Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Εικόνες από τον Πειραιά του Μεσοπολέμου.


                                                                                       Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.


«PiraeusThe Bay of Passalimani  ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ Η Καστέλλα». Ο όρμος του Πασαλιμανιού, το Νο 47 επιστολικό δελτάριο των εκδόσεων του χαράκτη Λυκούργου Κογεβίνα (1887 - 1940) την περίοδο που ζούσε στο Παρίσι.         Από το 1919 εώς το 1933 ήταν σύζυγος της Μιχαήλας, κόρης του Γεωργίου Αβέρωφ. Το «ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ Η Καστέλλα» είναι λάθος, αφού απέναντι βλέπουμε το Ναυτικό, πρώην Ρωσικό Νοσοκομείο.

Για τον Πειραιά, τα χρόνια του μεσοπολέμου είναι μία περίοδος που μπορεί να μελετήσει κανείς με ενδιαφέρον.
Η πόλη ήταν απλωμένη αρκετά σε έκταση, είχε ικανοποιητικές λιμενικές εγκαταστάσεις, βιομηχανική ζώνη, έντονη οικοδομική δραστηριότητα, δυναμικούς εμπορικούς ρυθμούς, σημαντική κοινωνική και πνευματική ζωή. Με την παρουσία του προσφυγικού στοιχείου και των εσωτερικών μεταναστών είχε πολλά «φόντα» 
για ένα λαμπρό μέλλον.
«Ο Πειραιεύς είναι όπως η καρδία του ανθρωπίνου οργανισμού, η οποία συγκεντρώνει όλον το αίμα, το οποίον διασκορπίζει πάλιν εις όλα τα μέρη, με παλμούς δυνατούς.. είναι ο καθρέπτης της όλης ναυτικής ζωής και κινήσεως και ψυχής του τόπου μας» (Μηνιαία Ακρόπολις, ο Γύρος της Ελλάδος, Πειραιεύς, 
τεύχος 1ον, Ιανουάριος 1936, σελ. 45).
Στην απογραφή του Μαΐου 1928, στο σύνολο των 251.659 κατοίκων, οι άρρενες ήταν 125.183 και οι θήλεις 126.476. Το Πέραμα είχε 161 άνδρες και 170 γυναίκες.
Σκηνές από το λιμάνι, την κίνηση μέσα από τα δημοσιεύματα και τις επίσημες αναφορές, μας δείχνουν τον τρόπο διασκέδασης του πληθυσμού κάθε τάξης.
«...Χαρακτηριστικά ήσαν εις τον Πειραιά άλλοτε, και εν μέρει είναι ακόμη και σήμερον (1935) τα ιδιαίτερα νυκτερινά κέντρα, τα προωρισμένα δια τους ναυτικούς, ιδικούς μας και ξένους, τα οποία είναι διασκορπισμένα κατά μήκος της παραλίας».
Η ορχήστρα, πάνω σε εξέδρα ή κάτω, θορυβώδης. Στην είσοδο, ένας ή δύο θυρωροί, «εν είδει διερμηνέως οι οποίοι γνωρίζουν πολλάς γλώσσας», ιδίως αυτές που μιλούν οι ναύτες. Στην εξέδρα ή στη σκηνή εμφανίζεται και από μία ντίβα ή σαντέζα που τραγουδά ξένα τραγούδια της μόδας. «Πρόκειται περί καλλιτεχνικών αστέρων όχι βεβαίως πρώτης ή δευτέρας ή τρίτης ή καν τετάρτης τάξεως», οι οποίοι με βραχνή, ως επί το πλείστον, φωνή, προσπαθούν να ενθουσιάσουν τις παρέες των ξένων ναυτών που εν τω μεταξύ πίνουν ουΐσκι, αψέντι, κονιάκ ή άλλα δυνατά λικέρ. Μερικοί ανοίγουν και σαμπάνια...
Οι ξένοι ναύτες γίνονταν στουπί στο μεθύσι και έβγαιναν μη μπορώντας να σταθούν στα πόδια τους, τους μάζευαν οι συνάδελφοι και οι ειδικές περίπολοι. Οι συμπλοκές ήταν συχνές και αιματηρές. Οι ναύτες σχημάτιζαν ομάδες, έπιναν κρασί και συναντώμενοι με τους άλλους άρχιζαν τις αντεγκλήσεις. Με τη συνεχή παρουσία τους η κίνηση στην παραλία «ήτο ζωηροτάτη. Αλλά η κυκλοφορία των καλών Πειραιωτών νοικοκυραίων όχι και τόσο ασφαλής. Και δι’ αυτό οι δρόμοι ήσαν έρημοι από Πειραιώτας, δια τον φόβον των μεθυσμένων. Σήμερον η κατάστασις έχει βελτιωθή, οι μεθυσμένοι είναι ολιγώτεροι, η ασφάλεια μεγαλυτέρα».
Για τους Έλληνες ναύτες υπάρχουν πιο ήσυχοι τόποι, κεντρικοί και απόκεντροι. Αλλά και οι ντόπιοι ξέρουν πού θα διασκεδάσουν. Στα ίδια μικρά μαγειρεία, τις ταβερνίτσες, τα κρασοπωλεία, τα ουζοπωλεία, 
τα κεντράκια, τα καφωδεία, τα καφενεία, τα σινεμά, τις χαρτοπαικτικές λέσχες, τα ζαχαροπλαστεία.
Ο Στέλιος Μπινιάρης (Ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, Πειραιάς 1994, σελ. 24) μας πληροφορεί ότι «Οι καρότσες φέρνανε κόσμο στα διάφορα ζαχαροπλαστεία που υπήρχαν μέχρι του Βρεττού (βρισκόταν στη στροφή προς το Αντικαρκινικό από τον παραλιακό δρόμο) και πολλά απ’ αυτά διαθέτανε και ορχήστρες για τη διασκέδαση των πελατών. Θα θυμηθώ κάποιο απ’ αυτά τα ζαχαροπλαστεία - κέντρα - που το έλεγαν Το Υπέροχον.. Δεν υπήρχε κανταδοταβέρνα, που να μη διέθετε τουλάχιστον δύο κιθάρες, για τις παρέες της καντάδας που συχνότατα έρχονταν για κρασί και τραγούδι. Και μερικές απ’ τις ταβέρνες αυτές που θ’ αναφέρω ήταν: του Κουλουριώτη, Βλάχου, Μούκα, Γουζούαση, Μανδράκι, Καμαράδου, Πυραμίδες, Αλεβιζάκη, Μπάρμπα Γιώργη, Σουρμέλη, Μεθενίτη, Βορόνωφ, Σιδέρη, Ακύλα, και τόσες άλλες που μας κράτησαν συντροφιά μέσα σ’ αυτές με τα ωραία τους τραγούδια οι τραγουδιστές και οι χορωδίες..».
  
«ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ: Πλατεία Καραϊσκάκη». Αντίγραφο καρτποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα από τη συλλογή ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Παρασκευά Ευαγγέλου, 1989, αριθμός 38. Σε πρώτο πλάνο διακρίνονται τραπεζοκαθίσματα υπαίθριου καφενείου στην Ακτή Τζελέπη. 

Πιο παλιά, ιδίως τα καλοκαίρια, στις πλατείες του Πασαλιμανιού, του Τουρκολίμανου, της Φρεαττύδας και του Τζελέπη ή του Αγίου Διονυσίου, τα καφενεία έστηναν εξέδρες στις οποίες «διάφοροι ξεπεσμένοι αστέρες ετραγουδούσαν τον Βλάχο, "εξετέλουν" τον χορόν της κοιλίας ή παρίστανον ταραντέλλαν».
Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο από τη δύση του ήλιου μέχρι και μετά τα μεσάνυχτα. Ουδέποτε έφταναν οι καρέκλες και γύρω από τους καθισμένους «υπήρχε και ένας ευρύς κύκλος από ορθίους πάσης ηλικίας και πάσης τάξεως». Αργότερα οι πλατείες εξωραΐστηκαν και απόκτησαν μόνιμα καφενεία, ευπρεπή καταστήματα, θέατρα, σινεμά και άλλα.
Στις γιορτές, τα πυροτεχνήματα καίγονταν συνήθως στο Πασαλιμάνι (αρχικά στην πλατεία Αλεξάνδρας). Κινηματογράφοι ήταν το Πανελλήνιον, το Πάνθεον, το Χάι Λάιφ, τα Ολύμπια (μετέπειτα Κάπιτολ), 
το Σπλέντιτ, τα Ηλύσια, το Φως, το Παλλάς Ταμπουρίων και κάποιοι άλλοι. Καφωδεία είχαμε το Έντεν, 
το Διεθνές, το Τζων Μπουλ. Κατασκευαστές «ναργιλέδων και τουμπεκίων» ήταν οι αδελφοί Γιοβανίδη στην οδό Νικήτα 4. Καφέ μπαρ, καφέ αμάν, καφέ σαντάν είχαμε στην Τρούμπα, στην Ακτή Μιαούλη, στου Μανίνα και αλλού. Χασισοποτεία (τεκέδες) λειτουργούσαν καμιά εικοσαριά από τη Δραπετσώνα μέχρι την απόμακρη Πειραϊκή Χερσόνησο.
«Κατά μήκος όμως της ακτής και ως επί το πλείστον επάνω εις τα βραχάκια, υπάρχουν διάφορα εξοχικά κέντρα, εις τα οποία συχνάζουν πολλοί ρωμαντικοί και εκείνοι που ημπορούν να κάμουν τον γύρον της Πειραϊκής με αυτοκίνητον».
Ένα τέτοιο «σεπαρέ» ήταν του Μπαϊκούτση, όπου τώρα ο Σύλλογος Ερασιτεχνικής Αλιείας και Ναυτικών Αθλημάτων Πειραϊκής (αρχικά ΣΕΑΝΑΠ, ίδρυση στα 1977).
Η περιοχή άλλοτε ήταν το στέκι και το καταφύγιο των αλητών της πόλης, στα βράχια της και στις σπηλιές της κατέφευγαν και διανυχτέρευαν όλα σχεδόν τα κακοποιά στοιχεία. Ο περίπατος προς τα εκεί από το απόγευμα και μετά ήταν πολύ επικίνδυνος. Οι εφημερίδες είχαν κατά καιρούς θορυβήσει την κοινή γνώμη για τα πολλά και στυγερά εγκλήματα που είχαν συμβεί. Τα καταδιωκτικά όργανα με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις έκαναν γενική εκκαθάριση. Μέσα στις σπηλιές συνελήφθησαν διάφοροι γνωστοί τύποι και ανακαλύφτηκαν «πειστήρια και μυστήρια πολλών αγνώστων εγκλημάτων».
Εκεί υπήρχαν και κέντρα χασισοποτών και καταναλωτών άλλων ειδών ναρκωτικών, μέσα σε μικρά και ανύποπτα καφενεδάκια και ημιυπαίθρια εστιατόρια, «όπου μαζί με τις μαριδούλες του Φαλήρου και τους αχινούς προσεφέρετο και η περίφημη "πρέζα", αι δόσεις του χασίς ή της ηρωΐνης ή της κοκαΐνης, μέσα εις λουλάδες και ναργιλέδες και πίπες και ειδικά σιγαρέττα».
«Σήμερον (1935), όλα αυτά έχουν σχεδόν εξαφανιστεί».
Αν και όχι πολυσύχναστα, δεν ήταν πια τόσο ερημικά τα παράλια της Πειραϊκής εξαιτίας της ανοικοδόμησης και της διάνοιξης οδών.
Στη Φρεαττύδα με τα πολυάνθρωπα και παλαιότατα θαλάσσια μπάνια της, βρίσκονταν μερικά εξοχικά κέντρα κατά μήκος των ακτών της και επάνω στα βράχια, όπου σερβίρονταν ψάρια, άλλα θαλασσινά της ώρας και από τα οποία η θέα προς το Παλαιό Φάληρο και τον Υμηττό ήταν θαυμάσια.
Στο Πασαλιμάνι, εκτός από τα μαγαζιά «υπάρχει ωραία προκυμαία και κρηπίδωμα, όπου γίνεται ο περίπατος των περιοίκων».
Βλέπουμε να συναντιούνται οι καλοντυμένες Πειραιώτισσες κυρίες με τις μικρές παρέες φτωχών οικιακών βοηθών που ήλθαν από την επαρχία και τα νησιά, με τις παραμάνες που κυλούσαν τα καροτσάκια των μωρών, τους έφηβους με τη σχολική σάκα στον ώμο, τους νέους να κάνουν αστεία και να σιγανοθαυμάζουν τα όμορφα κορίτσια.
Το Τουρκολίμανο τέλος, όπου κάτω από την έπαυλη του Κουμουνδούρου υπήρχε και ένας μικρός πευκώνας, ήταν γεμάτο από εξοχικά κέντρα και μικρά εστιατόρια, όπου οι θιασώτες του καλού κρασιού και των θαλασσινών μεζέδων και φρέσκων ψαριών «κατήρχοντο εις ολονύκτια γλέντια. Σήμερον τα λαϊκά και πρωτόγονα άλλοτε εκείνα κέντρα, μετεβλήθησαν εις ευπρεπείς ταβέρνας και εστιατόρια και ζυθοπωλεία, 
τα οποία καταδέχεται όχι μόνον η αριστοκρατία και η πλουτοκρατία του Πειραιώς αλλά και των Αθηνών».
  
«Το Φάληρον». Αντίγραφο καρτποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα από τη συλλογή ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Παρασκευά Ευαγγέλου, 1989, αριθμός 32. Τραπεζοκαθίσματα κοντά στην εξέδρα. Πλήθος ανθρώπων που τώρα πια «χάθηκε στη σκόνη», απολαμβάνει μερικές ήσυχες στιγμές της εν ζωή δράσης του.
  
Στις τελευταίες αναλαμπές τους οι μεγάλες αίθουσες των πολυτελών ξενοδοχείων στο Νέο Φάληρο γέμιζαν ακόμα αλλά η εκμετάλλευση των χώρων ψυχαγωγίας στην εκετεταμένη παραλία - πλατεία έφθινε σταθερά. Η κίνηση για φαγητό, αναψυκτικά, γλυκά, παγωτά σε συνδυασμό με τα παλαιά θεάματα, τα μπάνια, τις κοινωνικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις, χορούς, το θέατρο, είχε προσαρμοστεί μόνο στις απαιτήσεις της εποχής, στην επικρατούσα μόδα, αφού οι οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες γύρναγαν πλέον την πλάτη στο περίφημο αυτό θέρετρο της Belle époque που δέχθηκε τη χαριστική βολή στον τελευταίο πόλεμο..  
 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Φιλολογική Στέγη, Περίοδος Β΄, τεύχος 6, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2006, σελ. 311 - 313, στήλη ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Μεταφορά εδώ ελαφρά επαυξημένη, Δεκέμβριος 2013.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου