Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

«Περί του συνοικισμού των Υδραίων εις Πειραιά»


                                                                                    
                                                                                     Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

 
«Πειραιεύς. Μερική Άποψις». Οι άκρες της Υδραϊκής συνοικίας, πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυσή της, από τα υψώματα της Πειραϊκής Ακτής. Carte postale με αύξοντα αριθμό 2550 του εκδότη Γ. Ν. Αλεξάκη, που είχε το βιβλιοχαρτοπωλείο Ο ΕΡΜΗΣ στο κέντρο της πόλης.     

Οι Υδραίοι ναυτικοί δεν έλειπαν κατά καιρούς από τα λιμάνια του Πειραιά.
Τους ήταν γνώριμα αφού μετέφεραν με τα καΐκια τους εμπορεύματα από και προς την «σκάλα της Αθήνας». Ήδη από το 1792 κάποιοι Υδραίοι είχαν ζητήσει να κατοικήσουν τον άδειο Πειραιά αλλά δεν τους άφησαν οι Αθηναίοι.
Παρόμοια πρόταση είχαμε και το 1822. 
Πολλοί είχαν λάβει μέρος και στον απελευθερωτικό αγώνα στα πειραϊκά χώματα.
Τα χρήματα που διέθεσαν οι πλούσιες υδραίικες οικογένειες υπολογίζονται σε εννέα εκατομμύρια δραχμές. Η μετακίνησή τους προς τη νεοσύστατη πόλη, άρχισε ήδη από το 1829, αυξήθηκε στα επόμενα χρόνια, κυρίως από το 1837 λόγω της ανεργίας και της φτώχειας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού στο νησί.
Για την εποίκηση στον Πειραιά επέλεξαν μια επιτροπή με πρόεδρο τον Αναστάσιο Ρομπότζη, πλοίαρχο Β΄ τάξεως.
Ο Βαυαρός Βασιλικός Αρχιτέκτονας του Δήμου Πειραιά C. Lorenzen (Φιορέντζος, Λορέντζος ή Λορέντζας σε διάφορα έντυπα), καταμέτρησε την περιοχή γύρω από το Τελωνείο στις 26.11.1837 ενώ ακολούθησαν κι άλλες. Στις 19 (31) Μαΐου 1838 εκδόθηκε το ΒΔ «Περί συνοικισμού Υδραίων εις Πειραιά» με 9 άρθρα.
Για την αποκατάστασή τους χορηγήθηκαν 48 οικοδομικά παραλληλόγραμμα. Κάθε δικαιούχος πήρε με κλήρωση και κατά σειρά με δική του επιλογή, έκταση γης από 112,5 έως 337,5 τετραγωνικούς βασιλικούς πήχεις (200 έως 600 τετραγωνικούς αττικούς πήχεις) με την υποχρέωση να αρχίσει να οικοδομεί σε έξι μήνες και να την τελειοποιήσει. Για κάθε τετρ. βασ. πήχη θα πλήρωνε μία δραχμή. Ο τόπος ανήκε στο δημόσιο, στις «εθνικές γαίες» μετά τη διάλυση του μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα, σε διάφορους Αθηναίους και μη, που τον αγόρασαν από τους Τούρκους ή παλαιότερους ιδιοκτήτες σε πολύ φτηνές τιμές.
Βρέθηκαν και αρκετοί άλλοι διεκδικητές που αν αποδεικνυόταν ότι είχαν νόμιμους τίτλους αποζημιώνονταν με ανταλλαγή άλλων εδαφών (τα έλεγαν γήπεδα).
Τα παραπάνω οικόπεδα πήραν οι αρχηγοί των οικογενειών ή οι χήρες με παιδιά «επί αποδώσει της αξίας τους χρεολυτικώς εις δεκαετίαν». Διευθέτηση των απαιτήσεων έγινε στο Τελωνείο, στις 6(18).8.1838. 
Κανείς δεν μπορούσε να πουλήσει το οικόπεδό του πριν χτίσει σε αυτό σπίτι ή αποθήκη. Είχε όμως τη δυνατότητα να το ανταλλάξει με αμοιβαία συμφωνία αλλά αφού προειδοποιήσει τον «Επίτροπο της επί των Εσωτερικών Γραμματείας» για να γράψει στο κτηματολόγιο την αλλαγή... Πολλοί από τους όρους δεν τηρήθηκαν και η Κυβέρνηση έδινε συνεχώς νέες παρατάσεις. Πολλοί κατέστρεφαν τις χαραγμένες γραμμές των συνόρων...
Όταν ο συνοικισμός άρχισε να εδραιώνεται η «Τοπική επί του Συνοικισμού των Υδραίων εν Πειραιεί Επιτροπή» παρουσίασε τάσεις απόσχισης από το Δήμο Πειραιά «που προήρχοντο από προσωπικές αντιθέσεις, υπέρμετρο τοπικιστικό πνεύμα και μικροφιλοδοξίες». Ενοικίασε κάποιες παράγκες που είχαν στηθεί από το Δήμο στην πλατεία Αγίου Νικολάου [ο ναός εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο 1844], με σκοπό να φτιάξει νέα ξεχωριστή αγορά και κατακράτησε τα χρήματα για να τα διαχειριστεί η ίδια.
Η κίνηση αυτή μαζί με άλλες μικρότερης σημασίας ώθησε το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά να καταδικάσει την Επιτροπή με την πράξη 61/12.7.1839.
Κοινοποίησε τις αποφάσεις του στον Υδραίο Δήμαρχο Κυριάκο Σερφιώτη με την παράκληση να τις διαβιβάσει και στη Διοίκηση Αττικής. Εκείνη απάντησε ότι «φρονεί μόλα ταύτα ότι ανάγκη ο Δήμος Πειραιώς να συγχωνευθεί με τους ονομαστικούς δήμους των Χίων και Υδραίων».
Την εποχή εκείνη ο Δήμος Αθηναίων πρότεινε να εντάξει στη δικαιοδοσία του τους Δήμους Πειραιώς και Αμαρουσίου ενώ μπαίνει μεταξύ τους θέμα των διοικητικών ορίων. Οι έντονες αντιδράσεις των κατοίκων της πόλης μας, ενίσχυσαν το κλίμα ενότητας. Στις 20.4.1840 το Δημοτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί παμψηφεί:  
«Η συγχώνευσις των του Πειραιώς ονομαστικών Δήμων Χίων και Υδραίων μετά του ήδη υπάρχοντος Δήμου Πειραιώ , είναι αναγκαία και δι’ όλην την πόλιν ωφέλιμος».
Η συγχώνευση αυτή των Υδραίων έγινε στα 1841 ενώ των Χιωτών το 1842.
Στον κατάλογο ψηφοφόρων για τις εκλογές μελών της Εθνοσυνέλευσης του 1843 καταγράφονται 114 Υδραίοι που ψηφίζουν στις 9 Σεπτεμβρίου στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Η Υδραϊκή συνοικία βρισκόταν «παρά τω λιμένι και προς το Τελωνείον δυτικομεσημβρινώς κειμένου μέρους του Πειραιώς», ανάμεσα κυρίως στις οδούς Μπουμπουλίνας και Σαχτούρη. Με συμμετρικό σχεδιασμό γύρω από τον ογκώδη άξονα τα Τελωνείου σύντομα επεκτάθηκε προς την Πηγάδα, τα Καρβουνιάρικα, τις απότομες πλαγιές του Χατζηκυριάκειου. Στο ύψωμα προς Πηγάδα ήταν από παλιά χτισμένοι και μύλοι οπότε έχουμε το τοπωνύμιο Μύλος ή Μύλοι ή Μύλοι του Δράκου.  Ήταν η περισσότερο αμιγής συνοικία, με ωραίες στοές και οικοδομές. Πολλά σπίτια ήταν κτισμένα με τη νησιώτικη αρχιτεκτονική (καμάρες, στοές, εσωτερικές αυλές, κεραμίδια), ενώ οι αποθήκες και τα καταστήματα με πελεκητά μάρμαρα.
Τα προβλήματα των οικοπεδούχων που δεν μπόρεσαν να κτίσουν και να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους συνεχίστηκαν για κάμποσα χρόνια.
Στα 1851 ο υπουργός των Εσωτερικών έδωσε μια ακόμα δίχρονη προθεσμία με συγκεκριμένους πάλι όρους για να αποτρέψει τους καταπατητές και τους κερδοσκόπους:
 Όλα τα μη οικοδομημένα οικόπεδα περιέχονται στη διάθεση του Συνοικισμού.
 Όσοι θέλουν να πάρουν οικόπεδο να απευθυνθούν στην Επιτροπή.
Να γίνεται έλεγχος για τα προσόντα των δικαιούχων.
Η εκλογή του οικοπέδου θα έχει σειρά προτεραιότητας ανάλογα με την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Ο κάτοχος θα πρέπει να οικοδομήσει μετά από 5 μήνες και να τελειώσει σε ένα χρόνο αλλιώς τα οικόπεδα θα παραδίδονται στην Επιτροπή.
Η διαταγή τοιχοκολλήθηκε και διαβάστηκε ακόμα και στις εκκλησίες. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν στο Δημαρχείο και η Επιτροπή τις εξέταζε κάθε Τρίτη και Παρασκευή.
Στις 6.8.1860 έχουμε επίσης τον «Αναθεωρητικό Πίνακα των οικοπέδων της εν Πειραιεί Υδραϊκής συνοικίας» που συνέταξε ο μηχανικός του Δήμου.
Από τότε πολλά παράλια κτίσματα κατεδαφίστηκαν για να ενταχτεί ο χώρος στο πολεοδομικό σχέδιο με τους δρόμους που έχουμε σήμερα.

 

«Πανόραμα Πειραιώς». Επιστολικόν δελτάριον. Παγκόσμιος Ταχυδρομικός Σύνδεσμος. Απεικονίζεται η παραλιακή πρόσοψη της Υδραϊκής συνοικίας, στον Κωφό Λιμένα των χαρτών της εποχής, τα λεγόμενα Καρβουνιάρικα. Κι αυτή η carte postale κυκλοφόρησε για πολλά χρόνια σε διάφορες εκδόσεις. Πίσω, στο πρώτο αντίγραφο της συλλογής μου αναφέρεται ο εκδότης P & C Athènes, το δεύτερο διεκρινίζει Pallis & Cotzias Athènes. Έχει τον αριθμό 105. 
Ξεχωρίζει ο Άγιος Νικόλαος. Σήμερα στην θέση των σπιτιών υψώνονται κυρίως ναυτιλιακά μέγαρα. 
Δείτε τα ιστιοφόρα και τα καΐκια, εκεί τώρα έχουμε τα κρουαζιερόπλοια.
Άλλη φωτογραφία για την Υδραϊκή συνοικία, στο άρθρο μου «Τα Νοεμβριανά του 1916 και η Γαλλική Κατοχή στον Πειραιά του 1917» της 14.5.2013.



Βιβλιογραφία:
-Βάσιας Τσοκόπουλος, «Πειραιάς, 1835 - 1870. Εισαγωγή στην ιστορία του Ελληνικού Μάντσεστερ», 
Αθήνα 1984. 
-Γεωργίου Ν. Σαχίνη, «Οι Υδραίοι στον Πειραιά», ιστορική τοποθέτηση, Πειραιάς 1989.
-Μαριάνθη Γ. Κοτέα, «Η Βιομηχανική Ζώνη του Πειραιά», Αθήνα 1997.
-Σταματίνα Μαλικούτη, «Πειραιάς 1834 - 1912», Αθήνα 2004.
-Αρχειακό υλικό της συλλογής μου.    

Πρώτη δημοσίευση: «Αφιέρωμα». Περιοδική έκδοση της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά 
«Ο Άγιος Παύλος», τεύχος 2, 11/2007, σελ. 58 - 59 με τίτλο «Ο Υδραϊκός συνοικισμός του Πειραιά».
Δεύτερη ανανεωμένη δημοσίευση: Πειραϊκό Λεύκωμα, Έκδοση Κοινωνικής, Οκτώβριος 2010, σ. 84 - 85.



Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Η Χιώτικη συνοικία του Πειραιά:


μιά πόλη μέσα στην πόλη.
 

                                                                                  Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο Πειραιάς γεννήθηκε σαν Δήμος όταν ανακηρύχτηκε επίσημο λιμάνι (επίνειο) της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού Βασιλείου, της Αθήνας. Λίγο πριν, στα 1825, οι Ψαριανοί θέλησαν μετά την καταστροφή του νησιού τους (1824) να ιδρύσουν μια πόλη στον Πειραιά, εμποδίστηκαν όμως από τους Αθηναίους ιδιοκτήτες της πειραϊκής γης. Ύστερα οι Χιώτες σκορπισμένοι κι αυτοί από το 1822, οι πλουσιότεροι στο εξωτερικό, 
οι πιο φτωχοί στην Ερμούπολη της Σύρου κι αλλού, ζήτησαν από την Κυβέρνηση ένα καινούργιο τόπο να φτιάξουν τη Νέα Χίο, «όπου να συγκεντρωθώμεν ημείς τα λείψανα του πολυαρίθμου λαού και να εύρωμεν οπωσούν παραμυθίαν των δεινών μας», αφού με την απελευθέρωση η πατρίδα τους παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών.
Οι Χιώτες με τις εμπορικές επιχειρηματικές δραστηριότητές τους αποτελούσαν ένα δυναμικό κομμάτι της τότε ελληνικής κοινωνίας κι αυτό ήθελε να το εκμεταλλευτεί η κεντρική εξουσία. Μετά την άφιξη του Όθωνα μια επιτροπή από Χιώτες της Σύρου πήγαν και τον συγχάρηκαν στο Ναύπλιο, προτείνοντάς του με επιστολή χρονολογημένη από τις 13.3.1833 να εγκατασταθούν στον Πειραιά.
Μια άλλη επίσημη επιστολή υποβλήθηκε στις 28 Οκτωβρίου.
 Όταν επιλέχθηκε η Αθήνα σαν έδρα της Κυβέρνησης (29.6/11.7.1833) και ο Πειραιάς σαν το λιμάνι της (6.12.1833), διατάχθηκαν οι αρχιτέκτονες Eduard Schaubert και Σταμάτης Κλεάνθης  να χαράξουν το σχέδιο πόλης του Πειραιά, ο οποίος είχε κηρυχθεί ως Δήμος Γ΄ τάξης. 
Έτσι η Αντιβασιλεία αποδέχτηκε το αίτημα των Χιωτών και ξεκίνησαν οι διαδικασίες εφαρμογής του εγχειρήματος. Στις 28.1.1834 έγινε στη Σύρο με πρωτοβουλία - μεταξύ των άλλων επωνύμων - του Ιωάννου Βούρου και Παντιά Ράλλη (οι Αλ. Κοντόσταυλος και Γεώρ. Γλαράκης έλειπαν) η συνέλευση των αρχηγών των οικογενειών και των προέδρων των Συντεχνιών. Εκτός από κάποιες αντιρρήσεις, πάρθηκε η απόφαση να συνοικήσουν τον Πειραιά, κατάρτισαν τον πρώτο κατάλογο ονομάτων με τα επαγγέλματά τους, προτάθηκαν μέτρα διευκόλυνσής τους και εξέλεξαν (19.2.1834) την «επί του συνοικισμού των Χίων Επιτροπή» δηλαδή το Νεόφυτο Βάμβα, τον Παντιά Ράλλη και τον Ιωάννη Βούρο. Σύντομα, μετά από πολλές διαβουλεύσεις και προστριβές, μια επόμενη συνέλευση (28.6.1834) οριστικοποίησε την επιθυμία τους για μετοικεσία στον Πειραιά.
Οι όροι για το χτίσιμο του Πειραιά, καθορίστηκαν από το Βασιλικό Διάταγμα της 2/14.12.1834 «Περί των κατά τον Πειραιά ιδιωτικών οικοδομών» [ΦΕΚ 11/23.1.1835]: από τις εθνικές (πρώην οθωμανικές) και μοναστηριακές (του Αγίου Σπυρίδωνα) γαίες που περιήλθαν στο Δημόσιο μόνο αυτές που βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά της οδού προς Αθήνα (οδός του Φεράλδη, μετά Μακράς Στοάς, σήμερα Δ. Γούναρη) ήταν ελεύθερες για αγορά σε κάθε ζήτηση. Οι εκτάσεις της δεξιάς πλευράς ήταν φυλαγμένες για του Χιώτες. 
Η νέα πόλη θα αποτελούνταν από τρεις μεγάλες περιοχές. Τους συνοικισμούς - ονομαστικούς Δήμους των Χίων, των Υδραίων και του Γενικού ή των Παροίκων.
Ακολούθησαν οι λεπτομέρειες στα ΒΔ «Περί παραχωρήσεως ιδιωτικών οικοπέδων κατά τον Πειραιά εις τους Χίους» 24.1/5.2.1835, «Περί παραχωρήσεως  γηπέδων εις Πειραιά» 13/25.3.1835, «Περί του εις Πειραιά συνοικισμού των Χίων» 17/29.4.1835 [ημερομηνία η οποία θεωρείται ως η ληξιαρχική πράξη γέννησης της πόλης] και «Περί του συνοικισμού των Χίων εν Πειραιεί» της 25.5/6.6.1836.
Οι πρώτοι Δημοτικοί Σύμβουλοι ορκίστηκαν στις 23.12.1835. Μέχρι να σχηματιστεί ο Δήμος Χίων, οι ιδιοκτήτες θα υπάγονταν στον Δήμο «επί της αριστεράς πλευράς του Πειραιώς» που ήδη σχηματιζόταν «ταχύτατα». Προς τους απανταχού Χιώτες στάλθηκαν ενημερωτικές επιστολές για τον εποικισμό του Πειραιά και εκλέχτηκαν τα έξι μέλη «του επί του συνοικισμού των Χίων Δημοτικού Συμβουλίου».
 Ήταν ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Ιωάννης Βούρος, ο Θεόδωρος Άμιρος, ο Λουκάς Ράλλης, ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος και ο Παύλος Νεγρεπόντες. Μέλη της παραπάνω Επιτροπής ήλθαν στον Πειραιά κι ανέλαβαν καθήκοντα από τις 22.10.1836.
Οι Χιώτες καθυστέρησαν λόγω συνθηκών το χτίσιμο των οικοδομών τους και πολλά «γήπεδα» (έτσι έλεγαν τότε τα οικόπεδα) έμεναν ακάλυπτα. Οι παλιοί ιδιοκτήτες του χώρου αναγκάστηκαν - όσοι δεν είχαν ήδη χτίσει - να πάρουν ισότιμες γαίες στην αριστερή πλευρά για να παραχωρηθούν στους Χιώτες: 
«Περί των εις το δεξιόν μέρος του Πειραιώς ιδιοκτήτων γηπέδων», ΒΔ 20.10/1.11.1836.
Αυτό θα ίσχυε μέχρι το 1839. Μετά η αγορά θα ήταν ελεύθερη για κάθε ενδιαφερόμενο.
Πάντως οι πρώτες χιώτικες οικοδομές υψώθηκαν από τα μέσα του 1836.
Άλλο διάταγμα με προθεσμίες αποπεράτωσης βγήκε στις 13/25.3.1837.
Στις 3/15.1.1838, με απόφαση «περί της κατά το δεξιόν μέρος του Πειραιώς εθνικής γης», τους δόθηκε περισσότερο έδαφος, 200 βασιλικά στρέμματα. Αρκετοί όμως παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους απογοητευμένοι.
Πολλοί λοιπόν Χιώτες μεγαλέμποροι αγόρασαν οικόπεδα κι έκτισαν τα σπίτια τους στη δεξιά πλευρά, στα οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ των οδών Μακράς Στοάς (Δ. Γούναρη) - Ηφαίστου (Ελ .Βενιζέλου) - Σωκράτους (Ηρώων Πολυτεχνείου) - Αθηνάς (Βασιλέως Γεωργίου) με επέκταση και πέραν των δυο τελευταίων οδών..
 
Στην καρδιά του αρχικού Χιακού συνοικισμού. «Άποψις Πειραιώς». Φωτογραφία υπογεγραμμένη από τον Αναστάσιο Γαζιάδη. Παλαιότερα πολλοί φίλοι είχαν απορήσει και με ρωτούσαν για την θέση που εικονίζει. Ένα βιβλίο μάλιστα που κυκλοφόρησε στα 2002 την περιγράφει σαν «Όψη της οδού Σωκράτους [Ηρώων Πολυτεχνείου] κατά το μεσοπόλεμο σε επιστολικό δελτάριο». Ξεκαθάρισα ότι βρισκόμαστε στην τότε οδό Μιαούλη, σήμερα Εθνικής Αντιστάσεως. Αριστερά η πλατεία Θεμιστοκλέους, δεξιά η πλατεία Αγίας Τριάδος. Ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά από τις πλατείες είναι η οδός Ομήρου, τώρα Μακράς Στοάς. Στον τόπο του διώροφου κτηρίου στο κέντρο είναι η σημερινή Εθνική Τράπεζα (πρώην Αθηνών, 1893 - 1953) και απέναντί του το παλιό ξενοδοχείο ΠΑΡΘΕΝΩΝ, που διατηρείται ανακαινισμένο από τον Όμιλο Χαραγκιώνη με την επωνυμία «ΤΟ ΡΟΛΟΪ». Στην πίσω όψη αυτής της CARTE POSTALE της συλλογής μου, διαβάζουμε ότι εκδόθηκε από τον Γ. Ν. Γεωργιάδη, χαρτοπωλείον «Κόσμος»        στην «Καβάλλα». [Κοίτα και άρθρο μου «Οι καρτ ποστάλ του Πειραιά και οι εκδότες τους», ανάρτηση 15.6.2013].

Από τους πρώτους αγοραστές ήταν οι Φ. Φεράλδης, Εμμανουήλ Ροδοκανάκης, Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς, Λουκάς Ράλλης, Ζαννής Ράλλης, Ιάκωβος Ράλλης, Παντιάς Ράλλης, Αυγουστίνος Ράλλης, Α. και Γ. Γλαράκης, Αλ. Κοντόσταυλος, Τ. Ευμορφόπουλος, Ι. Πετροκόκκινος, Ι. Μακάς, Α. Κονταράτος, Α. και 
Ν. Μάμουκας, Στ. Γεννάδιος, Ι. Χρύσανθος, Π. Συνετάκης, Π. Μαύρος, Αγγέλικα Κορονάκη κ.ά.
Η Επιτροπή παραλάμβανε τα έγγραφα (έντυπα, αντίτυπα) με την αγορά και το χτίσιμο των οικοπέδων που είχαν ενταχθεί σε συγκεκριμένα, αριθμημένα οικοδομικά παραλληλόγραμμα του πολεοδομικού σχεδίου και τα διαβίβαζε «προς την επί των Εσωτερικών Β. Γραμματείαν της Επικρατείας» για ενημέρωση της πορείας οικοδόμησης της περιοχής.
Στα 1837 και 1838 διχοτομούνται τα μεγάλα κεντρικά παραλληλόγραμμα με ενδιάμεσους μικρότερους δρόμους, «παρόδους ή στενωπούς» όπως τους έλεγαν, για ευκολία στην οικοδόμηση. Έτσι δημιουργήθηκαν οι οδοί Αγίου Σπυρίδωνος, Νοταρά, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Αλκιβιάδου κ.ά.
Το «Βιβλίον Πρακτικών της επί του συνοικισμού των Χίων Επιτροπής» διασώθηκε στο Αρχείο της οικογενείας Αλεξάνδρου Φεράλδη κι αποτελείται από 197 σελίδες (οι 75 γραμμένες) με 72 κείμενα από το 1836 μέχρι το 1842. Κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τα «Ελληνικά Γράμματα» το 1994. Ενδιαφέροντα στοιχεία περιέχονται επίσης στο Χιακό Αρχείο του Ι. Βλαχογιάννη, Αθήνα 1910, τόμοι Δ΄ και Ε΄.
Η πράξη 136 της 20.4.1840 κήρυξε την συγχώνευση των ονομαστικών Δήμων Χίων και Υδραίων 
(του δεύτερου συμπαγούς συνοικισμού στον Πειραιά) «μετά του ήδη υπάρχοντος Δήμου Πειραιώς» αφού «είναι αναγκαία και δι’ όλην την πόλιν ωφέλιμος» αλλά αυτό καθυστέρησε.
Το 1840 ο Πειραιάς έγινε Δήμος Β΄ τάξης. Το 1842 «ο Χιακός του Πειραιώς Δήμος συνεχωνεύθη εις τον Δήμον του Πειραιώς». Στους φορολογικούς καταλόγους του 1842 καταγράφονται 15 Χιώτες ενώ στις 
26/9/1843 ψήφισαν για την Εθνοσυνέλευση 76 στην Αγία Τριάδα.    
Από τους τελευταίους νόμους για το χιώτικο συνοικισμό αναφέρεται το Β.Δ. του 1842, 19/31.10, 
«Περί αναγνωρίσεως ως ιδιοκτητών των Χίων των εις Πειραιά παραχωρηθέντων αυτοίς γηπέδων».  
Έδινε προθεσμία εννέα μηνών για αποπεράτωση των οικοδομών και επιστροφή στο δημόσιο των ακόμη άχτιστων οικοπέδων.
Το Χιακό τμήμα, λόγω θέσης, απετέλεσε το κεντρικότερο και σημαντικότερο στον ρυμοτομικό ιστό της πόλης που άρχισε σιγά - σιγά να «γεμίζει» με όμορφες οικοδομές, καταστήματα, εργαστήρια και οικίες, 
να διαμορφώνονται οι πλατείες και οι δρόμοι, να ιδρύονται και εγκαθίστανται σχολεία, υπηρεσίες, εκκλησίες, να φτιάχνεται το λιμάνι, έτσι ώστε να παίρνει σταθερά τη μορφή εκείνη που η εξέλιξή της μας έδωσε τον σημερινό πολύβουο αλλά τόσο αγαπημένο μας Πειραιά.               


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Πειραϊκή Πολιτεία», Χρονοδιαδρομές, Πέμπτη 14.10.1999, σελ. 17.
Δεύτερη δημοσίευση: Περιοδική έκδοση της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά «Ο Άγιος Παύλος». ΑΦΙΕΡΩΜΑ. Τεύχος 2, 11.07. Πειραιάς, το ξεκίνημα…, σ. 55 - 57 με τίτλο: «Η Χιώτικη συνοικία του Πειραιά. Μια πόλη μέσα στην πόλη». Αντιγραφή εδώ, 15.6.2009. Νέα διόρθωση στις 9 Μαρτίου 2010. 
Τρίτη δημοσίευση: Πειραϊκό Λεύκωμα, Έκδοση Κοινωνικής, Οκτώβριος 2010, σ. 86 - 87.    



                               

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Επιστροφή στα 1963.


Μια περιγραφή του Πειραιά
λίγο πριν την εποχή που τον πρωτογνώρισα.


                                                                                Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης. 


Αν υπήρχε μια τέτοια επέτειος, θα μπορούσα να πω ότι φέτος, το 2014, γιορτάζω τα πενηντάχρονά μου στον Πειραιά. Πενήντα χρόνια Πειραιώτης, όχι γέννημα, αλλά θρέμμα δεν είναι και λίγα.
Ήθελα να γνώριζα και να περιέγραφα την πόλη, έτσι όπως την βρήκα τότε.
Να με οδηγήσει κάποιος στους δρόμους της, να μου δείχνει κι εγώ να γράφω.
Ξεναγός θα μπορούσε να είναι ο καθένας από σας αλλά έτσι που τα χαλάει ο χρόνος και τα ανακατεύει 
η μνήμη φοβάμαι ότι θα μπερδέψουμε όλοι μαζί τα γεγονότα και θα παρασυρθούμε σε πολλά ατοπήματα. Βρήκα λοιπόν τον κατάλληλο οδηγό στο δημοσιογραφικού τύπου κείμενο ενός πολυτελούς εντύπου διαστάσεων 34Χ24,5.
Είχε τίτλο ΕΛΛΑΔΑ, μηνιαία εικονογραφημένη τουριστική επιθεώρησις, ήταν περιοδικό του Οργανισμού Τουριστικών Εκδόσεων του Γιώργου Βαρελά που έβγαλε σε δύο τόμους και τον Τουριστικό Οδηγό για την Ελλάδα. Η «ΕΛΛΑΔΑ» στοιχειοθετείται με καινούργια τυπογραφικά στοιχεία και τυπώνεται όφφσετ στο Εργοστάσιο Γραφικών Τεχνών «Παρθενών», Πραξιτέλους 5, Πειραιεύς»! γράφει το πρώτο της τεύχος του Απριλίου 1963.
Το αφιέρωμα στον Πειραιά κρατάει 14 σελίδες. Την αναδρομή στην αρχαία ιστορία και την ξενάγηση στο παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο της οδού Φιλελλήνων κάνει ο Π. Γ. Πυριοβολής. Ανώνυμα είναι τα μέρη για την ξενάγηση στην πόλη και τον πνευματικό Πειραιά. Δεν ξέρουμε τον κύριο συντάκτη, ίσως είναι πάλι ο Πυριοβολής. Όμως διευκρινίζεται «τα κείμενα για τον Πειραιά στηρίζονται σε συνεντεύξεις, κρίσεις, γνώμες, κείμενα, προτάσεις, πληροφορίες και παρατηρήσεις» πολλών Πειραιωτών, όπως των Βελιώτη, Γεράνη, Θεοχάρη, Κωστέα, Λεβάντα, Μαρμαρινού, Μελετόπουλου, Μητρόπουλου, Μουστάκα, Πανάγου, Πανίτσα, Σούκα, Χατζημανωλάκη.
Με την παρακάτω ανάγνωση ας γυρίσουμε στα τότε δεδομένα, ας δούμε τι έγινε και πώς εξελίχτηκε κάθε «αθώα» περιγραφή του τοπίου και ας την συγκρίνουμε με τα σημερινά στενάχωρα ή ευχάριστα αποτελέσματα.

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ

Η ΠΕΡΙΟΧΗ γύρω από την πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου μέχρι την Αγία Τριάδα και γύρω από το «Ρολόι» (Δημαρχείο) και τον Άγιο Σπυρίδωνα μέχρι την πλατεία Καραϊσκάκη, είναι η καρδιά του σημερινού Πειραιά. Στους παλμούς αυτής της καρδιάς συντονίζεται η πολύπλευρη ζωή της ναυτικής και βιομηχανικής μεγαλουπόλεως.
Εδώ βρίσκονται τα κεντρικά καταστήματα (στις δύο κεντρικές λεωφόρους Βασιλέως Κωνσταντίνου και Γεωργίου του Α΄), τα κέντρα της πειραϊκής πνευματικής ζωής, τα δημόσια καταστήματα, οι μεγάλοι οικονομικοί οργανισμοί και οι περισσότερες εταιρίες. Στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου διασταυρώνονται οι περισσότερες αστικές συγκοινωνιακές γραμμές του κέντρου της πόλεως. Και γύρω στο «Ρολόι» και στην πλατεία Καραϊσκάκη βρίσκονται οι αφετηρίες των υπολοίπων γραμμών.
Κατηφορίζοντας από το Δημοτικό Θέατρο προς το λιμάνι, ακολουθούμε τη λεωφόρο Γεωργίου του Α΄. 
Στην αρχή της λεωφόρου από τη μιά πλευρά υψώνεται μεγαλοπρεπής ο ναός της Αγίας Τριάδος, που είχε βομβαρδισθή κατά την Κατοχή και ανοικοδομήθηκε πριν από λίγο καιρό. Δίπλα στην Αγία Τριάδα βρίσκεται η αφετηρία των λεωφορείων, που συνδέουν τον Πειραιά με την Αθήνα δια της οδού Πειραιώς - Αθηνών. Απέναντι εκτείνεται ο «Κήπος του Θεμιστοκλέους», που παλαιότερα ονομαζόταν «Τινάνειος». Είναι ένα συμπαθητικό πάρκο, που συγκεντρώνει κάθε μέρα πολλούς φίλους της γαλήνης και του ρεμβασμού.
Πίσω ακριβώς από το πάρκο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, στον τόπο όπου, πολύ πριν από την επανάστασι του 1821, είχε κτισθή ομώνυμο μοναστήρι.

«Το Ρολόι». Ώρα 12.10 το μεσημέρι. Το κτήριο στα τελευταία χρόνια της ύπαρξής του. Μπροστά, περίπτερο με διαφημίσεις του καφέ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ και των «σιγαρέττων πολυτελείας» ΑΡΩΜΑ. Επίσης τηλεφωνικός θάλαμος παλαιού τύπου. Πίσω η Αγία Τριάδα ακόμα με σκαλωσιές.           Περνάει το «πράσινο» λεωφορείο των ΕΗΣ (παραλαβή από τη γαλλική εταιρεία CHAUSSON).       Οι φωτογραφίες τραβήχθηκαν με φιλμ FOMAPAN.

Απέναντι από τον «Κήπο του Θεμιστοκλέους», προς την παραλία, βρίσκεται το γραφικό παλιό κτίριο του «Ρολογιού», όπου στεγάζονται οι περισσότερες υπηρεσίες του Δήμου. Το κτίριο αυτό θεμελιώθηκε το 1869. Τα αρχικά σχέδια προέβλεπαν εδώ την εγκατάστασι χρηματιστηρίου. Πραγματικά, όταν η κατασκευή τελείωσε, επί δημαρχίας Δημητρίου Αθ. Μουτσοπούλου, το κτίριο εστέγασε για λίγο διάστημα το χρηματιστήριο κι’ έπειτα έγινε λέσχη. Ο Δημήτριος Μουτσόπουλος εδώρησε το τετράπλευρο ιστορικό ρολόι του πυργίσκου, που ήταν χτισμένο τότε στη διασταύρωσι των οδών Δημοσθένους και Λυκούργου, στη γειτονική κεντρική αγορά. Τον καιρό που δημάρχευε στον Πειραιά ο Αριστείδης Ομηρίδης Σκυλίτσης 
(1883 - 1887), οι παράγοντες της πόλεως έκριναν ότι το κτίριο της κεντρικής αγοράς δεν ήταν κατάλληλο και μετέφεραν τις δημοτικές υπηρεσίες στο «Ρολόι». Στο ισόγειο άρχισε να λειτουργή το καφενείο του Κομνηνού, όπου σύχναζαν μεγάλα πρόσωπα της πολιτικής, των εμπόρων, της ναυτιλίας και της βιομηχανίας.
Κάποιοι έχουν εκφράσει την ευχή και τη γνώμη νη γίνη το «Ρολόι» μουσείο. Τώρα τελευταία μελετούν τη μεταφορά όλων των υπηρεσιών του Δήμου σε νέο κτίριο. Λένε (από δυό χρόνια) πως αυτό θα γίνη γρήγορα.
Η ΖΩΗ του Πειραϊκού λιμανιού συνεχίζεται με ολοένα και πιο εντατικό ρυθμό.
Στην Ακτή Ποσειδώνος, μπροστά στο «Ρολόι», μικρά πλοία περιμένουν επιβάτες για τα λιμανάκια και τους συνοικισμούς της Αίγινας και της Σαλαμίνας: Αγία Μαρίνα, Άγιος Νικόλαος, Σελίνια. Λίγο πιο πέρα, προς τα δεξιά, ξεκινούν μεγαλύτερα πλοία για τον Πόρο, την Ύδρα και τις Σπέτσες. Το καλοκαίρι, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα, όλος ο γύρω χώρος γεμίζει από πελώριες ουρές εκδρομέων, που ξεχύνονται στ’ αντικρυνά ακρογιάλια.
Προς τ’ αριστερά η προκυμαία (Ακτή Μιαούλη) κάνει μιά καμπύλη και συνεχίζεται σχεδόν ευθύγραμμα μέχρι το Τελωνείο. Πηγαίνει κανείς ως εκεί με τα πόδια ή με λεωφορείο.
Στο Τελωνείο (παλιά περιοχή της «Δογάνας») επικρατεί πάντα μιά ατμόσφαιρα πυρετού. Εδώ αράζουν τα μεγάλα υπερωκεάνια κι’ από’ δω ξεκινούν για τα μακρυνά τους ταξίδια. Ένα πολύμορφο και πολυθόρυβο πλήθος από ξένους τουρίστες συνωθείται σ’ αυτή την ιδιότυπη πειραϊκή Βαβέλ. Κόσμος πολύς κι’ αδιάκοπη αναστάτωσις. Ταξί, φορτοταξί, καρρότσια, ένας «τσιτσερόνε» που προθυμοποιείται να εξυπηρετήση τους τουρίστες με τις ελάχιστες γνώσεις και την πολλή καπατσοσύνη του, πρόσωπα κι’ αποσκευές που πηγαινοέρχονται, μικροπωληταί, όργανα της τάξεως, «κράχτες» για ξενοδοχεία, αυτοκίνητα, είδη λαϊκής τέχνης.
Στην πλατεία του Τελωνείου έχουν μεταφερθή τελευταία οι αφετηρίες των λεωφορείων Κερατσινίου και Περάματος. Από εδώ ξεκινούν και τα λεωφορεία που κάνουν το γύρο του λιμανιού, μέχρι την Ακτή Βασιλειάδου.
Στον παραλιακό δρόμο πλήθος τα καταστήματα με τα πολύχρωμα και κακοχρωματισμένα «ενθύμια». Σ’ αυτή την περιοχή μπορείς ν’ ακούσης τα πιο περίεργα καλέσματα σ’ όλες τις γνωστές κι’ άγνωστες γλώσσες.
Σ’ όλο το μήκος της προκυμαίας ναυτικά γραφεία και τουριστικά πρακτορεία.
Εδώ μπορούμε να κρατήσουμε θέσεις για οποιαδήποτε διαδρομή - και μάλιστα όχι με πολλά χρήματα. Απέναντι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Σ’ αυτή την περιοχή δημιουργήθηκε μιά από τις πρώτες συνοικίες της πόλεως: τα «Υδραίικα».
Ο παραλιακός δρόμος συνεχίζεται και πίσω από το Τελωνείο, περνώντας από τα «Καρβουνιάρικα». 
Στον ορμίσκο αράζουν καΐκια, που αναλαμβάνουν μεταφορές για τα αιγαιοπελαγήτικα νησιά. Η Ακτή Μιούλη συνεχίζεται και φτάνει μέχρι το Βασιλικό Περίπτερο.
ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ από το Τελωνείο, στις οδούς Φίλωνος, Νοταρά και Κολοκοτρώνη και στα παρακλάδια τους, εκτείνεται η περιβόητη «αμαρτωλή συνοικία», η Τρούμπα.
Ύποπτα κέντρα, «σπίτια» και «διαμερίσματα», μισόγυμνα «κορίτσια», προβληματικός ερωτισμός. Αμάξια «Ι.Χ.», καρποί των σημαντικών «κερδών». Κι’  ελάχιστες κατοικίες οικογενειών, με την επιγραφή: «Προσοχή! Κατοικείται!».
Αυτήν την ιδιότυπη συνοικία διάλεξε ο Ντασσέν και την έκανε ταινία, που γνώρισε διεθνή επιτυχία!
Γυρίζουμε στο λιμάνι (με λεωφορείο ή με τα πόδια). Δυό βήματα από το «Ρολόι» αρχίζει η ψαραγορά και η κεντρική αγορά του Πειραιά. Εδώ βρίσκει κανείς φρέσκα ψάρια και κάθε είδους θαλασσινά σε σχετικά χαμηλές τιμές. Οι ξένοι τριγυρίζουν ανάμεσα στους πάγκους με τα ψάρια και τα θαλασσινά γιά να χαρούν την «ατμόσφαιρα». Οι πωληταί, ο κόσμος, οι φωνές, η κίνησις, συνθέτουν, πραγματικά, μιάν ιδιότυπη ατμόσφαιρα.
Στην κεντρική αγορά, ο ίδιος θόρυβος κι’ ο ίδιος πυρετός. Λείπει μονάχα η μυρωδιά της θάλασσας και των ψαριών. Εδώ οι Πειραιώτες προμηθεύονται τα τρόφιμά τους. Ξεκινούν συχνά από τις πιο μακρινές συνοικίες, γιατι στην κεντρική αγορά μπορούν να ψωνίσουν καλά και φθηνά πράγματα.
Οι καταστηματάρχες κι’ ο κόσμος παραπονιούνται. Λίγος ο χώρος και πολλά τα άτομα που συναλλάσσονται. Η αγορά έγινε πριν από αρκετά χρόνια, τότε που ο πληθυσμός ήταν λιγοστός κι’ οι ανάγκες περιορισμένες. Σήμερα όμως;
ΚΟΝΤΑ στην κεντρική αγορά βρίσκεται η πλατεία Ιπποδαμείας, όπου ο επισκέπτης συναντά την ιδιόμορφη εικόνα των παλιατζήδικων. Μικρές παράγκες με φτηνά εμπορεύματα. Ευκαιρίες για το φτωχόκοσμο. Και παγίδες για τους αφελείς. Ρούχα, οικιακά σκεύη, παιχνίδια, ραδιοφωνάκια, δίσκοι, μιά μικρή αγορά πουλιών και κλουβιών, παλιά αντικείμενα, όλα μπορεί να τα βρη κανείς στα παλιατζήδικα της πλατείας Ιπποδαμείας.
Από εδώ ξεκινά η οδός Θ. Ρετσίνα. Διασχίζει μιά περιοχή γεμάτη εργοστάσια και καταλήγει στην εργατική συνοικία της Λεύκας. Με την οδό Ρετσίνα γειτονεύει μιά άλλη εργατική συνοικία, τα Καμίνια. Στην πλατεία Ιπποδαμείας βρίσκεται και το Εργατικό Κέντρο Πειραιώς.
Λίγο πιο κάτω από την πλατεία Ιπποδαμείας βρίσκονται οι αφετηρίες των λεωφορείων που ακολουθούν την οδό Θ. Ρετσίνα, περνούν από τη Λεύκα και προχωρούν για την Παλιά Κοκκινιά, τον Καραβά, τη Νίκαια, 
το Γ΄ Νεκροταφείο, τον Κορυδαλλό και τα Γερμανικά.
Σε μικρή απόστασι, στη διασταύρωση των οδών Φίλωνος και Ναυάρχου Μπήττυ, βρίσκεται το κεντρικό ταχυδρομείο του Πειραιά.
Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ Δημητρίου Γούναρη ενώνει την πλατεία Ιπποδαμείας με το λιμάνι, στο σημείο όπου τελειώνει 
η Ακτή Ποσειδώνος κι’ αρχίζει η Ακτή Καλημασιώτη και η πλατεία Καραϊσκάκη. Σ’ αυτή την περιοχή και στο χώρο του Τελωνείου σημειώνεται η μεγαλύτερη κίνησις του πειραϊκού λιμανιού. Από εδώ ξεκινούν τα πλοία για όλες τις γραμμές του Αιγαίου. Και οι προβλήτες της πλατείας Καραϊσκάκη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, είναι ασφυκτικά γεμάτες κόσμο.
Ο Καραϊσκάκης, έχει συνδέσει το όνομά του με τον Πειραιά στις αρχές του 1827 εναντίον των Τούρκων, οπότε απελευθερώθηκε ένα τμήμα της πόλεως. Τραυματίσθηκε βαριά σε μιά εξόρμησί του στο φαληρικό αλίπεδο και πέθανε ύστερα από μερικές ημέρες πάνω στη γολέττα του Άγγλου  ναυάεχου Κόχραν.
Στην πλατεία Καραϊσκάκη βρίσκονται οι αφετηρίες των λεωφορείων, που συνδέουν τον Πειραιά με το Αιγάλεω, το Χαϊδάρι, το Δαφνί, τον Σκαραμαγκά και την Ελευσίνα και με ωρισμένες συνοικίες του Πειραιά.
Τη γύρω περιοχή καταλάμβανε παλιότερα ένα μεγάλο έλος, που έφτανε μέχρι τον γειτονικό σημερινό «Λιμένα Αλών» και την πλατεία Λουδοβίκου, όπου σήμερα βρίσκονται ο σταθμός των Ελληνικών Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων και οι αφετηρίες των γραμμών Προφήτη Ηλία, Φρεατύδος - Χαζτηκυριακείου και Καστέλλας.
Εδώ κοντά ήρθε και κατοίκησε ένας από τους πρώτους εποίκους του νεώτερου Πειραιά, ο Γιαννακός Τζελέπης, που έκτισε στην ακτή το πρώτο πειραϊκό ξενοδοχείο. Μέχρι σήμερα διατηρείται το παλιό όνομα της περιοχής (Ακτή Τζελέπη).
Πολλά από τα αρχαιολογικά ευρήματα του Πειραιά έχουν ανασυρθή κατά καιρούς από το λιμένα (κυρίως από την περιοχή της πλατείας Καραϊσκάκη κι’ από τον προλιμένα). Έχουν διατυπωθή πολλές γνώμες για το πώς βρέθηκαν στο βυθό του λιμανιού. Τελευταία ο Ιω. Μελετόπουλος απέδειξε με μιά μελέτη ότι οι αρχαιότητες αυτές ρίχθηκαν κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του λιμανιού, κατά τη διάρκεια εκχώσεων ή επιχωματώσεων.
Σε μικρή απόστασι, στην πλατεία Λουδοβίκου, υψώνεται το κτίριο του σταθμού των ΕΗΣ. Χιλιάδες Πειραιώτες εξυπηρετούνται κάθε μέρα με τα δρομολόγια του μοναδικού ελληνικού «μετρό». Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο παλιός σταθμός των ΣΠΑΠ.
Η περιοχή είναι γεμάτη εργοστάσια και μεγάλες αποθήκες και εκτείνεται, κατά μήκος της παραλίας, μέχρι τον Άγιο Διονύση και τον παλιό σταθμό των ΣΕΚ.
Σήμερα οι σιδηροδρομικοί σταθμοί του Πειραιά έχουν μεταφερθή στο χώρο του μηχανοστασίου του Αγίου Ιωάννου Ρέντη. Στις ακτές, μετά τον Άγιο Διονύση, βρισκόταν η «Ελευθέρα Ζώνη» του λιμανιού κι’ οι μόνιμες κρατικές δεξαμενές.
Γειτονική είναι η εργατούπολις της Δραπετσώνας και πιο βορεινά βρίσκεται η συνοικία της Αναστάσεως και το ομώνυμο νεκροταφείο της πόλεως.
Στις βορεινές ακτές του λιμανιού, μετά τον Άγιο Διονύση, διακρίνονται ίχνη των αρχαίων πειραϊκών τειχών κι’ ενός στρογγυλού πύργου, απ’ όπου ελεγχόταν η είσοδος του λιμανιού. Αντίστοιχος στρογγυλός πύργος υπήρχε και στην απέναντι ακτή της Πειραϊκής χερσονήσου.
Η πλεονεκτική θέσις και η στρατηγική σημασία του κεντρικού λιμανιού του Πειραιά («Λιμήν Κανθάρου») στην αρχαιότητα, σε συνδυασμό με την ύπαρξι δύο άλλων φυσικών κλειστών λιμανιών (της Ζέας και της Μουνιχίας), έκαναν τον δημιουργό της αρχαίας πόλεως Θεμιστοκλή να προσέξη ιδιαίτερα τον Πειραιά και να ενδιαφερθή για την ενίσχυσι και την εξέλιξί του.
Κατά τον μεσαίωνα, ο Πειραιάς ήταν γνωστός με τα ονόματα «Porto Leone» και «Porto Draco», εξ αιτίας ενός πολύ μεγάλου μαρμάρινου αγάλματος λιονταριού, που ήταν στημένο στο λιμάνι. Γύρω στην ιστορία και στην προέλευσι του αγάλματος αυτού έχουν αναπτυχθή πολλές γνώμες. Άλλοι το θεωρούν αρχαίο ελληνικό έργο άλλοι ρωμαϊκής εποχή, άλλοι έργο της Φραγκοκρατίας. Βέβαιο είναι (από χάρτη του Πέτρου Βισκόντι) ότι το 1318 ο Πειραιάς ήταν γνωστός με την ονομασία «Porto Leone». Το άγαλμα βρίσκεται σήμερα μπροστά στον ναύσταθμο της Βενετίας. Το έστειλε εκεί το 1687 ο Φραγκίσκος Μοροζίνης.
Η ΟΔΟΣ Αγίου Δημητρίου, που ξεκινάει από  τον Άγιο Διονύση και καταλήγει στη φερώνυμη εκκλησία, μας φέρνει σε άλλες συνοικίες. Σ’ ένα αρκετά μεγάλο τμήμα της χρησιμοποιείται από τα λεωφορεία του Περάματος, που ακολουθούν την παραλία μέχρι τον Άγιο Διονύση, μπαίνουν στην Αγίου Δημητρίου, στρίβουν στην Αγχιάλου, διασχίζουν το Κερατσίνι και φθάνουν στο Πέραμα, τη γραφική παραλιακή περιοχή με τα συμπαθητικά κέντρα, όπου βρίσκει κανείς φρεσκότατα ψάρια και θαλασσινά.
Από το Πέραμα ξεκινούν μικρά πλοία για την απέναντι ακτή της Σαλαμίνας (Παλούκια).
Η οδός Αγχιάλου σκαρφαλώνει ανατολικά στο Λόφο της Δεξαμενής ή του Καραβά. Είναι ένας λόφος συμπαθητικός, μιά ήσυχη και ειδυλλιακή τοποθεσία, που μέχρι σήμερα δεν έχει προσελκύσει την προσοχή κανενός αρμοδίου.
Από το Λόφο του Καραβά έχουμε μιά πανοραματική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Θαυμάσια είναι η θέα προς τη Νίκαια, τον Κορυδαλλό, το Αιγάλεω και την Αθήνα.
ΚΑΤΗΦΟΡΙΖΟΥΜΕ από το Λόφο της Δεξαμενής στα Μανιάτικα και στη συνοικία της Αγίας Σοφίας. Η οδός Παλαμηδίου είναι η «λεωφόρος» της περιοχής, με εμφάνισι κεντρικού δρόμου και με αξιόλογα ποικίλα καταστήματα.
Εδώ βρίσκεται και η αφετηρία της γραμμής Παλαμηδίου - Αγίου Βασιλείου. Παίρνουμε το λεωφορείο, φθάνουμε στο λιμάνι, φθάνουμε στο λιμάνι, περνάμε από την πλατεία Λουδοβίκου, διασχίζουμε την κεντρική αγορά, στρίβουμε από την Αγία Τριάδα και κατεβαίνουμε στη στάσι του Δημοτικού Θεάτρου.
  
«Δημοτικό Θέατρο». Οι φωτογραφίες δεν γράφουν χρονολογίες και οι επιγραφές έξω από αυτό συγχέουν παραστάσεις με εκδηλώσεις... δημοσιεύτηκε όμως στο εν λόγω τεύχος.

ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ  τώρα στην καρδιά του πνευματικού Πειραιά. Το Δημοτικό Θέατρο συγκεντρώνει κάθε χρονιά τις περισσότερες κι’ αξιόλογες πνευματικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις.
Στη μιά πτέρυγα του Δημοτικού Θεάτρου λειτουργεί η Δημοτική Βιβλιοθήκη, που εξυπηρετεί κυρίως τους φοιτητάς και τους μαθητάς. Ο χώρος δεν είναι ούτε άνετος, ούτε κατάλληλος. Κι’ εκτός αυτού, κάθε στιγμή υφίσταται κίνδυνος καταστροφής από πυρκαϊά. Έχει γίνει ένα σχέδιο να μεταφερθή η βιβλιοθήκη στο κτίριο του «Προμηθέως», στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, και να δημιουργηθή εκεί ένα πνευματικό κέντρο, σε συνδυασμό με την αξιοποίησι του γύρω χώρου, που σήμερα καταλαμβάνεται από παλιά κτίρια στρατιωτικών υπηρεσιών.
Στο κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου στεγάζεται προσωρινά και το «Ιστορικό Πειραϊκό Αρχείο», δωρεά προς τον Δήμο του δικηγόρου και συγγραφέα κ. Ιωάννου Αλ. Μελετοπούλου. Το αρχείο αυτό είναι μιά πολύτιμη συλλογή εικόνων, νομισμάτων, χαρτών, εγγράφων, φωτογραφιών, φωτοαντιγράφων, βιβλίων και τευχών σχετικών με την ιστορία του Πειραιά, από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα.
Απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο υψώνονται δύο συγκροτήματα κτιρίων, που ανήκουν σε δυό από τα σημαντικώτερα σχολεία του Πειραιά. Είναι το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων και η Ράλλειος Ακαδημία. 
Δίπλα στο Πρότυπο Γυμνάσιο ένα άλλο κτιριακό συγκρότημα ανήκει στον γνωστό Πειραϊκό Σύνδεσμο.
Ο Πειραϊκός Σύνδεσμος ιδρύθηκε το 1894 και κατέβαλε και καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για την ανάπτυξι της πειραϊκής πνευματικής ζωής. Διαθέτει αξιόλογες  τεχνικές σχολές, νυκτερινές σχολές απόρων παιδιών, μουσικό τμήμα, τμήμα σωματικής αγωγής, δραματική σχολή, σχολή βυζαντινής μουσικής και φιλολογικό τμήμα.
Στο κτίριο του Συνδέσμου υπάρχει και η αίθουσα Βαρώνου Κίμωνος Ράλλη, που διαθέτει σκηνή και χρησιμοποιείται κατά καιρούς για θεατρικές παραστάσεις και για τη διοργάνωσι πνευματικών και κοινωνικών εκδηλώσεων.
ΚΟΝΤΑ στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου βρίσκεται ο Κήπος της Τερψιθέας, που χωρίζεται στη μέση από την κεντρική λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου.
Η λεωφόρος ξεκινάει από την οδό Ηφαίστου, περνάει από το Δημοτικό Θέατρο, διασταυρώνεται με τη λεωφόρο του Γεωργίου του Α΄, διασχίζει τον Κήπο της Τερψιθέας και συνεχίζεται μέχρι τη συνοικία Βρυώνη.
Στον Κήπο της Τερψιθέας συγκεντρώνονται κάθε μέρα πολλοί Πειραιώτες.
Σε μιά του άκρη ένας χώρος έχει διατεθή για τη διασκέδαση των παιδιών, με κούνιες, «τσουλήθρες», σκάμματα.
Μιά πρωτοβουλία του Εκδρομικού και Μορφωτικού Συλλόγου «Πλάτων», πριν από δυό χρόνια, έδωσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον Κήπο. Εδώ διοργανώνεται κάθε καλοκαίρι «Έκθεσις Πειραιωτών Καλλιτεχνών», που συγκεντρώνει τα έργα πολλών σημαντικών εκπροσώπων των εικαστικών τεχνών.
ΔΥΟ τετράγωνα πιο πέρα από τον Κήπο της Τερψιθέας, στην οδό Φιλελλήνων, βρίσκονται το Αρχαιολογικό Μουσείο και το ένα από τα δύο αρχαία θέατρα του Πειραιά. Στο χώρο του αρχαίου θεάτρου βρίσκεται και το γυμναστήριο του Πειραϊκού Συνδέσμου.
Από τη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου μπορεί κανείς να πάη με το λεωφορείο στη συνοικία «Χατζηκυριάκειο», που πήρε τ’ όνομά της από το φερώνυμο ορφανοτροφείο.  Από το Χατζηκυριάκειο κατεβαίνουμε στο κεντρικό λιμάνι, στο τέρμα της Ακτής Μιαούλη. Εδώ κοντά βρίσκεται ο τάφος του Ανδρέα Μιαούλη και ο χώρος του γραφικού Βασιλικού Περιπτέρου. Η διαδρομή του λεωφορείου συνεχίζεται μέσω της πλατείας του Αγίου Νείλου και ακολουθεί τον παραλιακό δρόμο της Πειραϊκής.
Περνάει από τη Φρεατύδα και το Πασαλιμάνι και καταλήγει στην πλατεία Λουδοβίκου, μπροστά στον Ηλεκτρικό Σταθμό. Άλλα λεωφορεία κάνουν την ίδια  διαδρομή, περνώντας, όμως, πρώτα από το Πασαλιμάνι, τη Φρεατύδα και την Πειραϊκή. Και οι δυό διαδρομές προσφέρουν άφθονες γραφικές εικόνες των πειραϊκών ακτών.           
ΒΟΡΕΙΝΑ από το Βασιλικό Περίπτερο, στο χώρο του προλιμένος, ένας ορμίσκος έχει συγκεντρώσει όλα τα παλιά πλοία, που έχουν γεράσει στις θάλασσες και περιμένουν τώρα δεμένα εκεί να διαλυθούν σε παλιοσίδερα. Είναι το περίφημο «νεκροταφείο των καραβιών», ή «νηοδόχος». Η σιωπή και η ακινησία συγκινούν κάθε επισκέπτη και ιδιαίτερα τους παλιούς ναυτικούς, που έρχονται συχνά ν’ ανταμώσουν σιωπηλοί τους ετοιμοθάνατους συντρόφους της θάλασσας.
Δίπλα στο χώρο του Βασιλικού Περιπτέρου βρίσκεται η Σχολή Δοκίμων. Από εδώ και πέρα ο επισκέπτης, ακολουθώντας την καμπύλη της Πειραϊκής Χερσονήσου νότια και ύστερα Βορεοανατολικά, χαίρεται το θαυμάσιο θέαμα των συνεχομένων ακτών και όρμων. Κατά μήκος των ακτών σώζονται υπολείμματα των αρχαίων τειχών του Πειραιά.
Με τις ακτές της Πειραϊκής συνορεύουν οι συνοικίες της Καλλιπόλεως και του Αγίου Βασιλείου. Στον Άγιο Βασίλη βρίσκονται οι αφετηρίες των λεωφορείων Νέου Φαλήρου και Παλαμηδίου.
ΣΤΑΜΑΤΟΥΜΕ στον γραφικό όρμο της Φρεατύδας με τον νέο κυματοθραύστη, που δημιούργησε ένα ασφαλές λιμανάκι. Εδώ συγκεντρώνονταν τακτικά πριν από τον πόλεμο Πειραιώτες και Αθηναίοι λόγιοι και συζητούσαν τα φιλολογικά προβλήματα της εποχής, κουτσοπίνοντας στα γειτονικά ήσυχα και ρομαντικά ταβερνάκια.
Τα ταβερνάκια αυτά είναι μιά από τις τουριστικές χάρες των Πειραϊκών ακτών.
Μικρά, καθαρά, συμμαζεμένα, με ξύλινα τραπεζάκια και απλές καρέκλες και με λιτή διακόσμησι μέσα στο πλούσιο πανόραμα της τοποθεσίας, χαρίζουν ώρες γαλήνης και αληθινή ξεκούρασι και διασκέδασι. Εδώ ο επισκέπτης θα βρη φιλική περιποίησι και καλή καρδιά, φρέσκα ψάρια και θαλασσινά, γευστικούς μεζέδες 
και καλό κρασί.
Το καλοκαίρι τα ξύλινα τραπεζάκια στρώνονται στο ύπαιθρο, κοντά στη θάλασσα.
Οι παλιές ωραίες μορφές των γραμμάτων μας έχουν αφήσει εδώ για πάντα τη διακριτική παρουσία τους. 
Στην ταβερνούλα κάποιος σου θυμίζει το Νίκο Χαντζάρα, άλλος σου μιλά για τον Παύλο Νιρβάνα, ένας τρίτος για τον Κωστή Παλαμά και την αθηναϊκή παρέα. Και ιδιαίτερα οι ταβέρνες της Φρεατύδας κρατούν την ανάμνηση του απλού «κυρ-Δημητράκη», του Λάμπρου Πορφύρα, που η προτομή του αντικρύζει τις αγαπημένες ακτές, στημένη στην πλατεία που έχει τ’ όνομά του.
Γίνονται σχέδια για την ανέγερσι στην πλατεία αυτή ενός μοντέρνου κτιρίου, που θα στεγάση το Αρχαιολογικό και το Ναυτικό Μουσείο του Πειραιά. Οι γνώμες των Πειραιωτών είναι διχασμένες. Άλλοι το θέλουν, άλλοι όχι. Θα βλάψη, άραγε, ένα τέτοιο κτίριο, ή θα ωφελήση τον Πειραιά;

Πριν από πολλά χρόνια έχουν αρχίσει συζητήσεις για την αξιοποίησι των πειραϊκών ακτών. Τώρα τελευταία οργανώθηκαν ειδικές συσκέψεις. Στο μεταξύ, η περιοχή της Πειραϊκής παραμένει, δυστυχώς, ένας σκουπιδότοπος.
Ο ΠΑΡΑΛΙΑΚΟΣ δρόμος των πειραϊκών ακτών συνεχίζεται. Από τη στροφή του Ναυτικού Νοσοκομείου ανοίγεται το περίφημο θέαμα του Πασαλιμανιού.
Είναι ο αρχαίος «Λιμήν Ζέας». Γραφικό φυσικό λιμάνι με πολλά μικρά πλεούμενα και με καθαρά και προσιτά στον καθένα και με καθαρά και προσιτά στον καθένα παραλιακά κέντρα. Το καλοκαίρι ο παραλιακός δρόμος γεμίζει κόσμο, που απολαμβάνει τις χάρες ενός εξοχικού περίπατου, μόλις δυό βήματα από το κέντρο του Πειραιά.
Κάτω από τον παραλιακό δρόμο, κοντά στο Ναυτικό Νοσοκομείο, βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του «Ολυμπιακού», του δημοφιλέστερου αθλητικού σωματείου του Πειραιά. Εδώ προπονούνται οι αθληταί στην κολύμβησι, στο μπάσκετ μπωλ και σε άλλα αγωνίσματα και πολλές φορές διοργανώνονται αγώνες.
Στη συνέχεια προβάλλουν δίπλα στη θάλασσα μερικά γραφικά κέντρα και οι εγκαταστάσεις ενός άλλου αθλητικού σωματείου, του Ομίλου Ερετών.
ΕΔΩ κοντά, στην οδό Φιλελλήνων, βρίσκεται το ένα από τα δύο αρχαία θέατρα του Πειραιά και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Σ’ ένα κοντινό κτίριο, στον παραλιακό δρόμο, στεγάζεται το Ναυτικό Μουσείο, με πλήθος από ενδιαφέροντα εκθέματα, που αντιπροσωπεύουν όλες τις εποχές της ελληνικής ναυτικής ζωής. Μεταξύ των μοναδικών και αξιόλογων εκθεμάτων περιλαμβάνονται οι αναπαραστάσεις των Νεωσοίκων του αρχαίου Πειραιώς και της Σκευοθήκης του Φίλωνος, έργα και δωρεές του κ. Ιωάννου Αλ. Μελετοπούλου. 
Οι Νεώσοικοι (327 συνολικά) βρίσκονταν στο Πασαλιμάνι και στο Τουρκολίμανο, κτισμένοι από την εποχή, που ο αρχαίος Πειραιάς ήταν πολεμικός ναύσταθμος της Πολιτείας των Αθηναίων. Η λίθινη Σκευοθήκη των κρεμαστών σκευών του Φίλωνος βρισκόταν δίπλα στην κεντρική πλατεία του Πασαλιμανιού (πλατεία Κανάρη). Εκεί βρέθηκε και μιά σπουδαία επιγραφή «περί συγγραφής των όρων της κατασκευής της Σκευοθήκης».
Σ’ έναν από τους χώρους, όπου βρέθηκαν υπολείμματα Νεωσοίκων, κτίσθηκε μιά πολυκατοικία. Οι αρμόδιοι υποχρεώθηκαν να αγοράσουν το υπόγειο της πολυκατοικίας για να προστατεύουν το εύρημα!
ΣΤΗΝ πλατεία Κανάρη παρατηρείται η μεγαλύτερη κίνησις του Πασαλιμανιού.
Εδώ βρίσκονται οι κεντρικώτεροι πειραϊκοί κινηματογράφοι (την καλοκαιρινή περίοδο και το μοναδικό θερινό θέατρο). Εδώ και η ονομαστή νησίδα με το γραφικό ρολόϊ, το γνωστό «αυγό», κλασσικός χώρος ραντεβού των Πειραιωτών. Από εδώ περνούν τα λεωφορεία και τα τρόλλεϋ για την Καστέλλα και για τη Φρεατύδα - Πειραϊκή.
Απ’ εδώ ξεκινούν το καλοκαίρι τα μικρά πλοία που κάνουν ωραίους θαλασσινούς περιπάτους στο Σαρωνικό με χαμηλό εισιτήριο.
Άλλοτε λειτουργούσαν στην πλατεία Κανάρη ένα συντριβάνι και μιά μικρή πισίνα.
Σε μιά εξέδρα, τις Κυριακές, διάφορες φιλαρμονικές εκτελούσαν ενδιαφέροντα μουσικά προγράμματα. 
Οι παλιοί Πειραιώτες διατηρούν ωραίες αναμνήσεις από το συντριβάνι, την πισσίνα και τις συναυλίες της πλατείας του Πασαλιμανιού.
Σήμερα όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.
ΓΡΑΦΙΚΑ παραθαλάσσια κέντρα είναι αραδιασμένα και στο άλλο μπράτσο του Πασαλιμανιού, προς την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης και την πλατεία Αλεξάνδρας. Από εδώ αρχίζει μιά μαγευτική διαδρομή προς την Καστέλλα.
Αριστερά, υψώνονται μοντέρνες πολυκατοικίες, δίπλα σε πειραιώτικα αρχοντικά του παλιού καιρού. Δεξιά ανοίγεται ο Σαρωνικός, με μιά θέα ονειρεμένη.
Μιά μεγάλη αμμουδιά βρίσκεται ξαπλωμένη προς τα δεξιά. Εδώ συγκεντρώνονται οι περισσότεροι Πειραιώτες κολυμβηταί. Περιποιημένα κέντρα προσφέρουν ξεκούρασι, μεζέδες, ποτά, γλυκά.
Εδώ βρίσκεται και το περίφημο «Σηράγγιον», μιά σπηλιά μέσα στους βράχους της ακτής, που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαιότατους χρόνους. Παρ’ όλα τα ευρήματα του Σηραγγίου (βωμός με δυσανάγνωστη επιγραφή, δυό θαυμάσια μωσαϊκά, διασταυρωμένες στοές προς την πλατεία Αλεξανδρας, 
το λόφο του Προφήτη Ηλία κτλ.) και παρ’ όλες τις γνώμες, που κατά καιρούς έχουν διατυπωθή, μέχρι σήμερα δεν είναι ξεκαθαρισμένο τι ακριβώς ήταν και σε τι χρησίμευε αυτό το συγκρότημα.
Μιά άλλη σπηλιά, που χρησιμοποιήθηκε απ’ τ’ αρχαία χρόνια, βρίσκεται στο λόφο της Καστέλλας. Είναι γνωστή με την ονομασία «Σπηλιά της Αρετούσας».
Ο παραλιακός δρόμος (Λεωφόρος Φαλήρου) απομακρύνεται για λίγο από την παραλία και περνάει δίπλα σε πανύψηλα σπίτια με παράξενες στριφογυριστές σκάλες. Βρισκόμαστε στον γραφικώτερο λόφο του Πειραιά, το λόφο της Καστέλλας (αρχαία περιοχή Μουνιχίας). Όλα θάπρεπε νάναι γαλήνια και ειδυλλιακά. Όμως, ένας μεγάλος κίνδυνος απειλεί την περιοχή. Ο κίνδυνος της κατολισθήσεως. Ένα τμήμα του λόφου, πάνω ακριβώς από τη μεγάλη αμμουδιά, έχει υποχωρήσει από χρόνια, καταστρέφοντας κι’ ένα ωραιότατο τουριστικό κεντράκι. Σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών, ο κίνδυνος υφίσταται πάντα. Οι κάτοικοι είναι ανάστατοι. 
Οι αρμόδιοι έχουν προβεί σε μερικές ενέργειες που έχουν μείνει ανολοκλήρωτες.
Απέναντι στην αμμουδιά της Καστέλλας, σε μικρή απόστασι, το γραφικό νησάκι του Κουμουνδούρου (Σταλίδα) θα μπορούσε να αξιοποιηθή τουριστικά και να προσελκύη πολλούς επισκέπτες.
Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ Βασιλέως Γεωργίου του Β΄ συνδέει την Καστέλλα με την κεντρική περιοχή του Δημοτικού Θεάτρου. Σ’ έναν από τους δρόμους που διασταυρώνονται μαζί τους, βρισκόταν το δεύτερο αρχαίο θέατρο του Πειραιά, που έχει καταστραφεί τελείως.
Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ Φαλήρου συνεχίζεται προς τα βορειοανατολικά και μας φέρνει πάνω από το Τουρκολίμανο, το πιο γραφικό κι’ ονομαστό πειραϊκό λιμάνι. Η θέα του από ψηλά είναι γοητευτική. Ένα πλήθος από κόττερα του δίνουν μιά ιδιαίτερη ομορφιά με τα ψηλά τους κατάρτια και τις κομψές συλουέττες τους.
Δίπλα στη θάλασσα, χειμώνα - καλοκαίρι, λειτουργούν πολλά κέντρα, που προσφέρουν φρέσκα ψάρια και θαλασσινά και μιά θέα περίφημη.
Στη νότια πλευρά του Τουρκολίμανου υψώνεται επιβλητικό και μοντέρνο το κτίριο του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος, όπου συχνά δίνονται δεξιώσεις, χοροί και επίσημα γεύματα.
Στη γύρω περιοχή σώζονται ίχνη νεωσοίκων. Απ’ αυτούς γλιστρούσαν στα νερά του αρχαίου λιμανιού της Μουνιχίας τα πλοία του ονομαστού στόλου των Αθηναίων.
Από το Τουρκολίμανο, οι πειραϊκές ακτές συνεχίζονται προς τα βορεινά και φθάνουν μέχρι το Νέο Φάληρο, που με την απαλλαγή του από τα νερά των υπονόμων αρχίζει να ξαναβρίσκη σιγά - σιγά την προπολεμική του κίνησι, ιδιαίτερα το καλοκαίρι.
Σ’ έναν από τους ορμίσκους μεταξύ Τουρκολίμανου  και νέου Φαλήορυ βρίσλεται μιά ωραία βίλλα. Είναι η βίλλα Ζαχαρίου, που έχει διατεθή από πολλά χρόνια με διαθήκη για την φιλοξενία λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα όμως, παρ’ όλες τις ενέργειες που έγιναν κατά καιρούς και παρά τα συνεχή σχετικά δημοσιεύματα, κανείς αρμόδιος δεν έχει ενδιαφερθή για το θέμα αυτό.
Η ΘΕΑ του Τουρκολίμανου είναι μαγευτική κι’ από το γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία. Φτάνει κανείς ως εκεί ακολουθώντας πεζή οποιονδήποτε ανηφορικό δρόμο από την Καστέλλα, ή με λεωφορείο, που ξεκινάει από την πλατεία Λουδοβίκου, μπροστά από  τον Ηλεκτρικό Σταθμό.
Ο χώρος γύρω από την εκκλησούλα του Προφήτη Ηλία έχει διαμορφωθή στοιχειωδώς, από τότε που δόθηκαν εδώ από το θίασο του Δημήτρη Ροντήρη παραστάσεις αρχαίου δράματος. Ένα μοντέρνο κέντρο αναψυχής προβλέπεται από το σχέδιο της οριστικής διαμορφώσεως του χώρου.
Ένα άλλο σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία υπαιθρίου θεάτρου και την ανέγερσι μεγάλου τουριστικού ξενοδοχείου στον Προφήτη Ηλία. Το πρόβλημα των ξενοδοχείων στον Πειραιά είναι πάντα εκκρεμές και σοβαρό. Τα πειραϊκά ξενοδοχεία είναι ελάχιστα, παλιά, και κατωτέρων κατηγοριών. Έτσι κανείς από τους ξένους, που βγαίνουν στο λιμάνι, δεν βρίσκει κατάλυμα ατον Πειραιά.
Από τον λόφο του Προφήτη Ηλία θαυμάζουμε το πανόραμα της πόλεως και των γύρω συνοικιών. Ακριβώς κάτω από τα πόδια μας, στη βορεινή πλευρά, βρίσκεται η συνοικία της Ευαγγελίστριας, με τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας και την οδό Τζαβέλλα, που οδηγούν προς τα Φάληρα και τα άλλα παραλιακά αθηναϊκά προάστια.
ΑΝΤΙΚΡΥΖΟΝΤΑΣ τον Πειραιά από ψηλά θαυμάζουμε τη φροντισμένη ρυμοτομία του. Από τα αρχαιότατα χρόνια η πόλις είχε εξαιρετική ρυμοτομία, δημιούργημα του Μιλησίου αρχιτέκτονα Ιπποδάμου. Μπορεί να θεωρηθή η πρώτη αρχαία πόλις που ιδρύθηκε με άρτιο πολεοδομικό σχέδιο. Το νεώτερο σχέδιο του Πειραιά έχει γίνει από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα Σάουμπερτ και τον Έλληνα Κλεάνθη κι’ έχει τροποποιηθή από τον επίσης Βαυαρό Φον Κλέντσε, επιστήμονες που εργάστηκαν με πολύ έμπνευσι και άριστους υπολογισμούς.
Από τότε ο Πειραιάς αναπτύχθηκε, απέκτησε μεγάλες βιομηχανικές και ναυτιλιακές εγκαταστάσεις, εποικήθηκε από ζωντανά στοιχεία που ήλθαν από πολλές περιοχές της Χώρας και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικώτερες ναυτικές πόλεις της Μεσογείου.

...........................................................................................................................

Η περιγραφή είναι απλοϊκή. Διαβάζουμε μιά συνηθισμένη επί τροχάδην περιήγηση του πειραϊκού χώρου χωρίς ημερομηνίες, εξάρσεις, ειδικές στάσεις σε σημεία.
Ο συντάκτης δίνει σημασία στους περιπάτους, όπως θα τους έκανε κάποιος σύμφωνα με τις διαδρομές των λεωφορείων. Παρακάτω δείτε αναλυτικά τα τότε δρομολόγια, θυμηθείτε οι παλιοί τους συγκοινωνιακούς ρυθμούς της πόλης μας, τις γραμμές, τους αριθμούς των λεωφορείων, τις αφετηρίες. Εσείς νέοι μάθετε, εμπνευστείτε από την ατμόσφαιρα του 1963 -1964 ενός Πειραιά που σταδιακά πλήθυνε, εκσυγχρονίστηκε κι άλλαξε πρόσφατα – μετά από πολλά χρόνια – τον συγκοινωνιακό του χαρτη με τις μονοδρομήσεις, τις αλλαγές στις διαδρομές των μπλε λεωφορείων, τις τροποποιήσεις γραμμών τρόλεϊ, τις όποιες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις για την αποσυμφόρηση του κέντρου και τον επικείμενο ερχομό του μετρό και του τραμ. 
 
    


Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Λογοτεχνικό Τετράδιο.


Ένα ανεπίσημο περιοδικό συντροφιάς «προς μίμησιν».


                                                                                Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης. 


Υπήρξα συνεπής αναγνώστης της εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» του Παύλου Πέτσα στα τελευταία χρόνια της έκδοσής της. Την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2002, στη σελίδα 6, διάβασα το άρθρο του φίλου γιατρού Μανώλη Χριστουλάκη με τίτλο «Μια λογοτεχνική συντροφιά» κι αμέσως (Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2002) έσπευσα να το χαιρετήσω στην στήλη «Εν Πειραιεί τη...» που διατηρούσα σε άλλη πειραϊκή εφημερίδα, την «ΠΕΙΡΑΪΚΟΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ» (Αρ. φύλλου 47, σελ. 12) της Χρυσούλας Αξυπολύτου. 
Είχα γράψει ακριβώς:
Μια ανώνυμη «Λογοτεχνική Συντροφιά»
Είναι παρήγορο να βλέπεις να δημοσιεύονται σε πειραϊκές εφημερίδες άρθρα με άγνωστα - σε πολλούς - λογοτεχνικά περιοδικά, εκδόσεις μιας πρόσκαιρης ομάδας ανήσυχων πολιτιστικά ανθρώπων. Εδώ αναφέρομαι στο "Λογοτεχνικό Τετράδιο" που έβγαλε η "Λογοτεχνική Συντροφιά" με ημερομηνία πρώτου τεύχους 16.1.1989. Εκτός όμως από τον επιμελητή γιατρό Μανώλη Αρ. Χριστουλάκη και την πρωτοβουλία - προτροπή του Δαμιανού Στρουμπούλη, για την ιστορία νομίζω πως θα έπρεπε να καταγραφούν κι οι υπόλοιποι της παρέας...
Δεν πρέπει να ασχολήθηκα πάλι μαζί του - υπάρχουν τόσα σκόρπια κείμενά μου που είναι άθλος να τα συγκεντρώσω, πόσο μάλλον να τα θυμηθώ.
Πολύ σύντομα, στις 10 Φεβρουαρίου 2002, βρήκα το δεύτερο τεύχος και αργότερα, στις 3 Μαρτίου 2006 ανακάλυψα επιτέλους το πρώτο μαζί με το πρωτότυπο του δεύτερου! Έτσι μάλλον είμαι από τους ελάχιστους τυχερούς που έχουν όλη την «σειρά» του περιοδικού.
Η λογοτεχνική συντροφιά συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία και προτροπή του Δαμιανού Στρουμπούλη 
(1919 - 1995).
Το πρώτο τεύχος βγήκε με ημερομηνία την 16η Ιανουαρίου 1989. Το παρουσιάζω όπως σελιδοποιήθηκε.

Το πρώτο τεύχος. «Εξώφυλλο: Μανώλης Χριστουλάκης. Επιτρέπεται η απεριόριστη φωτοανατύπωση μέρους ή όλου του τεύχους με μόνο όρο την αναφορά σ’ αυτό».

Φύλλο 2. Το «λογοτεχνικό τετράδιο» φωτοτυπήθηκε σε 15 αριθμημένα αντίτυπα με τη φροντίδα και τη δαπάνη του γιατρού Μανώλη Χριστουλάκη. Προσφορά στους φίλους που συγκροτούν την «Λογοτεχνική Συντροφιά» και σε ανάμνηση της συνάντησής των στις 16.1.89 στη λέσχη του Φ.Ο.Π. [Το παρόν είναι το 
9ο αντίτυπο].
Φύλλο 3. Τον πρόλογο υπογράφει ο ίδιος ο Μανώλης Αριστείδου Χριστουλάκης με τα αρχικά Ε.Α.Χ.
Η ταυτότητά μας.
Η «Λογοτεχνική Συντροφιά» είν’ ακριβώς αυτό που τ’ όνομά της λέει.
Μηδέ καινούργιο σωματείο είναι, μηδ’ άλλο να αντιπαλαίψει ή να υποκαταστήσει ήρθε.
Μακριά από δόξες και τιμές, σφραγίδες και ηγέτες, ψηφοφορίες και πλειοψηφίες, οι φίλοι που την συγκροτούν μιάν έχουν μόνο κοινή επιθυμία.
Ο ένας τον άλλο να νοιαστεί και του συντρόφου την κρίση και τη γνώμη να ακούσει, που ειλικρινά και άδολα, γιοματ’ αγάπη και κατανόηση θα μιλήσει γι’ αυτό που τόσο πάσχισε μια νύχτα πόνου ή χαράς να γράψει.
Κοντά σ’ αυτό ο καθένας, αξιωμένος ή πρωτόβγαλτος της θείας Τέχνης του λόγου υπηρέτης, παλεύει για να ριζώσουν, να στεριώσουν στενοί δεσμοί και σχέσεις ανθρώπινες, ειλικρινής και ανυπόκριτη φιλία ανάμεσα στους συντρόφους.
Η «Λογοτεχνική Συντροφιά» ήρθε πράγματι να γιομίσει ένα κενό και να ικανοποιήσει μια βαθειά ανθρώπινη ψυχική ανάγκη, αφού τα μέχρι τώρα σχήματα την προσπερνούν με αδιαφορία.
Αυτών των απλών ανθρώπων, χαμηλόφωνων και καθιερωμένων, που πέρα από το σμίλεμα, πεζό ή ποίημα, του λόγου, αναζητούν την αναπόκριτη, ειλικρινή, θερμή, φιλική παρουσία και κατανόηση του συνανθρώπου. 16.1.89. Ε.Α.Χ.
Φύλλο 4. «Στοιχειά που παλεύουν». Του Δαμιανού Στρουμπούλη. [Η στεριά και η θάλασσα τρώγονται μεταξύ τους. Η  Ύδρα είναι πολύ σκληρό νησί, άλιωτο. Δεν έχασε από την μέρα που γεννήθηκε ούτε δράμι..] 
Φύλλο 5. Ο Νίκος Σκαράκης παρουσιάζει ένα «Απόσπασμα από την προς έκδοση μυθιστορηματική βιογραφία του Παύλου Κουντουριώτη».  
Φύλλο 6. Μήδεια. Ποίημα της Μαντώς Κατσουλού.  Κάτω αριστερά η ημερομηνία 11/88. 
Φύλλο 7. Ο Λευτέρης Μαρματσούρης εκθέτει την «Πορεία για την Παγχαία» (ή Παντούμ) από την Ανθολογία Δαυλού 1987.
Φύλλο 8. «Φυλετικές διακρίσεις», ποίημα της Ειρήνης Ν. Μαντά.
Φύλλο 9. Απόσπασμα από το ποίημα «Ερωτευμένη μητέρα». Του Πότη Κατράκη.
Φύλλο 10. «Στο Λάμπρο Πορφύρα». Ποίημα του Κώστα Πάλμου. Πειραιάς 15 - 4 - 83.
Φύλλο 11. «Εξ ουρανού». Ποίημα της Ειρήνης Αλιφέρη.
Φύλλο 12. «Όνειρό μου». Μανώλης Χριστουλάκης. Ιανουάριος 1988.
Φύλλο 13. «Μιά μικρή ιστορία αρχίζει». Ο Μανώλης Χριστουλάκης κάνει αναφορά στο ιστορικό της λογοτεχνικής συντροφιάς. Στο κάλεσμά του Στρουμπούλη «ανταποκρίθηκαν 23 φίλοι που συναντήθηκαν για πρώτη φορά την Τρίτη και 13 του Δεκέμβρη 1988 στο θεατράκι του Λυκείου Παπαϊωάννου».
Η δεύτερη συνάντηση έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1989 στον Φυσιολατρικό Όμιλο Πειραιώς. [Ιδρύθηκε στα 1927. Τα γραφεία του βρίσκονται στην οδό Μεσσηνίας 14 - 16, πλατεία Αλεξάνδρας]. «Με λιτούς μεζέδες και καλή ρετσίνα χαλάρωσε ο νους και λύθηκε η γλώσσα. Οι φίλοι μίλησαν, διάβασαν ποιήματα ή αποσπάσματα από πεζά τους, χαρήκανε και ευφρανθήκανε». Την οργάνωση συντόνισε ο Μανώλης Χριστουλάκης, οπότε και τύπωσε τα εν λόγω αντίτυπα. Την επόμενη συνάντηση ανέλαβε να πραγματοποιήσει η Ειρήνη Αλιφέρη.
Φύλλο 14. Παρόντες στην συνάντηση στις 16.1.89 ήταν όλοι οι παραπάνω συν ο Χρήστος Αδαμόπουλος του οποίου όμως δεν περιέχεται κείμενό του στο φύλλο.

Το δεύτερο τεύχος. «Το εξώφυλλο είναι αντιγραφή από το 1ο τεύχος του «λογοτεχνικού τετράδιου» που φιλοτέχνησε ο φίλος γιατρός Μανώλης Χριστουλάκης».
 
Το τεύχος 2 έχει χρονολογηθεί στις 20 Απριλίου 1989.
Είναι πιο οργανωμένο, σελιδαριθμείται κανονικά.
Φύλλο 1. Το «λογοτεχνικό τετράδιο», τεύχος 2, φωτοτυπήθηκε σε 15 αριθμημένα αντίτυπα με την φροντίδα και δαπάνη της Μαντώς Κατσουλού. Προσφορά στις φίλες και φίλους της που συγκροτούν την «Λογοτεχνική Συντροφιά» και σε ανάμνηση της συνάντησής των στις 20 - 4 - 1989 στη λέσχη του Φ.Ο.Π.
Φύλλο 2. «Ακόμα λίγα για την ταυτότητά μας». Η «Λογοτεχνική Συντροφιά» είναι και παραμένει αυτό που ήδη στο πρώτο τεύχος γράφτηκε.
Μια παρέα ανθρώπων που επιμένουν να ασχολούνται, πέρα από τα βιοποριστικά, με τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση.
Μακρυά από ηγεσίες, ψηφοφορίες, συμβούλια. Φίλοι και σύντροφοι ισότιμοι με μόνη επιθυμία να μάθουμε περισσότερα για την τέχνη των συντρόφων μας.
Να μάθουν αυτοί περισσότερα για του καθένα μας χωριστά την τέχνη, τον λόγο και την έκφραση.
Ν’ ανταλλάξουμε γνώμες, κρίσεις. Να πάρουμε και να δώσουμε συμβουλές ανάμεσά μας.
Κι’ ακόμα, να δώσουμε όση περισσότερη ζεστασιά μπορούμε ό ένας στου άλλου την ψυχή. Κι’ απόκριση στα όποια ερωτήματα γύρω από το θέμα «τέχνη του εκφράζεσθαι» κατά καιρούς εγείρονται. Μια πνευματικού περιεχομένου συζήτηση επί «στρογγυλής τραπέζης». Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγώτερο. 20 - 4 - 1989. Μαντώ.
Φύλλο 3. «Οι πτωχοί τω πνεύματι». Σκέψεις του Δαμιανού Στρουμπούλη με ημερομηνία 15.4.89.
Φύλλο 4. Απόσπασμα από το βιβλίο τους Ειρήνης Αλιφέρη «Ιουλιανή η Παραβάτισσα».
Φύλλο 5. Η Ελευθερία Δημοτάκη - Ροδαράκη παρουσιάζει μια ιστορία - ανέκδοτο σχετική με τον καιρό.
Φύλλα 6 και 7. Απόσπασμα από το διήγημα «Μια τρεχαντήρα χάνεται...» (μια αληθινή ιστορία) του Μανώλη Χριστουλάκη.  
Φύλλο 8. Ποίημα της Πόπης Πασπαλιάρη.

Λόγια στην τύχη.

Τα βραδυνά, τα αγαλινά,
η κάθε ώρα που περνά
γεμίζει δάκρυ·
λες και απολογείται ο νους
σε κάποιους φίλους μακρυνούς
στης γης μιάν άκρη.

Τα πρωϊνά, τα φωτεινά,
σαν πάρει η ημέρα να γυρνά
ποιός το προσέχει;
μεσ της ρουτίνας τον ρυθμό
σε δρόμο δίχως αριθμό
η σκέψη τρέχει.

Και μοναχά ο Ποιητής
σαν αμερόληπτος κριτής
παίρνει να γράψει·
πάντοτε, λίγος ο καιρός,
και κείνος άγρυπνος φρουρός
σ’ άγιες επάλξεις.

Πειραιάς 20 - 4 - 1989

Φύλλο 9. «Κύριε...». Ποίημα της Τούλας Σουβαλιώτου - Μπούτου.
Φύλλο 10. «Στους συμμάχους που πέσανε για την Ελλάδα». Ποίημα της Ρένας Μαντά.
Φύλλο 11.

Η έρημος.

Χανόμαστε μέσα στην έρημο
του είναι μας
και οι ζωές μας
δεν ξεφυτρώνουν στα παρτέρια –
πού να τα βρουν τα παρτέρια οι οάσεις.
 Έχω να σε δω
από τον περασμένο αιώνα.
Τι έγινες;
Χάθηκες;
Έπεσες; Χτύπησες;
Μέσα στην άγνοια του κόσμου μας
βρισκόμαστε
και στην βουή του μέλλοντος
θα χαθούμε.

Ελένα Ν. Κατσουλού. Πειραιάς 1988.

Φύλλο 12. Το ποίημα «Χιόνι» από την συλλογή «Περιπλάνηση» του Λευτέρη Μαρματσούρη. «Γράφτηκε μπαίνοντας στο στενό του Ελλησπόντου μετά από χιονοθύελλα το πρωΐ της 9 - 1 - 1981».
Φύλλο 13. «Ο Αραμπάς». Ποίημα του Κώστα Πάλμου.
Φύλλο 14. «Επιδιωγμός». Ποίημα της Μαντώς Κατσουλού.
Φύλλο 15. «Εικόνες VII». Ένα ακόμα ποίημα της Μαντώς Κατσουλού. 
Φύλλο 16. Και η μικρή ιστορία συνεχίστηκε...
Μετά την ανταπόκριση στο κάλεσμα του φίλου Δαμιανού Στρουμπούλη, στις 13 - 12 - 88, η «Λογοτεχνική Συντροφιά», όπως αυθόρμητα αποκαλείται, συνέχισε τις τακτικές της συναντήσεις μέσα στον χειμώνα και την άνοιξη του ’89.
Στις συγκεντρώσεις της μαζεύονταν από 10 έως 20 φίλοι λογοτέχνες. Η πρώτη συγκέντρωση στις 
16 - 1 - 89. Η δεύτερη στις 2 - 2 - 89. Η τρίτη στις 21 - 2 - 89.
Η επόμενη στις 21 - 3 - 89. Κατόπιν στις 4 - 4 - 89.
Και η τελευταία, για τούτη τη χρονιά, στις 20 - 4 - 89, οργανωμένη από την Μαντώ Κατσουλού.
Οι συναντήσεις έγιναν άλλες στη φιλόξενη αίθουσα του ΦΟ.Π. και άλλες σε σπίτια φίλων, όπως στου γιατρού Ν. Σκαράκη, στης Τούλας Μπούτου και Ρένας Μαντά.
Κάθε αρχή είναι δύσκολη. Αλλά η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Πιστεύουμε ότι μέσα σ’ αυτές τις συναντήσεις αγγίξαμε στους στόχους μας κατά το μάλλον ή ήττον. Τουλάχιστον το πνεύμα της φιλίας που επεκράτησε ήταν θερμό. Ίσως κάπου να σκοντάψαμε, αλλά τα λάθη διδάσκουν και η πείρα καθοδηγεί. Πιστεύουμε όλοι ότι στην επόμενη χρονιά θα τα καταφέρουμε καλύτερα.
Τώρα, εύχομαι και εγώ σε όλες τις φίλες και φίλους, που τόσες ευχάριστες στιγμές περάσαμε μαζί, καλό καλοκαίρι, καλή ανάπαυση από τον μόχθο του βίου και πλούσια πνευματική σοδιά. Μαντώ.   
Φύλλο 17. Παρόντες στη συνάντηση της 20 - 4 - 89 ήσαν οι παρακάτω. Οι ίδιοι διάβασαν ποιήματά τους ή αποσπάσματα από πεζά τους. Πόπη Πασπαλιάρη, Τούλα Μπούτου, Ρένα Μαντά, Ελευθερία Ροδαράκη, Ειρήνη Αλιφέρη, Ελένα Κατσουλού, Μαντώ Κατσουλού, Δαμιανός Στρουμπούλης, Λευτέρης Μαρματσούρης, Κώστας Πάλμος, Μανώλης Χριστουλάκης. Επίσης παρευρίσκετο και ο Πέτρος Πασπαλιάρης.

Ο επίλογος γράφτηκε από τον Μανώλη Χριστουλάκη στο άρθρο του:
Όμως η «Συντροφιά» δεν ευδοκίμησε. Δεν γεννήθηκαν στενοί δεσμοί φιλίας, απαραίτητοι για την συνοχή μιας συντροφιάς.
Δεν υπήρξε ομοιογένεια, εσωτερική συνάφεια. Η προσπάθεια φυλλορόησε.
Ο καθένας από τους συντρόφους τράβηξε το δρόμο του. Άλλοι αναζήτησαν ευκαιρίες προβολής και αναγνώρισης, άλλοι περιορίστηκαν σε ανεξάρτητη και αδέσμευτη πορεία (μέσα στη συντροφιά δεν υπήρχαν δεσμεύσεις) κι άλλοι πορεύτηκαν με την πικρή γεύση της απογοήτευσης της αποτυχίας δημιουργίας μιας φιλικής, άδολης και ζεστής πνευματικής συντροφιάς.

Έτσι γίνεται συνήθως. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί πολλές φορές στο πολιτιστικό κομμάτι της ζωής μου. Συνάντησα ανθρώπους που συνδέονταν με ευάρεστα κοινά ενδιαφέροντα, να στήνουν με ενθουσιασμό και με προοπτική πολιτιστικές ομάδες και ύστερα με τον καιρό να τις διαλύουν άδοξα. Γνώρισα μεμονωμένες επαφές προσώπων που με την συνεργασία τους μπόρεσαν να κάνουν «θαύματα», να ψυχραίνουν κάποια στιγμή τις σχέσεις, να ακολουθούν άλλες γραμμές δράσης με αποτέλεσμα να χάνονται ευκαιρίες για τους ίδιους και το καλό της πόλης. Για αυτό, ουδέν περαιτέρω σχόλιον.