Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Παύλος Κωνσταντινίδης (1890 - 1962).


Ένας Πειραιώτης εργοστασιάρχης.  


                                                                                                  Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο Πειραιάς, ανακάτεμα πόλης, λιμανιού κι εργοστασίων, έδωσε την ευκαιρία σε πολλά τολμηρά και δραστήρια άτομα να αξιοποιήσουν το ταλέντο και τις γνώσεις τους ιδρύοντας δικές τους μικρές ή μεγάλες επιχειρήσεις που πέτυχαν, προωθώντας έτσι τη μεταλλοτεχνία και τη βιομηχανία. Τιμώντας τη μνήμη του πατέρα της, η κυρία Ελισάβετ Παρασκευοπούλου μου παραχώρησε ένα σύντομο βιογραφικό του μαζί με έντυπο υλικό που ξαναζωντανεύει τη ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΥΡΓΙΑ του Παύλου Κωνσταντινίδη.

Επισκεπτήριο του Παύλου Κωνσταντινίδη με διεύθυνση του εργοστασίου του στην οδό Ντεννύ Κοσσέν 14 (34ου Συντάγματος).
Ο Παύλος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Σελεύκεια της Μικράς Ασίας το 1890.
Ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν Κύπριος και η μητέρα του Ελισάβετ είχε γεννηθεί στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η οικογένεια απέκτησε τέσσερα παιδία κι ο Παύλος ήταν το προτελευταίο της. Η μητέρα τους Ελισάβετ πέθανε σε ηλικία 36 ετών από τη χολέρα που μάστιζε εκείνα τα χρόνια την Τουρκία.
[Ο δύστυχος πατέρας μετά το θάνατο της γυναίκας του κυριεύτηκε από απελπισία και επήρε την μεγάλη απόφαση. 
Το πρώτο παιδί του ήταν ένα κοριτσάκι 13 ετών, η Βερονίκη. Εσκέφθηκε ότι έπρεπε να την παντρέψει και αυτό έκανε. 
Κι εκείνος με τα τρία αγόρια ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Εκεί μη μπορώντας να τα αναθρέψει, τα έδωσε σε τρεις οικογένειες σαν ψυχοπαίδια. Ο μικρός Παύλος έτυχε σε ανδρόγυνο όπου δεν είχαν παιδιά. Έτσι από την ηλικία των οκτώ ετών, άρχισε η Οδύσσειά του. Οι θετοί γονείς τού πρόσφεραν μια ζωή δύσκολη και στερημένη.
Η ψυχομάνα του ήταν μια γυναίκα φοβερά τσιγκούνα. Του στερούσε ακόμα και το φαγητό. Όταν έτρωγε ελιές με ψωμί του έλεγε:
- Παύλο την ελιά θα την δαγκώνεις τρεις φορές. (Για να χορταίνει με ψωμί και να τρώει λίγες ελιές).
Το χωριό που ζούσε στην Κύπρο ήταν η Κυθραία {τώρα τουρκοκρατούμενο}, ένας μικρός παράδεισος όπως το θυμόταν στις αναμνήσεις του. Επήγε λίγες τάξεις στο δημοτικό σχολείο, όμως περισσότερο τον απασχολούσαν με διάφορες δουλειές του σπιτιού και θελήματα. Όταν μεγάλωσε τον έβαλαν να μάθει τέχνη. Το εργαστήριο αυτό κατασκεύαζε μανουάλια για τις εκκλησίες και άλλα εκκλησιαστικά σκεύη. Έξυπνος όπως ήταν έγινε ένας πολύ καλός τεχνίτης
]                                                                       
Έφηβος πια αποφάσισε να καλυτερεύσει το μέλλον του. Ξεκίνησε για την Αίγυπτο παίρνοντας την ευχή των γονέων του και ένα σακούλι με ψωμί και μια ρέγγα... Χωρίς χρήματα, φτωχός όπως ήταν δυσκολεύτηκε πολύ. Ταξίδεψε σαν λαθρεπιβάτης στο τρένο της διαδρομής Αλεξάνδρεια - Κάιρο, τρυπώνοντας σ’ ένα κιβώτιο για να μην τον βρει ο ελεγκτής. Εργάστηκε σε ανάλογο με τις γνώσεις του εργοστάσιο στο Κάιρο και όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι στα 1912-13 πήρε την απόφαση να έλθει στην Ελλάδα να πολεμήσει σαν εθελοντής στρατιώτης.
[Όταν το ανέφερε στον μάστορή του δηλαδή στο αφεντικό του εργοστασίου που εργαζόταν, έγινε έξω φρενών. 
Του είπε επί λέξει:
-Πού πας βρε Παύλο θέλεις να σκοτωθείς; Να πάρω ένα σίδερο να σου σπάσω το κεφάλι.. Αλλά είχε πάρει την απόφασή του. Ήλθε στην Ελλάδα και επολέμησε
]
Τη φρίκη και τις κακουχίες της θητείας του (υπηρέτησε στην Κοζάνη, όπου αναγκάστηκε να φάει - όπως κι άλλοι συστρατιώτες του - ακόμα και ψητό γάιδαρο) διηγόταν χρόνια μετά.
Επιστρέφοντας κατέληξε στον Πειραιά, έπιασε δουλειά σαν τεχνίτης σε διάφορα εργοστάσια με τελευταίο το μηχανουργείο του Δασκαλάκη στην οδό Ντενύ Κοσσέν (ονομάστηκε έτσι από τον Γάλλο
Denys Cochin, 1851 - 1922, τώρα είναι η 34ου Συντάγματος). Μετά από φιλότιμη και συνεπή εργασία αναγνωρίστηκε η αξία του κι έγινε συνέταιρός του.
Στα 1919 νυμφεύτηκε την Αναστασία Κουγιουμιτζή. Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία δυο πέθαναν μωρά. Ο Παύλος αφιέρωνε απεριόριστες ώρες στο επάγγελμά του. Ξεκίναγε από το σπίτι του πολύ πρωί και επέστρεφε το βράδυ έως ότου στα 1921 οι κόποι του απέδωσαν κι άνοιξε δικό του εργοστάσιο, τη ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΗ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΥΡΓΙΑ που έφερε το όνομά του στην οδό Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση 18 (πρώην Τροχιοδρόμων 33α, γέφυρα Καλαμάκη).

Ένα σπάνιο διαφημιστικό μονόφυλλο της μηχανουργικής ορειχαλκουργίας του Παύλου Κωνσταντινίδη. Τυπώθηκε στο Χαρτοπωλείο -Τυπογραφείο Α/φών Λιοντή, Βασιλέως Κωνσταντίνου (Ηρώων Πολυτεχνείου) και Τσαμαδού.

Στις εγκαταστάσεις του χυτηρίου του κατασκευάζονταν δεκάδες εξαρτήματα προς χρήση των ζαχαροπλαστείων και των μπαρ της εποχής (στήλες μπύρας, νερού ή αναψυκτικών, φίλτρα νερού, μεταλλικοί κρουνοί (κάνουλες), σερπαντίνες νερού και μπύρας, βιτρίνες, ψυγεία πάγου με απ’ ευθείας επικοινωνία με τους σωλήνες ύδρευσης κ.ά.), πολλά σχέδια των οποίων ήταν επινόησή του.
Διέθετε ακόμα και κινητό ψυγείο - πάγκο μπύρας για την εξοχή και τα πανηγύρια που η Α.Ε. Ζύθου Κάρολος ΦΙΞ συνιστούσε ανεπιφύλακτα στους πελάτες της.
Τα προϊόντα του εξάγονταν μέχρι την Αίγυπτο ενώ έλαβαν μέρος στη διαρκή έκθεση ελληνικών προϊόντων στο Ζάππειο (1933 - 1938).
Μηχανήματά του είχαν τοποθετηθεί στην Αθήνα στου Ζόναρς, στου Τσίτα και Γερακάκη, στο Μπάγκειον, στου Φλόκα, στου Πράπα.
Εδώ στον Πειραιά έκανε εγκαταστάσεις στα μεγάλα καφενεία - μπυραρίες των Βερσαλιών (όπου η Τράπεζα Πίστεως, Γρηγόρη Λαμπράκη και Μπουμπουλίνας [αργότερα
ALPHA BANK]), Μάντη, Σταματέλου, Παλλάς (Πασαλιμάνι), Στάνη, Κωστάλα (σινέ ΑΠΟΛΛΩΝ), Καλόξυλου (Αγορά).  
Ο Παύλος Κωνσταντινίδης υπήρξε κοινωνικός και αγαπητός στους πελάτες και στον κύκλο του, άφησε δε καλές εντυπώσεις σε όλους όσους τον γνώρισαν από κοντά παρά τις λίγες γραμματικές γνώσεις του.
[Άνθρωπος με δυνατή προσωπικότητα έξυπνος, δημιουργικός, προκομμένος, καλός οικογενειάρχης και πολύτεκνος. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής έζησε και τα 7 παιδιά του, αφού το μεγαλύτερο ήταν 20 ετών και το μικρότερο 
9 ετών]  
Από τα επτά παιδία του, τα τέσσερα αγόρια προωθήθηκαν στο ίδιο επάγγελμα, αφού έβγαλαν σχολές μηχανικών. Στη δεκαετία του ’50 είχε επεκταθεί το εργαστάσιο σε χυτήριο ορειχάλκου, αλουμινίου και λοιπόν λευκών μετάλλων και είχε δημιουργηθεί ολόκληρο πλέον συγκρότημα: μηχανουργείο, νικελοτήριο, χυτήριο, ορειχαλκουργείο.

Γνωστοποιήση της επέκτασης των εγκαταστάσεων του χυτηρίου στα μέσα της δεκαετίας του 1950. 

Με το θάνατο του Παύλου Κωνσταντινίδη οι τέσσερις γιοί του ακολούθησαν ξεχωριστή πορεία:
Ο Κώστας Κωνσταντινίδης είχε εργαστήριο με τεχνικές κατασκευές από ανοξείδωτο χάλυβα ορειχάλκινων και ναυτιλιακών εργασίων (Παπαστράτου 62).
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης άνοιξε μηχανουργείο στην Δωδεκανήσου, και τα δυο σήμερα κλειστά αφού οι ιδιοκτήτες τους έχουν πεθάνει.
Ο Μανώλης Κωνσταντινίδης ίδρυσε τα ζαχαροπλαστεία ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (στην Αφεντούλη 8 και αλλού) τα οποία λειτουργούν τα παιδιά του.
Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης τέλος έφτιαξε το γνωστό μας ΑΚΡΩΡΕΙΟΝ στον Προφήτη Ηλία (Ρεθύμνης και Γενναδίου 49). 

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 14 Μαΐου 1998, σελ. 15. Εδώ ελάχιστα επαυξημένο.    

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ.
Ευχαριστώ και πάλι την κυρία Ελισάβετ, κόρη του Παύλου Κωνσταντινίδη, σύζυγο του γνωστού Πειραιώτη μουσουργού Κώστα Παρασκευόπουλου (1920 - 2003), η οποία, με τη χειρόγραφη βιογραφία του πατέρα της που συνέταξε ειδικά για μένα, με είχε βοηθήσει στην δημιουργία του παρόντος άρθρου. Επικοινώνησα μαζί της 
(αρχικά στις 11.12.2013) και σε επόμενες συννενοήσεις μού επέτρεψε την ανάρτηση του κειμένου στο blog μου. 
Οι πληροφορίες για τα καταστήματα ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ και ΑΚΡΩΡΕΙΟΝ είναι της εποχής του 1998.   
                   




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου