Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Αρχαία πειραϊκά στιγμιότυπα μέσα από τις επιστολές του Αλκίφρονος.


                                                                                    Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Εικόνες της καθημερινής ζωής των αρχαίων Πειραιωτών, που αν και με άλλο σκεπτικό και συνήθειες εξέφραζαν τις ίδιες διαχρονικές ανθρώπινες ανάγκες, σπάνια περιγράφονται στα κείμενα των συγγραφέων της εποχής τους.
Μια ευχάριστη εξαίρεση αποτελεί ο Αλκίφρων.
Παρ’ ότι έζησε στον 3ο αιώνα, μας παρέδωσε μέσω των πολλών με κλασικό ύφος επιστολών του (αγαπημένο τότε φιλολογικό είδος), αληθινά λογοτεχνικά στολίδια τα οποία μας δίνουν αμέτρητες πληροφορίες για τις λαϊκές τάξεις των ψαράδων, των αγροτών, των παρασίτων - εκείνων που δέχονταν κάθε είδους εξευτελισμό με το να διασκεδάζουν τους συνδαιτυμόνες για να τρώνε  δωρεάν στα συμπόσια - και των εταίρων στην Αθήνα, στον Πειραιά, στο ύπαιθρο και στις κοντινές παραλίες.
Ελαφριά αλλά μεστή σε νοήματα η αττική γραφίδα του Αλκίφρονα, με σατυρικούς τόνους και δεξιοτεχνία ζωγραφίζει τους χαρακτήρες και τις πράξεις των εταίρων και των παρασίτων ενώ αναλύει με σοβαρότητα και σαφήνεια το μόχθο των αγροτών και των ψαράδων. Διάλεξα και μετέγραψα στη νεοελληνική κάποιες τέτοιες επιστολές ή αποσπάσματά τους που αναφέρονται στον ευρύτερο πειραϊκό χώρο.

Ο Εύδιος στον Φιλόσκαφο.
Καλή μας ήταν σήμερα η θάλασσα κι εδέησε να έχει γαλήνη. Γιατί επί τρεις μέρες είχε τέτοιο καιρό ο χειμώνας, που οι βοριάδες πνέανε ορμητικοί από τα ακρωτήρια προς το πέλαγος, και τρεμούλιαζε ο πόντος κατάμαυρος, το νερό άφριζε εξογκωμένο, παντού στη θάλασσα τα κύματα έσπαζαν το ένα πάνω στο άλλο (μερικά προσκρούανε πάνω στις πέτρες, τα υπόλοιπα σχίζονταν φουσκωμένα προς τα μέσα), έτσι μέναμε εντελώς άπραχτοι. Πιάσαμε τα καλύβια που βρίσκονταν στην ακτή, μαζέψαμε λίγα κομμάτια ξύλων όσα είχαν αφήσει πρωτύτερα οι ναυπηγοί αφαιρώντας τα από τους κορμούς των δένδρων κι αφού ανάψαμε 
μ’ αυτά φωτιά παρηγοριόμασταν από την τσουχτερή ψύχρα. Την τέταρτη όμως που μας έπιασε η αλκυονίδα, όπως νομίζω, ημέρα (το τεκμηριώνω από την καθαρότητα του ουρανού), μας φανέρωσε όλο μαζί τον πλούτο των αγαθών της. Γιατί μόλις σηκώθηκε ο ήλιος κι η πρώτη αχτίδα έλαμψε στο πέλαγος, σύραμε βιαστικά το φρεσκοφτιαγμένο βαρκάκι μας, έπειτα αφού φορτώσαμε τα δίκτυα αρχίσαμε τη δουλειά. Χαλαρώνοντάς τα σε μικρή απόσταση από την ακτή - ποπό τι αφθονία - τραβήξαμε ένα σωρό ψάρια. Λίγο έλειψε να παρασύρει στους υφάλους το δίχτυ, τόσο φουσκωμένο ήταν. Αμέσως λοιπόν πλησίασαν οι αγοραστές και σηκώνοντας τα ξύλα τα πέρασαν στους ώμους τους και βάλανε και στις δυο πλευρές τους τα πλεκτά καλάθια με τα ψάρια και μας πλήρωσαν, ύστερα κατευθύνθηκαν από τα Φάληρα προς την πόλη. Αρκεστήκανε σ’ ό,τι τους δώσαμε και με το παραπάνω και παρ’ όλα αυτά φέραμε και στις γυναίκες και στα παιδιά μας ουκ ολίγη ποσότητα από τα λεπτότερα ψάρια, ώστε άμα μας ξαναπιάσει ο χειμώνας, όχι για μια, αλλά για περισσότερες μέρες να αντέξουμε.
                     
Ο Γαληναίος στον Κύρτωνα.
Μάταια κουραζόμαστε συνέχεια, Κύρτωνα, τη μέρα να φλεγόμαστε από τη ζέστη, τη νύχτα να αποξύνομε το βυθό με το φως των δάδων… Έτσι μοχθούμε χωρίς αποτέλεσμα και ατελείωτα. Γιατί ενώ εμείς ούτε με τσούχτρες ή με πελωρίδες δεν μπορούμε να γεμίσουμε την κοιλιά, το αφεντικό μαζεύει και τα ψάρια και τα κέρματα. Και δεν του αρκούν τόσα που παίρνει από εμάς, ψάχνει ασταμάτητα και στη βάρκα. Τις προάλλες, όταν του στείλαμε από τη Μουνιχία να του πάει την πραμάτεια τον  Έρμωνα, κείνο το νεαρούλη, απαιτούσε από μας σφουγγάρια και μαλλιά της θάλασσας. Κι ενώ τα ζητούσε τόσο έντονα, ο Έρμωνας αφήνοντας το καλάθι με τα ψάρια, αφήνοντας κι εμάς τους ίδιους στη βάρκα, έφυγε μ’ ένα καΐκι με κουπιά σμίγοντας με κάτι Ροδίτες που έριχναν τα δίχτυα. Και το μεν αφεντικό έχασε έναν υπηρέτη, εμείς δε πενθήσαμε ένα καλό συνεργάτη.
 
Ο Ετοιμόκοσσος στον Ζωμεκπνέοντα.
…αλλά επειδή οι θεοί είναι σωτήρες και αλεξίκακοι και μ’ έσωσαν απρόοπτα φανερά από τον κίνδυνο, θα στρωθώ στη δουλειά και θα πάω στον Πειραιά να μεταφέρω τα φορτία από τα καράβια στις αποθήκες με μισθό. Γιατί είναι καλλίτερα να τρέφω την κοιλία μου με βραστό θυμάρι και κριθαρόψωμα, έχοντας εξασφαλισμένη τη σωτηρία της ζωής μου, παρά να απολαμβάνω γλυκίσματα, φασιανούς και πουλερικά περιμένοντας καθημερινά τον αβέβαιο θάνατο.

Ο Ψυχοκλάστης στο Βουκίωνα.  
Αφού την προηγούμενη μέρα ξυρίσαμε τα κεφάλια μας εγώ και ο Στρουθίας και ο Κύναιθος, όλοι μας παράσιτοι, κι αφού λουστήκαμε «εις το εν Σηραγγίω βαλανείον», γύρω στις πέντε η ώρα παίρνοντας δρόμο φτάσαμε «εις το προάστειον το Αγκυλήσι» στου νεαρού Χαρικλέα…

Ο Ωρολόγιος στον Λαχανοθαύμαστο.
…εγώ δε τρέχοντας στον Πειραιά και βρίσκοντας ένα σικελικό καράβι έτοιμο να λύσει τα σκοινιά της πρύμνης πούλησα στο ναύκληρο την [κλεμμένη ασημένια] κανάτα. Και τώρα έχοντας το αντίτιμο νανουρίζομαι από τον ήχο των κερμάτων και ξαναγύρισα νεόπλουτος…

Η Γλαυκίππη στη Χαρόπη.
Δεν είμαι πια ο εαυτός μου, μητέρα, ούτε δέχομαι να παντρευτώ αυτόν που του έδωσε προφορικά υπόσχεση γάμου τελευταία ο πατέρας, το παλικαράκι από τη Μήθυμνα, το γιο του κυβερνήτη, από τη στιγμή που είδα το νεαρό από την πόλη που κρατούσε τα κλαδιά της αμπέλου με τα σταφύλια, όταν με παρακίνησε να πάω στη πόλη που γινόταν η γιορτή των Ωσχοφορίων. Γιατί είναι όμορφος, ωραίος, μανούλα μου, και πολύ γλυκός, κι έχει μακριά μαλλιά σγουρότερα και από τα βρύα, και χαμογελά πιο χαριτωμένα από τη γαληνεμένη θάλασσα…Ή θα γίνω ταίρι δικό του ή μιμούμενη τη Σαπφώ από τη Λέσβο όχι από τα βράχια της Λευκάδας, αλλά από τα πειραϊκά υψώματα θα ριχτώ μοναχή μου στα φουρτουνιασμένα κύματα.
  
Η Πανόπη στον Ευθύβολο.
Όταν με παντρεύτηκες, Ευθύβολε, δεν ήμουν παραπεταμένη γυναίκα ούτε καμιά από τις ασήμαντες, αλλά είχα γεννηθεί από καλό πατέρα και καλή μητέρα. Ο Σωσθένης ο Στειριεύς ήταν ο πατέρας μου και μάνα μου η Δαμοφίλη, που ως νόμιμη κληρονόμος της πατρικής περιουσίας για να κάνω γνήσια παιδιά με συνδέσανε σε γάμο μαζί σου. Εσύ όμως εύκολος να ρίχνεις πονηρές ματιές και να χύνεσαι σε κάθε ηδονή των αφροδισίων, ατίμασες έμενα και τα κοινά μας παιδία, τη Γαλήνη και το Θαλασσίωνα, έγινες εραστής της Ερμιονίδας της μετοίκου, που για κακό των ερωτευμένων τη δέχτηκε ο Πειραιάς. Διασκεδάζει μαζί της η νεολαία που μένει προς τη μεριά της θάλασσας και ο καθένας της φέρνει το δικό του δώρο. Αυτή τα δέχεται και τα ξοδεύει σαν να ’ναι η Χάρυβδη. Εσύ ξεπερνώντας τα συνηθισμένα δώρα των αλιέων  μαίνουλες ή μπαρμπούνια ούτε φέρνεις ούτε θες να της προσφέρεις, αλλά σαν πιο ηλικιωμένος και παντρεμένος από καιρό και πατέρας όχι τόσο μικρών παιδιών θέλοντας να παραγκωνίσεις τους αντεραστές, κεφαλόδεσμους από τη  Μίλητο και φορέματα από τη Σικελία και από πάνω και χρήμα της στέλνεις. Ή θα πάψεις την υπεροψία και να είσαι λάγνος και να απέχεις από τη γυναικομανία, ή μάθε πως θα φύγω στον πατέρα μου, που θα αναλάβει τη φροντίδα μου και θα σε μηνύσει στους δικαστές για κακή συμπεριφορά.
 
Ο Αυχένιος στον Αρμένιο.
…Και εγώ που κάποτε γελούσα αυτούς που ήταν υπόδουλοι στα πάθη της τρυφηλής ζωής χώθηκα μέσα στο πάθος, και μπήκα στην έννοια να παντρευτώ και φέρνω στη φαντασία μου τον Υμέναιο, το παιδί της Τερψιχόρης. Το κορίτσι που αγαπώ είναι η κορούλα των μετοίκων από την Ερμιόνη - δεν γνωρίζω πως ξέπεσαν στον Πειραιά. Άλλη όμως προίκα να δώσω δε διαθέτω. Εγώ ο ίδιος θα δείξω πόσο ικανός ναυτικός είμαι, για να μη εκραγεί από θυμό ο πατέρας της, και νομίζω πως θα κάνει κατάλληλο γαμπρό.        
                      
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 1997, σελ. 22  με τίτλο: 
«Αρχαία πειραϊκά στιγμιότυπα».  
Μεταφορά εδώ με συμπληρώσεις, 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου