Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Το Ρολόι του Πειραιά.


[Το κείμενο της διάλεξης της 26 Μαρτίου 2014 στον ΖΗΝΩΝΑ] 


                                                                                             Του Δημήτρη Κρασονικολάκη.
  



Καλησπέρα σε όλους σας. Με τον Ζήνωνα έχω δεσμούς από παλιά. Θυμάμαι ότι στα 1988, στο τεύχος 128 είχα γράψει στο περιοδικό μια εργασία μου για την ετυμολογία της Δραπετσώνας. Εδώ έχω μιλήσει ξανά, ακόμα και ποιήματα απήγγειλα κάποτε.. Για πάρα πολλούς λόγους είμαι ευτυχής που είμαι κι εγώ μέλος του.    

Ήταν κάποτε ένα κτήριο στημένο στο κέντρο μιας νέας πόλης, στην άκρη της θάλασσας. Στόλιζε το περιβάλλον, έδωσε όλα τα καλά που μπόρεσε να προσφέρει, εξυπηρέτησε δημότες, πολιτικούς, ναυτικούς, επισκέπτες και περαστικούς.
Ύστερα η πόλη απλώθηκε, στράφηκε αλλού, έπαψε να του δίνει σημασία κι αυτό άρχισε να γερνά, να χάνει την λάμψη του, να παραγκωνίζεται.
Με τα χρόνια θεωρήθηκε παρείσακτο, εμπόδιο στην ανάπτυξη, ενοχλητική κληρονομιά του παρελθόντος.
Οι άνθρωποι, μετά από πολλές συζητήσεις για την τύχη του, αποφάσισαν να το κατεδαφίσουν. Αφανίστηκε. Εκείνο, σαν έμψυχο ον, πήρε την εκδίκησή του και αναγνωρίστηκε «μετά θάνατον».
Με την μορφή του πρόλαβε να μπεί στο υποσυνείδητο, να εδραιώσει την παρουσία του, να ξυπνήσει νοσταλγικές αναμνήσεις, μέχρι που έγινε το σύμβολο -  μνημείο της χαμένης αίγλης της πόλης. 
Με την επανεμφάνισή του ζητάει απλά την απόδοση δικαίου.
Τα δημιουργήματα του ανθρώπου, πράγματα φτιαγμένα από φυσικά ή μεταποιημένα γήινα υλικά, έχουν, όπως και η ζωή, την δική τους διάρκεια ύπαρξης.
Μιλώντας αυτή την φορά για το Παλαιό Δημαρχείο, το κτήριο που στέγασε και έμεινε στην ιστορία σαν το Ρολόι του Πειραιά, μετράμε 99 χρόνια, ηλικία που θα άντεχε να διανύσει και ένα άτομο σαν κι εμάς.

Σπάνια φωτογραφία του δημαρχιακού μεγάρου με ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον: «Ρέθυμνο 2-2-99/ Αγαπητέ Δημήτρη/ Αυτές τις μέρες πήρα ένα «σκάνερ» με σκοπό να δημιουργήσω ένα ηλεκτρονικό αρχείο εικόνων και φωτογραφιών που αναφέρονται στο θέμα μου, την Κρήτη. Ψάχνοντας λοιπόν βρήκα και θυμήθηκα τις φωτογραφίες του Πειραιά που βλέπαμε. Υπενθυμίζω ότι τις τράβηξε ο φωτογράφος του ρωσικού εκστρατευτικού σώματος, που ξεκίνησε από την Οδησσό για την Κρήτη το 1897. Φυσικά πέρασε και από τον Πειραιά και έτσι έχομε κι από κει φωτογραφίες. Γιώργος Εκκεκάκης».

Ο Δημήτριος Αθανασίου Μουτζόπουλος χρημάτισε δήμαρχος Πειραιά σε δύο συνεχείς περιόδους, δηλαδή από τις 20.4.1866 έως και 16.4.1874.
Στην δεύτερη κιόλας συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου (27.4.1866) πρότεινε να δωρήσει και να αναρτηθεί «ωρολόγιον» σε εμφανές σημείο.
Ο προϋπολογισμός έλεγε ότι θα άξιζε 14.000 δραχμές, θα έδινε τις 4.000 από την τετραετή μισθοδοσία του και τα υπόλοιπα από την τσέπη του.  
Ερχόμαστε στον Μάιο του 1868. Σχηματίστηκε επιτροπή από τους Ιωάννη Σέρρο, Γεώργιο Βασιλειάδη, Γεώργιο Καψαμπέλη και Πέτρο Καρακλή, που με τον δήμαρχο και τον δημοτικό μηχανικό θα επέλεγαν το κτήριο που θα έφερε τον περίφημο μηχανισμό.
Η ανάπτυξη της πόλης και η εμπορική δραστηριότητα έριξε την ιδέα για την ίδρυση ενός τοπικού χρηματιστηρίου εμπορευμάτων.      
Παρά τις αντιδράσεις που έλεγαν να δοθούν άλλες προτεραιότητες, το συμβούλιο αποφάσισε τον Νοέμβριο του 1868 να χτιστεί και πάνω του να ενεγερθεί το ρολόι.
Ενέκρινε την σύναψη τοκοχρεωλυτικού δανείου 100.000 δραχμών με την έκδοση 200 ομολογιών των 500 δραχμών (τόκος 8%, 4 χρόνια 15.000 και 6 χρόνια 18.000) που καλύφθηκε από ιδιώτες «όπερ δάνειον θέλει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς προς ανέγερσιν, εν τη πόλει Πειραιώς παρά την πλατείαν Θεμιστοκλέους, Χρηματιστηρίου ή Εμπορικής Λέσχης, εν ω θα συνέρχεται εφεξής ο Εμπορικός Σύλλογος της ομωνύμου πόλεως». Οι πολεοδόμοι είχαν προσδιορίσει θέση για Χρηματιστήριο στα ΒΑ της πλατείας και για Δημοτικό Θέατρο στον Τινάνειο κήπο. Ζητήθηκε η άδεια τροποποίησης του σχεδίου πόλεως στην νότια πλευρά του κήπου Θεμιστοκλέους.
Τα σχέδια έκανε ο μηχανικός αντισυναγματάρχης Γεράσιμος Μεταξάς.
Τις οικοδομικές εργασίες ανέλαβε ο Παναγιώτης Κύπριος.
Οι Λουκάς Ράλλης και Γ. Αναστασόπουλος αντέδρασαν δικαστικά επειδή θα μειωνόταν η θέα των σπιτιών τους.
 
Από τα Αρχεία του Υπουργείου Πολιτισμού της Γαλλίας: «27 Ιουνίου 1917. Επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα. (27 - 30 Ιουνίου 1917). Το δημαρχείο φυλασσόμενο από τους τυφεκιοφόρους ναύτες μας [πεζοναύτες]. Χωρίς όνομα φωτογράφου». 

Ο θεμέλιος λίθος μπήκε τον Αύγουστο του 1869. Τον Ιούλιο του 1873 ανέλαβε την διακόσμησή του ο Κωνσταντίνος Πρινόπουλος. Σύμφωνα με τον Παντολέοντα Καμπούρογλου κόστισε 194.000 δραχμές. 
Ο μηχανισμός έκανε 8.184 δρχ. που τις δώρησε ο Μουτζόπουλος και επιπλέον παρεχώρησε την 8.000 δρχ. αντιμισθία του για το κτίσιμο του πύργου που τοποθετήθηκε.   
Στα 1874 ο πάνω όροφος στέγασε τη Λέσχη που με συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις, χορούς λειτούργησε έως το 1885 (ενοίκιο 300 δρχ. το μήνα).
Υπήρξε πρόβλεψη να ενταχθεί και η βιβλιοθήκη, δωρεά του Δημητρίου Μαυροκορδάτου.
Στις 9.2.1875 εγκαινιάστηκε το Χρηματιστήριο αλλά υποβαθμίστηκε από τους Αθηναίους.
Με το ψήφισμα 266 της 20.6.1873 μισθώθηκαν δύο δωμάτια (180 δραχμές τον μήνα) για «Ταχυδρομείον και Τηλεγραφείον» που άνοιξε αργότερα, στα 1876 όταν λύθηκε η σύμβαση με τον Φωκά, που είχε τους χώρους με χρήση καφενείου.
Το καφενείο του Δ. Δημόπουλου (από τον Οκτώβριο του 1880) που εξελίχθηκε στο γνωστό του Α. Κομνηνού (Ιούνιος 1897), έδωσε ζωή και έγινε τόπος ψυχαγωγίας πολλών επόμενων δεκαετιών. Στο ισόγειο είδαμε να ανοίγει και κουρείο ενώ κάπου κοντά του ή στον πάνω όροφο λειτούργησε και ένα θέατρο, το ΕΝΑΕΡΙΟΝ. 
Το δημαρχείο του Πειραιά ήταν τότε στην γωνία Λυκούργου και Δημοσθένους.
 Είχε θεμελιωθεί στις 15.6.1858, ήταν ανοιχτό από τον Σεπτέμβριο του 1859 έως τα μέσα του 1885.
«Ο Αριστείδης Σκυλίτσης, βλέπων ότι το ωραίον κτίριον,.. δεν ήτο ορθόν να χρησιμοποιείται ως λέσχη ολίγων αργοσχόλων, ενώ η πόλις εστερείτο ευπροσώπου Δημοτικού Καταστήματος, ..μίαν ωραίαν πρωΐαν ο Δήμαρχος.. μετά του προσωπικού της Δημαρχίας μετέφερε τα Γραφεία της Δημαρχίας, έπιπλα και έγγραφα του Δήμου, εις το ωραίον Δημοτικόν κτίριον..» σημείωσε στο βιβλίο του περί των δημάρχων ο Σπηλιωτόπουλος, παρ. 97. 
Παρά τις αντιδράσεις δημοτικών συμβούλων - για καιρό δεν πήγαιναν στα συμβούλια - υπήρξε απαρτία στις 13.12.1885 και όλα πήραν τον δρόμο τους.
«Γύρω από το κτήριο, στην πλατεία, στην αποβάθρα, στην ακτή και στην οδό Μιαούλη, στην οδό Αθηνάς, εκτυλίχτηκαν αμέτρητες σκηνές από την ιστορία της πόλης και της Ελλάδας της ίδιας: μαούνες και καράβια, διαδηλώσεις, βασιλικές υποδοχές και νεκρικές πομπές, αναχωρίσεις - αφίξεις για και από τον πόλεμο, κινήματα, θρησκευτικές λιτανείες εικόνων, στήσιμο προσφυγικών μικρομάγαζων, βομβαρδισμοί, υπαίθριοι μικροπωλητές, βιβλιοπώλες, λούστροι, παπατζήδες, φωτογράφοι, κίνηση πεζών και οχημάτων, εικόνες γραφικές που άλλαζαν παραστάσεις με τα χρόνια, με τη μόδα, με την εξέλιξη» γράψαμε με τον Βασίλη Πισιμίση στα 2003 όταν επιμελήθηκα το κείμενο στο βιβλίο του «Το Ρολόι του Πειραιά, το παλιό Δημαρχείο».

«ΔΕΛΤΑ. 360. ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ. Προκυμαία». Φωτογραφία μεταξύ των ετών 1936 - 1944 αφού η Αγία Τριάδα έχει δύο καμπαναριά.  

Η Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ, λίγο μετά τον βομβαρδισμό, Παρασκευή 14.1.1944, σελ. 1: «το κτίριον του Δημαρχείου το οποίον διατηρείται εισέτι όρθιον, υπέστη σοβαράς ζημίας, όλοι οι υαλοπίνακές του κατεστράφησαν καθώς και το μέγα ωρολόγιον το οποίον ευρίσκεται εις τον πυργίσκον του.. Λόγω αυτών των ζημιών θα εγκαταλειφθή και θα μεταφερθούν εις ασφαλέστερον σημείον αι διάφοροι υπηρεσίες του». 
Στην κατοχή και τα μετέπειτα χρόνια - έως το 1950 - είχε επιταχθεί.
Ο Δήμος αποφάσισε να ενοικιάσει το ακίνητο του Δημοσθένη Ρεπετσά στην Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας (Λαμπράκη) 66. Δημαρχείο χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1953 και το μέγαρο του Δηλαβέρη.  
Το κτήριο άρχισε να απειλείται ήδη από την δεκαετία του ’30: «Επί του πύργου του κτιρίου τούτου άμα τη αποπερατώσει αυτού ο Δημήτριος Μουτζόπουλος κατεσκεύασεν ιδία δαπάνη το μέχρι σήμερον υπάρχον ωρολόγιον, όπερ τοσούτον εξυπηρέτησεν και εξυπηρετεί θαυμασίως την πόλιν και τον λιμένα Πειραιώς, και θα εξυπηρετή ακόμη επί πολλά έτη, εκτός εάν πραγματοποιηθή η βέβηλος σκέψις, ην συνέλαβεν ο τέως Δήμαρχος Πειραιώς, να κατεδαφισθή το ωραίον αυτό κτίριον, ... δια να καταστή περίβλεπτον το εύγραμμον Μέγαρον της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος...» [σήμερα ΝΑΤ] έγραψε ο Σπηλιωτόπουλος, παρ. 63. [εννοεί τον Στρατήγη]
«Το Ρολόι, όπου στεγάζεται η Δημοτική Αρχή Πειραιώς και κατά τους πολεοδόμους το... τέλος του οποίου θα είναι η κατεδάφισις διότι ο Πειραιεύς έχει ανάγκην επιβλητικού δημαρχείου και προ παντός αναμορφώσεως του χώρου που είναι η βιτρίνα του λιμένος, της πόλεως και της Ελλάδος». [Από το Λεύκωμα Πειραιώς του Πανίτσα, 1958]

«Πειραιεύς – Άποψις Λιμένος. Φωτο ΝΙΚ 3».

Η φθορά ήταν εμφανής.
Στις 1 Ιουλίου 1968 (16η συνεδρία, θέμα 10ο) η ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία προηγουμένως είχε πάρει απόφαση «όπως το παλιό αυτό κτίριο ανακαινισθή και μετατραπή εις Μουσείον», αποφάνθηκε: ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΙΣ.
«Η απόφασις ελήφθη κατόπιν ωρίμου σκέψεως και μετά στάθμισιν όλων των εξ αντικειμένου στοιχείων». 
Η ανακαίνισή του ήταν ασύμφορη. Τα μάρμαρα είχαν φαγωθεί. Βρωμιά και ποντίκια παντού. 
Η νέα Αγία Τριάδα ήθελε να φαίνεται από την θάλασσα, οι συγκοινωνιολόγοι επέμεναν να ανοιχτεί ο χώρος για εύκολη κυκλοφορία των οχημάτων. Ο ίδιος ο Δήμαρχος το αιτιολόγησε: «Η απάλειψις του κτιρίου εκ της θέσεως αυτής θα επιτρέπη από τον λιμένα μέν πανοραμικώς να παρουσιασθούν όλα τα νέα κτίρια τα οποία έχουν κτισθή εις την παραλίαν εν συνεχεία και η απαλλαγή από τα κτίσματα του πολυούχου της πόλεως του Αγίου Σπυρίδωνος, τον Τινάνειον Κήπον και εν συνεχεία της Τραπέζης το κτίριο, το νέο μας κτίριο του Εμπορικού Κέντρου το οποίον θα κτισθή εις την παλαιάν αγοράν, εν συνεχεία το Ξενοδοχείον που πρόκειται, να κτισθή εν συνεχεία του Εμπορικού Κέντρου, σας δίδει μία εικόνα του πόσο θα κερδίση η πόλις με την απαλλαγήν του μέρους τούτου από το κτίριο αυτό.
Γνωρίζω βεβαίως, ότι συναισθηματικώς η πόλις συνδέεται με το κτίριον αυτό και θα πρέπει να πω ότι κι’ εγώ ως Πειραιώτης είμαι πολύ περισσότερο συνδεδεμένος, διότι εκ της Δημαρχείας αυτής επέρασαν 4 πρόγονοί μου. Αλλά τα θέματα της πόλεως δεν είναι δυνατόν να συνδέονται με συναισθηματισμούς».
Δεκαπέντε ψήφοι υπέρ, δύο κατά, της Αθηνάς Δηλαβέρη, αδελφής της Παξινού και γυναίκας του Κρίτωνα, προέδρου των Γηγενών Πειραιωτών [είπε πριν την οριστική άρνηση: Κύριε Πρόεδρε, εγώ σαν Πειραιώτισσα θα ψηφίσω όχι] και του Ιωάννη Λέντζου. Πολλές από τις υπηρεσίες είχαν ήδη διασκορπιστεί σε άλλα οικήματα. 
Οι αντιδράσεις αλλά και οι παραινέσεις επωνύμων, δημοσιογράφων, φορέων γέμιζαν τα φύλλα των
εφημερίδων. Ο Ιωάννης Μελετόπουλος συναίνεσε στην κατεδάφισή του γράφοντας μεταξύ άλλων
ότι: Η αρχιτεκτονική του ήτο τελείως «αρχοντοχωριάτικη». Ο γενικός διευθυντής του ΟΛΠ Γρηγόρης
Μαντζουράνης είχε προτείνει να ανταλλαγεί ή παραχωρηθεί για να ιδρυθεί Ναυτικό Μουσείο.  
«Το Ωρολόγιον» πρέπει να διατηρηθή πάση θυσία, διότι αποτελεί διεθνές ραντεβού του Αποδήμου 
Ελληνισμού και προσοίδει προσωπικότητα και ιδιαιτέραν έκφρασιν εις τον πρώτον λιμένα της Χώρας. 
Ο,τι είναι ο Λευκός Πύργος δια την Θεσσαλονίκην και το «Μπίγκ Μπέν» δια το Λονδίνον είναι και το 
«Ρολόϊ» δια τον Πειραιά».

Φωτογραφία κολλημένη σε χαρτονάκι. Το Ρολόι και το Μέγαρο ΝΑΤ θεώμενο από την οδό Φίλωνος.

Το γκρέμισμα έγινε τον Σεπτέμβριο του 1968.
 Ο κατεδαφιστής του παρελθόντος ή θεμελιωτής του σύγχρονου Πειραιά - διαλέγει ο καθένας τον χαρακτηρισμό  - Αριστείδης Σκυλίτσης, ήθελε να απαλλάξει την πόλη από κάθε τι παλιό, άρα αντιαισθητικό. Πέθανε το 2006, κι εκείνος όπως το Ρολόι, 99 ετών.
Το ζήτημα για την επανακατασκευή του άνοιξε στα 1993 η ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΛΕΣΧΗ του Θανάση Μεντζελόπουλου και στα 1994 ο πρόεδρος του ΕΕΠ Γιώργος Λοντόρφος (γεννήθηκε στα 1926, όλοι στεναχωρηθήκαμε όταν αυτοκτόνησε στις 6 Απριλίου 1997). Εγκρίθηκε από το Νομαρχιακό Συμβούλιο (Νομάρχης ήταν ο Νίκος Σχοινάς) στις 6.4.1994. Έτσι στις 13.11.1995 βγήκε απόφαση να ανοιχτεί λογαριασμός και συγκροτήθηκε εξαμελής επιτροπή. Έχω το δελτίο τύπου της 9.1.1996 στο οποίο ανακοινώνει την ήδη ανάθεση της μελέτης για την απόδοση του εξωτερικού περιγράμματος στον καθηγητή του Πολυτεχνείου Μπαντέκα και το άνοιγμα του λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα. Στις 3 Ιουλίου έγινε από τον Σύνδεσμο Γυναικών Κρήτης και Νήσων Αιγαίου μεγάλη εκδήλωση στο Βεάκειο. Αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Συνδέσμου ήταν η Βαρβάρα Μανέτα, κατόπιν δήμαρχος Αντιπάρου.
Ακολούθησε παύση.
Η αρθρογραφία για το παλιό Ρολόι είναι πλούσια, σκορπισμένη σε περιοδικά, εφημερίδες και παραγράφους πολλών βιβλίων. Προσωπικά είχα ασχοληθεί μαζί του πολλές φορές. Επειδή δεν είχε κυκλοφορήσει ειδική έκδοση, στα 2003 συνεργάστηκα όπως είπα παραπάνω με τον Βασίλη Πισιμίση να εκδόσει το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό βιβλίο με τίτλο «Το Ρολόι του Πειραιά. Το παλιό Δημαρχείο» από τις  ΣΥΛΛΟΓΕΣ του Αργύρη Βουρνά. Είμαστε ικανοποιημένοι που τα επόμενα κείμενα που γράφτηκαν για το Ρολόι πήραν πολλά στοιχεία από αυτό το βιβλίο. 
Στα 2005 με τον εορτασμό των 170 χρόνων του Δήμου Πειραιά, σε επαφή μου με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία βγάλαμε ένα αναμνηστικό λεύκωμα με δικά μου κείμενα και φωτογραφίες. Σε τέσσερα γραμματόσημα απεικονίσαμε τα μνημεία που χαρακτηρίζουν τον Πειραιά: το Ρολόι - το μόνο που απουσιάζει - , την Αγία Τριάδα, το Δημοτικό Θέατρο, το Παλαιό Ταχυδρομείο. Μια συλλογή με αναφορές και δημοσιεύματα για το Ρολόι ανακοίνωσε πρόσφατα στο διαδίκτυο και ο φίλος μου Γιώργος Μπαλούρδος.         
Στις μέρες μας, 45 χρόνια μετά, ο δήμαρχος της πόλης Βασίλης Μιχαλολιάκος προχώρησε περισσότερο. Έβαλε υψηλό στόχο να το ξαναφτιάξει. Ήδη άλλαξε το ρυμοτομικό σχέδιο και ξεκίνησε ενέργειες για την εξεύρεση χρημάτων.
Αν και απίστευτο, ίσως δούμε στο λιμάνι ένα καινούργιο κτίσμα με πάνω του ωρολογιακό μηχανισμό τύπου ROLEX.
Παρά τις αντιρρήσεις που περιορίζονται στην διαπίστωση ότι ένα μνημείο αν και άδικα κατεδαφισμένο και οριστικά χαμένο ΔΕΝ πρέπει να ξαναχτίζεται αφού θα είναι πλέον αντίγραφο (Χάρτα της Βενετίας, Μάιος 1964, βλέπε και το Λιοντάρι του Πειραιά, είναι αναπαράσταση του αυθεντικού που βρίσκεται στη Βενετία), ότι οφείλει ο Δήμος να εστιάσει σε άλλες δραστηριότητες, το συναίσθημα υπερτερεί, η πειραϊκή υπερηφάνεια και το έντονο τοπικιστικό πνεύμα διαλύει κάθε αντίσταση και δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε με την ανοικοδόμησή του.
Ως πρόεδρος του Ινστιτούτου Πειραϊκών Μελετών της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς ευχαρίστως θα πρότεινα στην Δημοτική Αρχή να αναθέσει στην ομάδα μου την σύνθεση ενός ιστορικού λευκώματος ώστε τα κείμενα και οι φωτογραφίες του να ξυπνήσουν στους μεγάλους αναμνήσεις και στους νεότερους το ενδιαφέρον, την εξοικείωση και την αποδοχή της ιδέας της επανέγερσής του.

Στο μέσον της ομιλίας παρενέβη ο δήμαρχος Πειραιά Βασίλης Μιχαλολιάκος. Στα χέρια του κρατά το κείμενο της διάλεξής μου.  

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΖΗΝΩΝ, τεύχος 229, Απρίλιος - Μάϊος - Ιούνιος 2014, σελ. 16-19.




Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ένα κείμενο για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.


Από το «ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ», τεύχος 2ον, Απρίλιος 1956, σελ. 12 - 14.


                                                                Γράφει και μεταφέρει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


1172. ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ. Το Δημοτικόν Θέατρον. Δ. Το δελτάριο αγόρασα 1.500 δραχμές στις 18.11.2001.

Με κλειστούς ή ανοιχτούς τους προβολείς να σκουραίνουν και να φωταγωγούν τις αρμονικές επιφάνειές του, το Δημοτικό Θέατρο εκπέμπει την μεγαλοπρέπεια ενός κτηρίου που με «ηλεκτρίζει», κάνει να στέκομαι μερικές στιγμές της ζωής μου και να το κοιτάζω από όλες τις μεριές, μέρες και νύχτες, πρωϊνά και βραδυνά, χειμώνες και καλοκαίρια εδώ και πενήντα χρόνια, από το 1964 όταν με κατέβαζαν ο γονείς μου να κάνουμε τον περίπατό μας στο κέντρο της πόλης έως τώρα που τρέχω για τις δουλειές μου. Φυσικό είναι να έχω συγκεντρώσει δύο ογκώδεις φακέλους με ποικίλη θεματολογία γύρω από αυτό.

Ο Μιχαήλ Επιφάνης, 1882  - 1963, ήταν δικηγόρος, συγγραφέας πολλών νομικών έργων, λογοτεχνικών και πειραϊκών μελετημάτων (Ειδικά για τον Πειραιά: «Η νομική θέσις των εν Πειραιεί Ραλλείων Σχολείων» στην ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 1955 και στην ΠΕΙΡΑΪΚΗ, 1961, «Το εν Φρεαττοί Φονικόν Δικαστήριον και η επί των ημερών μας εξαφάνισις του παναρχαίου ορμίσκου του, (Μελέτη Αττικού Δικαίου)», Πειραιεύς 1961 και 
«Τα δικαιώματα του εν Πειραιεί καθεδρικού ναού της Αγίας Τριάδος επί του περιβόλου του», Εν Πειραιεί 1962).
Ένα από τα κείμενα του Επιφάνους που ενδιαφέρουν την εποχή μας είναι αυτό για την ιστορία του Δημοτικού Θεάτρου. Ο ερευνητής, χρησιμοποιώντας τις πηγές που μπόρεσε να βρει τον καιρό της σύνταξης του άρθρου, δίνει με το δικό του ύφος τα στοιχεία εκείνα που αποδίδουν την αναδρομή του πειραϊκού μας θεάτρου από την ίδρυση έως την δεκαετία του 1950. Ας το απολαύσουμε με την αυθεντική, πεντακάθαρη γραφίδα του.
 
Από το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ του Συνδέσμου Γηγενών Πειραιώς, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1955. «Η εικών του εξωφύλλου μας παριστά το Δημοτικόν Θέατρον Πειραιώς».  

Πειραϊκοί Περίπατοι. 
Το Δημοτικόν Θέατρον Πειραιώς και η ιστορία του.
Του κ. Μιχ. Επιφάνους.

Το 1884 κατά το οποίον ήρχισεν η εκσκαφή των θεμελίων του Δημοτικού Θεάτρου επί της δημαρχίας του Αριστείδου Ομηρίδου Σκυλίτση, υπήρξε σημαίνων σταθμός δια την πνευματικήν ανάπτυξιν, την κοινωνικήν πρόοδον και τον πολιτισμόν  του Πειραιώς. Σκοπός της ανεγέρσεώς του δεν ήτο να χρησιμεύση απλώς ως το μάλλον αξιόλογον και επιβλητικόν δημοτικόν κτίριον της πόλεώς μας, αλλά να καλύψη επιτακτικάς εκπολιτιστικάς της ανάγκας. Πράγματι κατά την υπερεξηκονταετή από του 1895 λειτουργίαν του το Δημοτικόν Θέατρον υπό την εποπτείαν της εκάστοτε Δημοτικής Αρχής επετέλεσεν όσον ηδύνατο καλλίτερον τον προορισμόν του ως κέντρον πνευματικής, καλλιτεχνικής και εκπολιτιστικής ακτινοβολίας, και εξυπηρέτησε κατά τον δυνατόν εκάστοτε τρόπον τόσον τας αξιώσεις των ολίγων, οι οποίοι ενδιαφέρονται διά την αυστηράν και υψηλή τέχνην, όσον και διά τας απαιτήσεις των πολλών οι οποίοι ικανοποιούνται εις έν απλούν καλαισθητικόν και ευχάριστον έργον. Θεαματικαί βαναυσότητες και ασχημίαι σπανίως ηδυνήθησαν να εισδύσουν και ταράξουν την σεμνότητα και ιερότητα του χώρου, διότι η επιδεικτική αποχή και περιφρόνησις του φιλομούσου και φιλοτέχνου Πειραϊκού Κοινού ταχέως τας εφυγάδευεν εξ αυτού. 
Καθ’ όλον το διάστημα της λειτουργίας του, την ατμόσφαιραν της απαστραπτούσης αιθούσης δεν εδόνησαν μόνον αι ενθουσιώδεις επευφημίαι του Κοινού προς αξίους καλλιτέχνας, ιδικούς μας και ξένους, οι οποίοι έδωκαν εκεί κατά διαφόρους εποχάς δείγματα της ιδιοφυΐας και της τέχνης των, αλλά την συνεκλόνισαν και αι συγκινητικαί πατριωτικαί εκδηλώσεις των Πειραιωτών, οι οποίοι εις κάθε εθνικόν γεγονός, είτε ευχάριστον είτε δυσάρεστον, συνήρχοντο εκεί με τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα εθνικής υπερηφανείας και πίστεως διά να διαδηλώσουν τα αισθήματά των βαθείας αγάπης και αφοσιώσεως προς την Πατρίδα.
Η ολίγον βραδύτερον συντελεσθείσα εγκαινίασις του Φουαγιέ του Θεάτρου με τον καλαισθητικόν διάκοσμόν του με τας χοροεσπερίδας του, τας γεμάτας από ονειρώδη αίγλην, εμμορφίαν και ζωήν, με τας καλλιτεχνικάς εκθέσεις, τας συναυλίας και τας διαλέξεις του, κατέστησε την κοσμικήν κίνησιν της πόλεώς μας ανταξίαν μιάς προηγμένης εις τον πολιτισμόν ευρωπαϊκής πόλεως.

Μία από τις φανταχτερές εκδηλώσεις στο Φουαγιέ επί δημαρχίας Γεωργίου Ανδριανόπουλου (24.6.1951 - 22.3.1955) παρουσία του βασιλικού ζεύγους Παύλου - Φρειδερίκης.             

Τα σχέδια και τους προϋπολογισμούς διά την ανέγερσιν του Δημοτικού θεάτρου και την όλην επίβλεψιν της εκτελέσεως του έργου επραγματοποίησεν ο πολιτικός μηχανικός Ιωάννης Λαζαρίμος.
Ο θεμέλιος λίθος ετέθη κατ’ Απρίλον του 1884 εν μέσω εορταστικού περιβάλλοντος.
Κατά την εκσκαφήν των θεμελίων απεκαλύφθησαν αρχαιολογικά τινα ευρήματα, εξ ών τρεις επιγραφαί, ως και αι βάσεις αρχαίου οικοδομήματος. Ταύτας οι μεν αρχαιολόγοι Ιάκωβος Δραγάτσης και Αλέξανδρος Μελετόπουλος εθεώρησαν ως βάσεις του ιερού του Διονύσου, οι δε καθηγηταί Γεώργιος Ζαννέτος και Χρ. Γιαννόπουλος υπεστήριξαν ότι ανήκον εις μίαν εκ των πέντε Στοών, αι οποίαι κατά την αρχαιότητα υπήρχον εν Πειραιεί προς εξυπηρέτησιν του αττικού εμπορίου και της μεσογειακής ναυτιλιακής κινήσεως.
Η ανοικοδόμησις και πλήρης συντέλεσις του έργου εγένετο εις τρεις διακεκριμένας περιόδους και υπό τριών διαφόρων εργολάβων επί των δημαρχιών των Αριστείδου Ομηρίδου Σκυλίτση (1883 - 1887) και Θεοδώρου Ρετσίνα (1887 - 1895). Κατά την πρώτην περίοδον ωκοδομήθη το μεγαλοπρεπές κτίριον υπό του εργολάβου Μηνά Κορωναίου, η δε δαπάνη της εκτελεσθείσης εργασίας ανήλθεν εις δραχ. 369.574.80. Κατά την δευτέραν περίοδον εξετελέσθησαν τα επιχρίσματα υπό του εργολάβου Γεωργίου Ντότσου, δαπανηθέντος ποσού δραχ. 52.331.65. Τέλος κατά την τρίτην περίοδον διεσκευάσθη το όλον θέατρον εσωτερικώς και εξωτερικώς αποπερατωθέν υπό του εργολάβου Αντ. Δράνια, της δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών ανελθούσης εις δραχμάς 194.746.
Καίτοι η εργασία του μηχανικού Ιωάν. Λαζαρίμου εξήρθη τότε υπό πάντων δια την εντέλειάν της, εν τούτοις όταν επέστη η στιγμή της αποζημιώσεώς του διά δρχ. 30.832.62 τας οποίας εζήτησε, τουτέστι διά ποσοστού 5% επί της ολικής δαπάνης του των εκτελεσθεισών εργασιών ανερχομένης εις δραχμάς 616.652.45, ο Δήμος Πειραιώς επί της δημαρχίας του Τρίφωνος Μουτζοπούλου ηρνήθη να καταβάλη ταύτην. Επηκολούθησε τραχύς δικαστικός αγών, όστις υπήρξε περιώνυμος κατά την εποχήν εκείνην και λόγω της φύσεως της υποθέσεως και της πολλαπλότητος των αναφυέντων νομικών ζητημάτων και λόγω της περιωπής των εις την δίκην ταύτην παραστάντων Δικηγόρων, οι οποίοι ήσαν διαπρεπείς νομομαθείς και υφηγηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου, ήτοι του Γεωργίου Λαζαρίμου πληρεξουσίου του Ιωάν. Λαζαρίμου και του Σπυρίδωνος Σημίτου πληρεξουσίου του Δήμου Πειραιώς.
Η δίκη αύτη, μετ’ αλλεπαλλήλους αποτυχίας του ενάγοντος εις το Πρωτοδικείον και Εφετείον Αθηνών κατέληξε κατά το έτος 1904 εις τον Άρειον Πάγον, αποβάσα και τελικώς υπέρ του Δήμου Πειραιώς διά τον λόγον ότι ο Ιωάν. Λαζαρίμος ήτο μηχανικός επί των εν γένει υποθέσεων του Δήμου Πειραιώς μισθοδοτούμενος εκ του Δημοτικού Ταμείου, διά την επίδικον δε εργασίαν της εκπονήσεως και εφαρμογής των σχεδίων και προϋπολογισμών του Δημοτικού Θεάτρου δεν εδικαιούτο ιδιαιτέρας αμοιβής, εφ’ όσον δεν προηγήθη δι’ αυτήν ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου και έγκρισις αυτού υπό της ανωτέρας διοικητικής αρχής συμφώνως προς τον τότε ισχύοντα Δημοτικόν Νόμον.
Το Δημοτικόν Θέατρον από των εγκαινίων του μέχρι του έτους 1922 ελειτούργησε κανονικώς. Δυστυχώς η από του έτους τούτου κατ’ ανάγκην εγκατάστασις προσφύγων εκ της Μικράς Ασίας, εσήμανε την έναρξιν της καταστροφής του. Αι πρόχειροι επισκευαί αι οποία κατά καιρούς κατόπιν επεχειρήθησαν δεν ηδύναντο ν’ αποκαταστήσουν την παλαιάν του αρτιότητα και εσωτερικήν λαμπρότητα. Κατά τας εκρήξεις και τους βομβαρδισμούς του τελευταίου πολέμου και κατά την ξενικήν κατοχήν συνετελέσθη η εξωτερική και εσωτερική του απαθλίωσις. Ο παλαιός του θόλος μετά του μεγάλου πολυελαίου ηπείλει κατάρρευσιν, το ξύλινον δάπεδον της αιθούσης ήρχισε κλονιζόμενον, αι έδραι έκειντο ατάκτως ως σωρεία ξυλίνων θραυσμάτων, εις τα θεωρεία ράκη τινά εδείκνυον ότι υπήρξαν κάποτε βελούδα, εκ της αυλαίας και των σκηνικών  δεν υπήρχον ουδέ τα ράκη, οι παλαιοί χρωματισμοί ξεθωριασμένοι από την πάροδον του χρόνου διηγούντο την άλλοτε αίγλην της αιθούσης. Τοιαύτη υπήρξεν η οικτρά κατάστασις του Θεάτρου μέχρι του 1946, ότε ανέλαβε την διοίκησιν του Δήμου ο κ. Γεώργιος Χαραλαμπόπουλος.
  
Ο κατάλογος της έκθεσης έργων Δημοτικής Πινακοθήκης που έγινε στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά τον Μάιο του 1956. Αναρτήθηκαν 40 ελαιογραφίες,        4 υδατογραφίες, 8 χαρακτικά.
Ο Δήμαρχος ούτος, ως εκ της μεγάλης του γενικής μορφώσεως φιλοδοξών να δώση εις τον Πειραιά την προσήκουσαν πνευματικήν και καλλιτεχνικήν κίνησιν, έν εκ των πρώτων μελημάτων του έσχε την ριζικήν ανακαίνισιν και επαναλειτουργίαν του Δημοτικού μας Θεάτρου. Αι ανακαινιστικαί εργασίαι αι οποίαι συνετελέσθησαν κατά τα έτη 1947 και 1948 υπό την επιμέλειαν και καθοδήγησιν του μηχανικού του Δήμου κ. Νικ. Καλλιγάρη και την παρακολούθησιν της υπό την προεδρίαν του κ. Ν. Μάρουγκα Επιτροπής εκ Δημοτικών Συμβούλων εις την οποιαν συμμετείχον και εγώ, συνίσταντο κατά τα κυριώτερα μέρη των εις την κατασκευήν του νέου πολυτελούς θόλου, όστις επεκαλύφθη εις τινα σημεία διά χρυσού 23 καρατίων, εις την επιχρύσωσιν του πολυελαίου, εις την στρώσιν του δαπέδου της αιθούσης και των διαδρόμων δια ξυλολίθου, εις την ανακατασκευήν όλων σχεδόν των εδρών, εις την γενικήν αντικατάστασιν της παλαιάς ταπετσαρίας των θεωρείων, εις την τελείαν ανακαίνισιν των θεωρείων, των υπερώων, του προσκηνίου και των καμαρινίων, εις την επισκευήν του Χωλλ και του κεντρικού προστηλίου του Θεάτρου, εις την νέαν επικεράμωσιν και επισκευήν της στέγης, εις την συγχρονισμένην και πλουσιωτάτην ηλεκτρικήν εγκατάστασιν, εις την ριζικήν επισκευήν και διακόσμησιν του Φουαγιέ, εις την εξωτερικήν επισκευήν του όλου κτιρίου και καθεξής.
Αι ανακαινιστικαί αύται εργασίαι, αι οποίαι εν τη πραγματικότητι ισοδυναμούν προς πλήρη σχεδόν ανακατασκευήν του εσωτερικού, προσέδωσαν την σημερινήν λαμπρότητα και μεγαλοπρέπειαν εις το Δημοτικό μας Θέατρον, το οποίον ήδη εντός του απαστράπτοντος περιβάλλοντός του συνεχίζει τον υψηλόν μορφωτικόν και εκπολιτιστικόν προορισμόν του.



  


Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Κώστας Παρασκευόπουλος.


Ο Πειραιώτης μουσουργός και μαέστρος.
[όπως τον παρουσίασα στα 1998]

                                                                                                  Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Τα χρόνια που πέρασαν μεγέθυναν την πόλη σε έκταση. Τώρα που δεν υπάρχει άλλος ελεύθερος χώρος για σπίτια, αυτά πήραν τα πάνω τους, ανέβηκαν σε ύψος κι έγιναν πολυκατοικίες.
Παλαιότερα οι άνθρωποι ήταν, λίγο πολύ, γνωστοί μεταξύ τους.                            
Όπως πάντα, οι ανήσυχοι πνευματικά έβρισκαν τον τρόπο και τα μέσα να αναπτύξουν το ταλέντο τους και να δημιουργήσουν. Απέσπασαν έτσι την καταξίωση και τον σεβασμό του κόσμου, έκαναν ένα ευρύ κύκλο γνωριμιών και πιστούς φίλους. Στο κύλισμα των εποχών άλλαξαν κάπως τα δεδομένα.
Μετά τη συνταξη, τα γηρατειά και οι ασθένειες απομονώνουν το σώμα στα στενά όρια του διαμερίσματος. 
Οι οικείοι όλο και περιορίζονται αριθμητικά, η γόνιμη προσφορά στη μακρά πορεία της ζωής, ξεχνιέται και σβήνει. Στον Πειραιά είναι αρκετοί εκείνοι που περνούν δίπλα μας απαρατήρητοι.
Ενώ το πλήθος χαρακτηρίζεται ανώνυμο, κάθε πρόσωπο φέρνει πάνω του τη δική του ταυτότητα έχοντας καταθέσει το ιδιαίτερο «δελτίο παροχής υπηρεσιών» στο κοινωνικό σύνολο.

Ο μουσουργός Κώστας Παρασκευόπουλος στα 1959. Φωτογραφείο ΘΕΜ. ΚΕΛΕΡΗΣ, Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καραολή - Δημητρίου. Πειραιεύς.
Ο συνθέτης μουσικών έργων, οργανωτής και διευθυντής χορωδιών, καθηγητής Κώστας Παρασκευόπουλος μπορεί να είναι υπερήφανος για τη γαλούχηση πολλών τάξεων νέων μαθητών του (αλλά και μεγάλων σε ηλικία) με τη χορωδιακή μουσική δίνοντάς τους την ικανοποίηση να αναδείξουν τα φωνητικά τους χαρίσματα, να συμμετέχουν ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα, να εξυψώσουν την αισθητική τους παιδεία.
Ο Κώστας Παρασκευόπουλος γεννήθηκε στις 6.3.1920 σε ένα διώροφο αρχοντικό στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, τώρα Γρηγορίου Λαμπράκη, πολυκατοικία πλέον που σήμερα φέρει τον αριθμό 106 - 108. Τώρα διαμένει στον αριθμό 110.
Ο πατέρας του Ηλίας ήλθε στα οκτώ του χρόνια από την Τρίπολη κι αργότερα άνοιξε εμπορικό κατάστημα τροφίμων στην Κεντρική Αγορά της Ακτής Ποσειδώνος.
Η μητέρα του Μπιλία Κουρή από την Ύδρα, τον έφερε πρώτη σε επαφή με τη μουσική μαθαίνοντάς του κιθάρα.
Στα έξι του χρόνια έψελνε τακτικά στον Άγιο Κωνσταντίνο με τενόρο - ιεροψάλτη τον Πέτρο Δουκάκη. Λίγο μετά ενθουσιάστηκε με την τετράφωνη μικτή χορωδία του Αγίου Σπυρίδωνα του μαέστρου Πλάτωνα Ρούγκα και εντάχτηκε στο κυριακάτικο πρόγραμμά της. Στις τελευταίες κιόλας τάξεις του Γυμνασίου (έβγαλε τη Σχολή Μέσης Εκπαίδευσης Πειραιώς, Σ.Μ.Ε.Π., τη σημερινή Ιωνίδειο), οργάνωσε και διηύθυνε την τετράφωνη παιδική χορωδιά. Πήρε μαθήματα μουσικής από τον Κώστα Οικονόμου. Στα 1938 συνέθεσε την ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΣΠΕΡΑ του Παναγιώτη Σούτσου για τετράφωνη μικτή χορωδία.
Τελείωσε στα 1940 και διορίστηκε ως λογιστής στη Γενική Αποθήκη Στρατού στη Δραπετσώνα (ΚΟΠΗ). 
Στα 1942 γράφτηκε στη Νομική Σχολή το Πανεπιστημίου Αθηνών και στα 1943 στο Ελληνικό Ωδείο. Πήρε το πτυχίο του το 1947 αφού προηγουμένως φρόντισε να απολυθεί από την εργασία του για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Στην κατοχή μετατέθηκε στο Πρατήριο Τροφίμων της Φρουράς Αθηνών κοντά στον Ευαγγγελισμό κι ανέλαβε την αντιστασιακή του δράση κάτω απο την εποπτεία της  Intelligence Service του Λονδίνου με κωδικό 
740 Π. Με τη συνεργάτιδά του Μαίρη περιφέρονταν στους Αθηναϊκούς δρόμους και παριστάνοντας τους ερωτευμένους σημείωναν με μολύβι στα νύχια των δακτύλων τους (δεν έπρεπε να τα πλύνουν μέχρι την επόμενη) τα διακριτικά των μονάδων των γερμανικών αυτοκινήτων. Το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής του απένειμε τιμητικό δίπλωμα.                                                                
Στο διάστημα αυτό είχε οργανώσει στο σπίτι του μια μικρή ομάδα χορωδίας και ορχήστρας για την ψυχαγωγία των τραυματιών και αναπήρων πολέμου στα νοσοκομεία με τους Πειραιώτες Ζάκα (έπειτα καλλιτέχνη στη Λυρική Σκηνή) και Ζαχαρίου (μελλοντικό βαθύφωνο της Μετροπόλιταν Όπερας και της Σκάλας του Μιλάνου). Στα 1947 λοιπόν λειτούργησε τη Νέα Χορωδία Πειραιώς, ανεγνωρισμένο σωματείο στη Βασιλέως Γεωργίου Α΄ 63, πάλι για την ψυχαγωγία των Ενόπλων Δυνάμεων με μικτή χορωδία και συγκρότημα από κιθάρες. «Ύστερα από αντίξοες συνθήκες, η χορωδία αυτή διαλύθηκε το 1953». Αν και κληρωτος του ’41 υπηρέτησε σα ναύτης στο Σκαραμαγκά (1948-50). Εκεί, διευθύνοντας αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ναύτες, οργάνωσε την τετράφωνη (τενόροι, σεκόντοι, βαρύτονοι, μπάσοι) χορωδία του Υπουργείου Ναυτικών με την οποία έδωσε συναυλίες και παρουσίασε σε εκπομπές στο ραδιόφωνο. Του απονεμήθηκε Βραβείο Εξαιρέτων Πράξεων. Από το 1948 μέχρι το 1983, δηλαδή επί 35 έτη, ο Κώστας Παρασκευόπουλος δίδαξε μουσική σα καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Διορίστηκε στο Αγγλοελληνικό Λύκειο του Ευάγγελου Μάρκου της οδού Νεοσοίκων 47. Για μια ακόμα φορά εισέπραξε θερμά χειροκροτήματα, όταν στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου αναφέρθηκε στο Κυπριακό, πολύ πριν αναζωπυρωθεί ο αγώνας.
Συνέχισε, 1954-56 στις ιδιωτικές σχολές Μπουρούνη (Λ. Γεωργίου Α΄ 43) - στου Παπαϊωάννου και στον Αρχιμήδη για να συμπληρώσει τις ώρες, Πετράκη - Βαλσαμίδου (Πραξιτέλους 68), Κατρανίδου - Κυριαζοπούλου (Ταμπούρια), Ρηνιωτάκη (Κορυδαλλός), Αθηναϊκό Λύκειο του Τυχόπουλου (Πλατεία Αμερικής), Γκιζελή (Πλατεία Βικτωρίας), στο Άργος και για πέντε χρόνια στο δημόσιο 1ο Γυμνάσιο της λεωφόρου Αφεντούλη από όπου και πήρε σύνταξη. 

                                                   
Στα 1959 είχαν ιδρυθεί και δραστηροποιούνταν η Δημοτική Συμφωνική Ορχήστρα (διευθυντής Αθαν. Κόκκινος), το Δημοτικό Πειραϊκό Κουαρτέτο Εγχόρδων (Φακιολάς) και η Δημοτική Χορωδία και Μαντολινάτα με διευθυντή τον Κώστα Παρασκευόπουλο. Η Χορωδία έδωσε μια καλοκαιρινή παράσταση με έργα δικά του και άλλων Ελλήνων συνθετών «υπό το σεληνόφως» σε θεατρικό χώρο που υπέδειξε ο Δημήτρης Ροντήρης στα δυτικά του λόφου της Καστέλλας.
Δεκατρία χρόνια ήταν αρχιμουσικός στο Χατζηκυρίακειο Ορφανοτροφείο.
Ανέλαβε κι οργάνωσε χορωδία από εργαζόμενους στην εταιρεία ΙΖΟΛΑ.
Στη σχολή ρυθμικής και μπαλέτου Χαλκιόπουλου στη Νέα Σμύρνη είχε μαθήτριες τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τη Μάρθα Καραγιάννη και την Ελένη Μαυρομάτη. 
Στα 1960 δημιούργησε μαζί με τους Λευτέρη Μπινιάρη και Γιώργο Τσαρή τη Χορωδία Πειραιώς. Χρημάτισε διευθυντής της μέχρι το 1966. Ο τίτλος «Χορωδία Πειραιώς» του είχε παραχωρηθεί από τον Μενέλαο Παλλάντιο ο οποίος υπήρξε ιδρυτής της, με διάρκεια στα χρόνια 1932 - 1940. Η Χορωδία στεγάστηκε στην οδό Νοταρά (κτήριο Σαββοπούλου), στο παλιό Ταχυδρομείο και τώρα στο 2ο όροφο του «Πύργου» στο λιμάνι.
Σαν εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας (αφού είχε αναγνωρισμένο πτυχίο) ήταν στην Επιτροπή Εξετάσεων. 
Στα 1962 (21.2) έκαμε διάλεξη στη Φιλολογική Στέγη με θέμα «Σύγχρονος Μουσική». Επίσης στα 1987, (4.2) με θέμα «Ελληνική λαϊκή παράδοση».
Από το 1963 έως το 1967 ήταν μαέστρος στη Χορωδία του ΟΤΕ στη Λέσχη της 3ης Σεπτεμβρίου.
Από το 1966 μέχρι το 1987 δίδασκε μουσική δυο φορές την εβδομάδα στο ίδρυμα παιδικών εξοχών «Παμμακάριστος» στη Νέα Μάκρη (τρίφωνη χορωδία κοριτσιών, τυπώθηκε δίσκος με τραγούδια σε στίχους Σίμου Λιανίδη στα 1966).
Εκεί του συνέβη και το πρώτο καρδιακό επεισόδιο, οπότε κι εγκατέλειψε την «ενεργό δράση». Από τότε έκανε διαλέξεις, επιδίδεται στη σύνθεση πρωτότυπων μουσικών έργων και στη μελοποίηση ποιημάτων. Έγραψε μουσική γιά μπαλέτο, Ελληνική Φούγκα, Μακεδονική Συμφωνία, τροπάρια, παραλλαγές, ορατόρια, κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, θρησκευτική μουσική. Τελευταίες δουλειές του είναι η
Missa Solemnis, «Ιερή Λειτουργία» ορθοδόξου τύπου με συμφωνική ορχήστρα, τετράφωνη χορωδία και τέσσερις σολίστ, το κονσέρτο για ορχήστρα για δυο πιάνα, το Ναυάγιο της Γης, ελεύθερη έμπνευση - συμφωνικό ποίημα για μεγάλη ορχήστρα, και η Ελληνική Σουΐτα, ακολουθία χορών.

  
Μαρτυρία του Κώστα Παρασκευόπουλου από την κατοχή. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 1998.
                
Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον Χρονογράφο και στη Φωνή του Πειραιώς.
Έχει τυπώσει σε φωτοτυπικά φυλλάδια τους Ιριδισμούς, τους Χαμένους Ορίζοντες (1991, τετράπτυχο μυθιστόρημα, όπου εξιστορεί τη συμμετοχή του στην κατασκοπευτική οργάνωση στην κατοχή, απόσπασμά του περιέχεται στο βιβλίο του Θεοφάνους για την Εθνική Αντίσταση στον Πειραιά, 1996, σελ. 204 έως 211), «το Ναυάγιο της Γης», 1992 [μαζί το «Μουσικοφιλολογική ΚΥΨΕΛΗ»], την Ιστορία ενός Πιάνου 1926 - 1983, κ.ά. κάποια από τα οποία έχω στη συλλογή μου με ιδιόχειρη αφιέρωση.                                                              
Νυμφεύτηκε το 1960 την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου κι απέκτησαν μια κόρη, την Ιωάννα, καθηγήτρια πιάνου, 
η οποία στα 1996 άνοιξε το Ωδείο ΕΥΥΜΝΙΑ, στην οδό  Αλκιβιάδου 212.
Είναι μέλος στην Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, ιδρυτικό μέλος στον Όμιλο για τη διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας και μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιά. Μελοποιημένα ποιήματα του Κώστα Θεοφάνους από τον Κώστα Παρασκευόπουλο ακούστηκαν σε μουσικοποιητική βραδιά στις 27.1.1988 στο Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά (συμμετείχε η Χορωδία Πειραιώς, στο πιάνο η κόρη του Ιωάννα).
Σήμερα - γράφει ο φίλος του Κώστας Θεοφάνους - διάγει τον βίο της γαλήνης, της ηρεμίας και της ωριμότητας... Κλεισμένος στο μικρό απομονωμένο δωματιάκι του, τριγυρισμένος από βιβλία, πεντάγραμμα και ό,τι άλλο σχετικό με τη θεά Μουσική, αφήνεται στις εμπνεύσεις του και στους διαλογισμούς του..         
Ο Δήμος Πειραιά οφείλει στο διακεκριμένο πολίτη του ένα ελάχιστο φόρο τιμής, μια βραδιά αφιερωμένη στο έργο του στο Δημοτικό μας Θέατρο!  

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 26 Μαρτίου 1998, σελ. 15. 
Μεταφορά εδώ, 15 Μαΐου 2011. 

Συμπλήρωμα:
Έχει τυπωθεί ένα δεκασέλιδο κείμενο με τίτλο: «Ο Κώστας Θεοφάνους γράφει για τον Κώστα Παρασκευόπουλο». Γράφτηκε το καλοκαίρι του 1992 στον Άγιο Λουκά Αλιβερίου Ευβοίας, την εποχή εκείνη τόπο θερινής διαμονής του Θεοφάνους.
Στη ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ, 44, 1998, σελ. 270 - 271, δημοσιεύτηκε το ποίημα του Κώστα Θεοφάνους «του Λάμπρου Πορφύρα» και η μουσική του Κώστα Παρασκευόπουλου.
Ο Κώστας Παρασκευόπουλος πέθανε στις 11 Ιουνίου 2003.
Η κόρη του Ιωάννα μετέφερε το ΩΔΕΙΟ ΕΥΥΜΝΙΑ στην Λεωσθένους 18 και Φιλελλήνων.
Στις 15.3.2012, ώρα 08.34 π.μ. θυροκολλήθηκε ειδοποίηση απομάκρυνσης της ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1960 και των άλλων φορέων από το Εμποροναυτιλιακό Κέντρο Πειραιά (Πύργος) προκειμένου να προβεί ο Δήμος στην αξιοποίησή του. Δυο χρόνια μετά, οι φιλοξενούμενοι σύλλογοι παραμένουν στη θέση τους.                                     


                                                    

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Παύλος Κωνσταντινίδης (1890 - 1962).


Ένας Πειραιώτης εργοστασιάρχης.  


                                                                                                  Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο Πειραιάς, ανακάτεμα πόλης, λιμανιού κι εργοστασίων, έδωσε την ευκαιρία σε πολλά τολμηρά και δραστήρια άτομα να αξιοποιήσουν το ταλέντο και τις γνώσεις τους ιδρύοντας δικές τους μικρές ή μεγάλες επιχειρήσεις που πέτυχαν, προωθώντας έτσι τη μεταλλοτεχνία και τη βιομηχανία. Τιμώντας τη μνήμη του πατέρα της, η κυρία Ελισάβετ Παρασκευοπούλου μου παραχώρησε ένα σύντομο βιογραφικό του μαζί με έντυπο υλικό που ξαναζωντανεύει τη ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΥΡΓΙΑ του Παύλου Κωνσταντινίδη.

Επισκεπτήριο του Παύλου Κωνσταντινίδη με διεύθυνση του εργοστασίου του στην οδό Ντεννύ Κοσσέν 14 (34ου Συντάγματος).
Ο Παύλος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Σελεύκεια της Μικράς Ασίας το 1890.
Ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν Κύπριος και η μητέρα του Ελισάβετ είχε γεννηθεί στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η οικογένεια απέκτησε τέσσερα παιδία κι ο Παύλος ήταν το προτελευταίο της. Η μητέρα τους Ελισάβετ πέθανε σε ηλικία 36 ετών από τη χολέρα που μάστιζε εκείνα τα χρόνια την Τουρκία.
[Ο δύστυχος πατέρας μετά το θάνατο της γυναίκας του κυριεύτηκε από απελπισία και επήρε την μεγάλη απόφαση. 
Το πρώτο παιδί του ήταν ένα κοριτσάκι 13 ετών, η Βερονίκη. Εσκέφθηκε ότι έπρεπε να την παντρέψει και αυτό έκανε. 
Κι εκείνος με τα τρία αγόρια ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Εκεί μη μπορώντας να τα αναθρέψει, τα έδωσε σε τρεις οικογένειες σαν ψυχοπαίδια. Ο μικρός Παύλος έτυχε σε ανδρόγυνο όπου δεν είχαν παιδιά. Έτσι από την ηλικία των οκτώ ετών, άρχισε η Οδύσσειά του. Οι θετοί γονείς τού πρόσφεραν μια ζωή δύσκολη και στερημένη.
Η ψυχομάνα του ήταν μια γυναίκα φοβερά τσιγκούνα. Του στερούσε ακόμα και το φαγητό. Όταν έτρωγε ελιές με ψωμί του έλεγε:
- Παύλο την ελιά θα την δαγκώνεις τρεις φορές. (Για να χορταίνει με ψωμί και να τρώει λίγες ελιές).
Το χωριό που ζούσε στην Κύπρο ήταν η Κυθραία {τώρα τουρκοκρατούμενο}, ένας μικρός παράδεισος όπως το θυμόταν στις αναμνήσεις του. Επήγε λίγες τάξεις στο δημοτικό σχολείο, όμως περισσότερο τον απασχολούσαν με διάφορες δουλειές του σπιτιού και θελήματα. Όταν μεγάλωσε τον έβαλαν να μάθει τέχνη. Το εργαστήριο αυτό κατασκεύαζε μανουάλια για τις εκκλησίες και άλλα εκκλησιαστικά σκεύη. Έξυπνος όπως ήταν έγινε ένας πολύ καλός τεχνίτης
]                                                                       
Έφηβος πια αποφάσισε να καλυτερεύσει το μέλλον του. Ξεκίνησε για την Αίγυπτο παίρνοντας την ευχή των γονέων του και ένα σακούλι με ψωμί και μια ρέγγα... Χωρίς χρήματα, φτωχός όπως ήταν δυσκολεύτηκε πολύ. Ταξίδεψε σαν λαθρεπιβάτης στο τρένο της διαδρομής Αλεξάνδρεια - Κάιρο, τρυπώνοντας σ’ ένα κιβώτιο για να μην τον βρει ο ελεγκτής. Εργάστηκε σε ανάλογο με τις γνώσεις του εργοστάσιο στο Κάιρο και όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι στα 1912-13 πήρε την απόφαση να έλθει στην Ελλάδα να πολεμήσει σαν εθελοντής στρατιώτης.
[Όταν το ανέφερε στον μάστορή του δηλαδή στο αφεντικό του εργοστασίου που εργαζόταν, έγινε έξω φρενών. 
Του είπε επί λέξει:
-Πού πας βρε Παύλο θέλεις να σκοτωθείς; Να πάρω ένα σίδερο να σου σπάσω το κεφάλι.. Αλλά είχε πάρει την απόφασή του. Ήλθε στην Ελλάδα και επολέμησε
]
Τη φρίκη και τις κακουχίες της θητείας του (υπηρέτησε στην Κοζάνη, όπου αναγκάστηκε να φάει - όπως κι άλλοι συστρατιώτες του - ακόμα και ψητό γάιδαρο) διηγόταν χρόνια μετά.
Επιστρέφοντας κατέληξε στον Πειραιά, έπιασε δουλειά σαν τεχνίτης σε διάφορα εργοστάσια με τελευταίο το μηχανουργείο του Δασκαλάκη στην οδό Ντενύ Κοσσέν (ονομάστηκε έτσι από τον Γάλλο
Denys Cochin, 1851 - 1922, τώρα είναι η 34ου Συντάγματος). Μετά από φιλότιμη και συνεπή εργασία αναγνωρίστηκε η αξία του κι έγινε συνέταιρός του.
Στα 1919 νυμφεύτηκε την Αναστασία Κουγιουμιτζή. Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία δυο πέθαναν μωρά. Ο Παύλος αφιέρωνε απεριόριστες ώρες στο επάγγελμά του. Ξεκίναγε από το σπίτι του πολύ πρωί και επέστρεφε το βράδυ έως ότου στα 1921 οι κόποι του απέδωσαν κι άνοιξε δικό του εργοστάσιο, τη ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΗ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΥΡΓΙΑ που έφερε το όνομά του στην οδό Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση 18 (πρώην Τροχιοδρόμων 33α, γέφυρα Καλαμάκη).

Ένα σπάνιο διαφημιστικό μονόφυλλο της μηχανουργικής ορειχαλκουργίας του Παύλου Κωνσταντινίδη. Τυπώθηκε στο Χαρτοπωλείο -Τυπογραφείο Α/φών Λιοντή, Βασιλέως Κωνσταντίνου (Ηρώων Πολυτεχνείου) και Τσαμαδού.

Στις εγκαταστάσεις του χυτηρίου του κατασκευάζονταν δεκάδες εξαρτήματα προς χρήση των ζαχαροπλαστείων και των μπαρ της εποχής (στήλες μπύρας, νερού ή αναψυκτικών, φίλτρα νερού, μεταλλικοί κρουνοί (κάνουλες), σερπαντίνες νερού και μπύρας, βιτρίνες, ψυγεία πάγου με απ’ ευθείας επικοινωνία με τους σωλήνες ύδρευσης κ.ά.), πολλά σχέδια των οποίων ήταν επινόησή του.
Διέθετε ακόμα και κινητό ψυγείο - πάγκο μπύρας για την εξοχή και τα πανηγύρια που η Α.Ε. Ζύθου Κάρολος ΦΙΞ συνιστούσε ανεπιφύλακτα στους πελάτες της.
Τα προϊόντα του εξάγονταν μέχρι την Αίγυπτο ενώ έλαβαν μέρος στη διαρκή έκθεση ελληνικών προϊόντων στο Ζάππειο (1933 - 1938).
Μηχανήματά του είχαν τοποθετηθεί στην Αθήνα στου Ζόναρς, στου Τσίτα και Γερακάκη, στο Μπάγκειον, στου Φλόκα, στου Πράπα.
Εδώ στον Πειραιά έκανε εγκαταστάσεις στα μεγάλα καφενεία - μπυραρίες των Βερσαλιών (όπου η Τράπεζα Πίστεως, Γρηγόρη Λαμπράκη και Μπουμπουλίνας [αργότερα
ALPHA BANK]), Μάντη, Σταματέλου, Παλλάς (Πασαλιμάνι), Στάνη, Κωστάλα (σινέ ΑΠΟΛΛΩΝ), Καλόξυλου (Αγορά).  
Ο Παύλος Κωνσταντινίδης υπήρξε κοινωνικός και αγαπητός στους πελάτες και στον κύκλο του, άφησε δε καλές εντυπώσεις σε όλους όσους τον γνώρισαν από κοντά παρά τις λίγες γραμματικές γνώσεις του.
[Άνθρωπος με δυνατή προσωπικότητα έξυπνος, δημιουργικός, προκομμένος, καλός οικογενειάρχης και πολύτεκνος. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής έζησε και τα 7 παιδιά του, αφού το μεγαλύτερο ήταν 20 ετών και το μικρότερο 
9 ετών]  
Από τα επτά παιδία του, τα τέσσερα αγόρια προωθήθηκαν στο ίδιο επάγγελμα, αφού έβγαλαν σχολές μηχανικών. Στη δεκαετία του ’50 είχε επεκταθεί το εργαστάσιο σε χυτήριο ορειχάλκου, αλουμινίου και λοιπόν λευκών μετάλλων και είχε δημιουργηθεί ολόκληρο πλέον συγκρότημα: μηχανουργείο, νικελοτήριο, χυτήριο, ορειχαλκουργείο.

Γνωστοποιήση της επέκτασης των εγκαταστάσεων του χυτηρίου στα μέσα της δεκαετίας του 1950. 

Με το θάνατο του Παύλου Κωνσταντινίδη οι τέσσερις γιοί του ακολούθησαν ξεχωριστή πορεία:
Ο Κώστας Κωνσταντινίδης είχε εργαστήριο με τεχνικές κατασκευές από ανοξείδωτο χάλυβα ορειχάλκινων και ναυτιλιακών εργασίων (Παπαστράτου 62).
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης άνοιξε μηχανουργείο στην Δωδεκανήσου, και τα δυο σήμερα κλειστά αφού οι ιδιοκτήτες τους έχουν πεθάνει.
Ο Μανώλης Κωνσταντινίδης ίδρυσε τα ζαχαροπλαστεία ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (στην Αφεντούλη 8 και αλλού) τα οποία λειτουργούν τα παιδιά του.
Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης τέλος έφτιαξε το γνωστό μας ΑΚΡΩΡΕΙΟΝ στον Προφήτη Ηλία (Ρεθύμνης και Γενναδίου 49). 

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 14 Μαΐου 1998, σελ. 15. Εδώ ελάχιστα επαυξημένο.    

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ.
Ευχαριστώ και πάλι την κυρία Ελισάβετ, κόρη του Παύλου Κωνσταντινίδη, σύζυγο του γνωστού Πειραιώτη μουσουργού Κώστα Παρασκευόπουλου (1920 - 2003), η οποία, με τη χειρόγραφη βιογραφία του πατέρα της που συνέταξε ειδικά για μένα, με είχε βοηθήσει στην δημιουργία του παρόντος άρθρου. Επικοινώνησα μαζί της 
(αρχικά στις 11.12.2013) και σε επόμενες συννενοήσεις μού επέτρεψε την ανάρτηση του κειμένου στο blog μου. 
Οι πληροφορίες για τα καταστήματα ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ και ΑΚΡΩΡΕΙΟΝ είναι της εποχής του 1998.   
                   




Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Το τοπωνύμιο Γωνία ή Γωνέα στον Πειραιά.


                                                                                     Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο επίμονος μελετητής, αφού βρει και καταγράψει ένα παλιό πειραιώτικο τοπωνύμιο, συνεχίζει να ερευνά για την αξιολόγησή του, προσπαθώντας να ταυτίσει τη λέξη με το συγκεκριμένο χώρο στον οποίο δόθηκε 
το όνομα, να ταξινομήσει χρονολογικά και να διαλευκάνει την ετυμολογία του.
Πολλές φορές συμβαίνει να μην δίνεται εύκολα κάποιο σημείο αναγνώρισης.
Έτσι μένει για καιρό «σκοτεινό» και συνάμα «ελκυστικό»..
Ένα τέτοιο «δύσκολο» τοπωνύμιο ήταν και το Γωνία, Γωνιά, Γκονία, Γκωνέα που την ιστορική ύπαρξή του στο νεότερο Πειραιά θα αναλύσω τώρα μέσα από όσες έντυπες πηγές μπόρεσα να έχω στη διάθεσή μου.
Πρώτη λοιπόν αναφορά για «τον λεγόμενον Γωνίαν τόπον» έχουμε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, 
αρ. 24, σελ. 94, εν Αιγίνη, Σαββάτω, 29 Ιανουαρίου 1827, στις εγχώριες ειδήσεις.
Στις 24 Ιανουαρίου 1827 στρατιωτική δύναμη από ξηρά και θάλασσα «αποφασισμένη εις κυρίευσιν του Πειραιώς εκίνησεν...» και «Η έμβασις των στρατευμάτων άρχισε κατά την εννάτην ώραν της ημέρας, και ετελείωσε κατά την πρώτην της νυκτός, και κατά την τετάρτην ώραν απήραν τα πολεμικά πλοία, προηγουμένου του ατμοκινήτου, και παρακολουθούντων των άλλων πλοιαρίων, και μετά τεσσάρων ωρών πλουν έφθασαν εις το Πασσά Λιμάνι (Φαληρέα), όπου έμελλε να γενή η απόβασις. Η απόβασις άρχισε κατά την ογδόην ώραν της νυκτός, και διήρκεσε μίαν ώραν εις τον λεγόμενον Γωνίαν τόπον. Η επί του λόφου Καστέλλα λεγομένου Τουρκική φυλακή ετουφέκισε την εμπροσθοφυλακήν· αλλ’ είς αλαλαγμός του στρατεύματος κατετρόμασε τους εχθρούς, και τους έκαμε να κλεισθώσιν εις το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος, και εις το τελώνιον..».
Την πληροφορία αυτή αλλά ίσως και διάφορες άλλες μαρτυρίες χρησιμοποίησε ο Κωνσταντίνος Ράδος 
(1862 - 1931) στο βιβλίο «Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ - έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι», βιβλιοπωλείον Ελευθερουδάκη και Μπαρτ, 1917: «Οι στρατιώται εισεβιβάσθησαν νύκτωρ εις τα πλοία άτινα αναχθέντα την τετάρτην ώραν της πρωΐας, εξ Αμπελακίων της Σαλαμίνος, μετά τινας διαδρομάς εν τω Σαρωνικώ, ενεφανίζοντο περί την ογδόην ώραν εις Φάληρον και μετ’ ολίγον εξετέλουν απόβασιν εις Γωνιάν, όπου νυν περίπου η πλατεία "Αλεξάνδρας",...».
Ο Ράδος φρόντισε γρήγορα να διορθώσει το σκεπτικό του, επικαλούμενος τη γνώμη του καθηγητή Ιάκωβου Δραγάτση, δημοσιεύοντας μέρος της επιστολής του:
«Ο εντριβέστατος εν τούτοις περί τα πειραϊκά Δραγάτσης παρατηρεί ημίν: Σήμερον ουδέν σημείον της ακτής φέρει την ονομασίαν ταύτην, ήτις έχει διαγραφή εντελώς και λησμονηθή. Δεν είναι δ’ εκεί ένθα σημειώνεις. Γέρων εντόπιος μοι έδειξε προ ετών το μέρος της αποβάσεως, το οποίον ήτο ακριβώς η προεξοχή η ελαφρώς χωρούσα εις την θάλασσαν κατά την ανατολικήν ακτήν της Μουνυχίας (Καστέλλας) και στενουμένη εις μικράν χερσόνησον εφ’ ης εκτίσθη η έπαυλις Ζαχαρίου επί της γωνίας της σχηματιζομένης υπ’ αυτής και της άλλης παραλίας, προφυλασσομένης δε υπό της άνωθεν ακτής. Είναι η μόνη κατάλληλος θέσις προς απόβασιν και αιφνιδιαστικήν της Καστέλλας κατάληψιν, ενώ η άλλη, η κατά το Σηράγγιον, τώρα φαίνεται προσιτή πως. Ομοιάζει ολίγον με την Κοινόσουραν εν σμικρώ. Θα ίδης την θέσιν προχωρών ολίγα βήματα από της οικίας Μακά προς το Φάληρον. Είναι σύνοπτος κάτωθεν».
Στεκόμαστε κυρίως σε αυτά τα κείμενα, αφού ο Δημήτρης Φωτιάδης (1898 - 1988) στον «Καραϊσκάκη» του, Αθήνα 1956, ακολουθεί πλέον τους άλλους συγγραφείς που παραβλέπουν να αναφέρουν τον τόπο: 
«Την προηγούμενη νύχτα, 24 με 25 του Γενάρη, έπειτα από τρεις ώρες που σκοτείνιασε, ξεκινάει ο Γκόρντον από τη Σαλαμίνα. Τ’ ασκέρι του το παράστεκε από τη θάλασσα τ’ ατμοκίνητο "Καρτερία" με κυβερνήτη τον Άστιγγα, τρία μπρίκια, πέντε γολέτες κι ένα μίστικο... Φτάνουν όξω από το Πασαλιμάνι κατά τα μεσάνυχτα κι ο Γκόρντον διορίζει τον Μακρυγιάννη να πρωτοβγεί. Παίρνει μαζί του όσα παληκάρια χωρούσαν σε δύο φελούκες και κάνει ντισμπάρκο...».
Ο δε Μακρυγιάννης γράφει στα «Απομνημονεύματα»: «Το ταχτικό, ο Ναταράς ο Γιάννης κι’ εγώ ως χιλιοχτακόσοι άνθρωποι να βούμεν εις τον Πειραιά τα μεσάνυχτα. Πήγαμεν· με διορίζει ο Γκόρδον με το σώμα μου να πρωτοβγώ ομπρός εγώ εις την θέσιν του Φαληρέως. Ράξαμεν εις το Πασιά Λιμάνι. Πρωτοβήκα με δυό φελούκες μ’ ανθρώπους μου και τότε πολεμήσαμεν γενναίως τους Τούρκους, μας πολέμησαν κι’ αυτείνοι παληκαρίσια, και τους τζακίσαμεν και τους πήγαμεν κυνηγώντα ως το μοναστήρι εις τον Άγιον Σπυρίδωνα, εις τον Δράκον ....». 
Ο Σπυρίδων Τρικούπης και ο Διονύσιος Σουρμελής μιλάνε αόριστα: «οι φθάσαντες εις το Φάληρον απέβησαν ανενοχλήτως αυτονυχτεί...» και «άμα δε απέβησαν οι Έλληνες εις την Μουνιχίαν...», ενώ ο Ιωάννης Μελετόπουλος (Πειραϊκά, 1945, σελ. 44) μνημονεύει: «Περί την 8ην εσπερινήν της 24ης Ιανουαρίου 1827 στολίσκος υπό τας διαταγάς του Άστιγγος, αποτελούμενος εκ της "Καρτερίας", δύο Ψαρριανών πολεμικών βρικίων υπό τους πλοιάρχους Κ. Δημητρίου Παπανικολήν και Κ. Γιαννίτσην, εξ ετέρου βρικίου, ούτινος επέβαινεν ο συνταγματάρχης Γόρδων, ως και εκ μερικών μικρών μεταγωγικών πλοιαρίων, εισήρχετο εις τον λιμενίσκον της Μουνυχίας, οπόθεν εσκοπείτο απόβασις προς κατάληψιν του Πειραιώς». 
Γεγονός λοιπόν είναι ότι η αποβίβαση έγινε κάπου μεταξύ Πασαλιμανιού και Νέου Φαλήρου σε τμήμα της ακτής που πάνω της υψώνεται η Καστέλλα.
Καστέλλα λεγόταν το ψηλότερο επίπεδο του λόφου της αρχαίας Μουνιχίας, όπου επί βενετοκρατίας υπήρχαν οχυρωματικός πέτρινος χτιστός περίβολος και χαρακώματα.
Η Έλσα Σοφού παρουσίασε στα 1973 ένα χάρτη του Πειραιά που συντάχτηκε στα 1687 από τους Βενετούς. Πάνω στο λόφο της Μουνυχίας, όπως λέει ο τίτλος και χαράχτηκε στο σχέδιο, είχε προταθεί να χτιστεί ένα μεγάλο φρούριο: «con la propositione duna fortezza in sito più opportuno lineata di giallo».
Επειδή το Μικρολίμανο που σχηματιζόταν από κάτω του, νομιζόταν ότι ήταν το παλαιό λιμάνι της Αθήνας, 
το Φάληρον, λεγόταν και Φαληρέας.
Φανταζόμαστε απλά ότι το σημείο θα είχε προεπιλεγεί από κάποιους που ήξεραν τα κατατόπια ή θα το είχαν κατασκοπεύσει από πριν, επειδή μια νυχτερινή έφοδος θέλει προετοιμασία, προσοχή και κατάλληλες κινήσεις. Μπορεί και να προτιμήθηκε «επί χάρτου» στο τραπέζι των αποφάσεων των επιχειρήσεων. 
Η πρόταση του Δραγάτση συμφωνεί και διευκολύνει μια τέτοια πράξη.
  
Ένας από τους παλαιούς χάρτες της συλλογής μου για τον Πειραιά πριν την ανθρώπινη παρέμβαση στις ακτογραμμές. THE PIRAEUS AND PHALERON BAY. London, ημερομηνία έκδοσης 18-12-1929. Λεπτομέρεια. Βλέπουμε το τμήμα από το Μικρολίμανο έως τον όρμο του Φαλήρου, τη δαντελωτή παραλία και το εσωτερικό της που ονομαζόταν - με διάφορες προφορές και γραφή - ΓΩΝΙΑ. Κάπου εκεί έγινε η απόβαση στα τέλη Ιανουαρίου 1827.

Οι επιχωματώσεις με τα τεχνικά έργα έχουν σχηματίσει στις μέρες μας ένα διαφορετικό περιβάλλον που απέχει πολύ από τη φυσική ακτογραμμή των επαναστατικών χρόνων, όλου του 19ου αιώνα και πολλών από τον 20ό.
Παρά τη διαβεβαίωση του Δραγάτση ότι η ονομασία έχει λησμονηθεί και σε πείσμα της άγνοιάς μας έρχονται τα παλαιά συμβόλαια - έγγραφα τίτλων κατοχής, αγοραπωλησίες οικοπέδων και σπιτιών, υποθηκών κ.ά., - να μας διαφωτίσουν.
Εκεί εμφανίζονται στη σωστή γραφή ή παρεφθαρμένα τα αυθεντικά τοπωνύμια που χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι γεωργοί, βοσκοί, κτηματίες, για αναγνώριση των εδαφών τους.
Η «Γωνία» ή «Γωνέα» φαίνεται να είναι καθαρά ελληνική - βυζαντινή λέξη.
Ως τοπωνύμιο έχει γεωγραφική σημασία και μας παραπέμπει σε «τόπο που γωνιάζει».        
Συμβαίνει πολλές φορές ένα «μικρό» σε έκταση τοπωνύμιο να προεκτείνεται σε γειτονικές περιοχές (ειδικά όταν αυτές στερούνται ή δεν έχουν ισχυρή ονομασία) να διατηρείται εκεί και να ξεχνιέται στην αρχική του θέση.
Αν η απόβαση πραγματοποιήθηκε στη φερόμενη «Γωνία», ανατολικά του Μικρολίμανου, δεξιά ή αριστερά της έξαρσης που σημειώνεται σε πολλούς πειραιώτικους χάρτες - μπορείτε να τους βρείτε εύκολα - προς τη σύγχρονη ακτή Δηλαβέρη θα ήταν χρήσιμο να προχωρήσουμε στη Βασιλέως Παύλου, πρώτα μέχρι την οδό Τζαβέλα και μετά στη Ρεπέτσα, ώστε να βρεθούμε αναπάντεχα σε μια ευχάριστη έκπληξη.
Σε συμβολαιογραφική πράξη (αριθμός 179, 14.7.1902) η Χρυσή Κ. Κυριακοπούλου δανείστηκε 600 δραχμές από το Νικ. Α. Απέργη και έβαλε υποθήκη ένα σπίτι «κείμενον εν Πειραιεί κατά την θέσιν " Γκονία" που συνόρευε με τις ιδιοκτησίες Μιχ. Σπυθουράκη, Ανδρ. Κροντιρά, οδό Τζαβέλα» (Χάρης Κουτελάκης, περιοδικό ΨΥΤΤΑΛΕΙΑ, τεύχος 10 - 11, σελ. 11).
Σε συμβόλαιο επίσης της οδού Λοχαγού Ρεπέτσα 3, βρίσκω ότι η οικία είχε κτιστεί στη θέση "Γκωνέα".
 Στις 28 Φεβρουαρίου 2014 βρέθηκα σε μια αληθινά «δυνατή» στιγμή.
Για πολύ καιρό περίμενα να δώσει τις πληροφορίες του ο φίλος μου δικηγόρος, συλλέκτης και ιστοριοδίφης Μιχάλης Βλάμος. Συναντηθήκαμε για καφέ και έφερε να δω κάτι συμβόλαια. Το πρώτο ήταν η υπ’ αριθμόν 2347/1964 άδεια εργασιών ανακαίνισης του σπιτιού του στο Μικρολίμανο. Στο όνομα του ιδιοκτήτη πατέρα του Γεωργίου Βλάμου στην οδό Μίνωος 12, τώρα 16, καταγράφεται ότι βρίσκεται στην θέση «Γκονέα ή Γωνία»!
Το δεύτερο συμβόλαιο, αριθμός 13060 της 15.9.1955, μια «διανομή κοινού ακινήτου», αναφέρει 
«...εν Πειραιεί και εντός του σχεδίου της πόλεως κατά την θέσιν "Τουρκολίμανο ή Φανάρι ή Γωνιά Φαλήρου" της περιφερείας του Δήμου Πειραιώς.. εκτάσεως 876 και 81 % μέτρων τεκτονικών τετραγώνων συνορευόμενον Βορείως με κτήμα Γεωργίου Βλάμου εν μέρει και κληρονόμους Αναγνωστάκη εν μέρει, Νοτίως με Ακτήν Αλεξ. Κουμουνδούρου, Ανατολικώς με κτήμα Θεοδώρου Βαρβαρέσσου και Δυτικώς με κτήμα κληρονόμων Ευστρατίου Πατσούρη...». Σε επόμενο συμβόλαιο που αφορά το ίδιο οικόπεδο ιδιοκτησίας Ειρήνης Βαρβαρέσου, 17922/30.10.1989, «σύστασις οριζοντίου ιδιοκτησίας», ο συντάκτης διευκρινίζει 
«που τώρα η θέση αυτή λέγεται Μικρολίμανο και στην Ακτή Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου στην οποία τώρα έχει τον αριθμό 20 και πριν είχε τον αριθμό 14...».
Αισθανθήκαμε ότι με αυτή τη διαπίστωση είναι σαν να «περικυκλώσαμε» επιτέλους το τοπωνύμιο, ότι το εντάξαμε στις κανονικές του διαστάσεις.  
Αδιάλειπτη πρόσβαση στα συμβόλαια των ιδιοκτησιών της περιοχής θα μας δώσει πληρέστερη εικόνα της διάδοσης του τοπωνυμίου, που τουλάχιστον στη μια πλευρά φαίνεται να καταγράφεται μόνο του και στην άλλη συνδεδεμένο με ένα άλλο προγενέστερο, παράλληλο ή όμορό του (όπως στα διπλά Καστέλλα ή Μουνιχία, Βάρη ή Λιβάδι, Μουσελή ή Καραβάς).


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ, τεύχος 17. Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2006. Σελ.14 - 15. Εδώ σε ανανεωμένη μορφή για το blog.