, που ακόμα του αρέσει να πίνει παγωμένη την μπύρα του. Η όλη ατμόσφαιρα της εποχής και του χώρου θα μου μείνει αξέχαστη. Έκλεισε στα 2005]


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 1999, σελ. 19.
Μεταφορά εδώ, Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012.      
    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου