Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Ο Πειραιάς μέσα από το ημερολόγιο του Στεφάνου Κουμανούδη.


                                                                               Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε συντάξει κάποια στιγμή στην ζωή μας ένα είδος  ημερολόγιου - κατάλογου των δραστηριοτήτων μας: κρατήσαμε σημειώσεις από τις επαγγελματικές ή πνευματικές ασχολίες, τις επαφές μας με τον γύρω κόσμο, τις εκδρομές μας, περιγράψαμε καταστάσεις και κριτικάραμε πράξεις, περάσαμε στα γραπτά μας σκέψεις και συναισθήματα, κάναμε απολογισμούς και διαφοροποιήσεις.
Ας εξετάσουμε ένα από αυτά τα παλιά κατάστιχα μέσα από μια πιο πειραιώτικη ματιά.

Ο Στέφανος Αθανασίου Κουμανούδης, 1818 - 1899.

Ο Στέφανος Κουμανούδης «υπήρξε επιγραφικός, κλασικός φιλόλογος, ποιητής, λεξικογράφος, κριτικός της νεοελληνικής φιλολογίας, βιβλιογράφος· ήταν από τις εξέχουσες πνευματικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Η ελληνομάθεια και η λατινομάθειά του υπήρξαν εκπληκτικές». Ως αρχαιολόγος επέβλεψε αρκετές ανασκαφές στην περιοχή της Αθήνας και συνέταξε τις λογοδοσίες και τους καταλόγους (μόνος έως το 1877 και μετά με τον γιο του Αθανάσιο) των αρχαίων της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών την οποία υπηρέτησε ως γενικός γραμματέας από το 1859 έως το 1894.
Γεννήθηκε στην Ανδριανούπολη στις 22 ή 23 Δεκεμβρίου 1818 και πέθανε στις 20 Μαΐου 1899.
Από το μέρος του ευρισκόμενου, προσβάσιμου ημερολογίου του που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ στα 1990 με τίτλο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ/ 1845 - 1867/ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ/ Μεταγραφή ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ν.ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗΣ», Επιμέλεια - Επιλεγόμενα ΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΜΑΤΘΑΙΟΥ, απομονώνω και παρουσιάζω ό,τι δήποτε αναφέρεται στον Πειραιά. Φυσικά ως κάτοικος Αθηνών και στο πλαίσιο των βιαστικών σημειώσεών του είναι πολύ λίγες οι παραπομπές για την πόλη μας, περισσότερα για τον Πειραιά βρήκα κατά καιρούς στις σελίδες που έγραψε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα και σε περιοδικά - εφημερίδες της εποχής του. Μην ξεχνάμε ότι από 1861 έως 1862 συνεξέδωσε το «Φιλίστωρ» και από 1872 έως 1881 το «Αθήναιον». Συνεργάστηκε επίσης με τον δικό μας Ιάκωβο Δραγάτση.

Αύγουστος 1845. Ερχόμενος στην Ελλάδα, την Κυριακή είχε συντραπεζίτη τον Ιωάννη Θεοχάρη. «Προς το παρόν είναι υπάλληλος της ατμοπλοϊκής εταιρείας του Δουνάβεως αναγκαζόμενος, ως φαίνεται». Μεταξύ των άλλων, του είπε ότι αγαπά την ζωγραφική και ρώτησε τον Κουμανίδη αν την εξασκεί. «Όχι, είπα». 
Ο Θεοχάρης συνέστησε «Να ιδώ του Ανέστη εν Πειραιεί την εκκλησίαν». Οι εικόνες της είναι καλλίτερες από την μεγάλη εκκλησία της πόλης που βρίσκονταν. Εννοεί ίσως τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, θεμέλιος λίθος στις 17.1.1836, που μπροστά του είχε κτίσει στα 1835 το σπίτι του ο Ανδρέας Μιαούλης; Ο ναός της Αγίας Τριάδος είχε κι αυτός ανεγερθεί (θ.λ. 18.5.1840) καθώς και ο Άγιος Νικόλαος (θ. λ. 22.7.1844). [Οι ναοί στην αρχική μορφή τους, οι χρονολογίες ελεγκτέες]
Σεπτέμβριος 1845. Στις 3 Σεπτεμβρίου ήλθε στον Πειραιά. Στις 13 ενοικίασε δωμάτιο στην Νεάπολη Αθηνών. Δέκα μέρες στην Αθήνα κι ακόμα δεν είχε δεί κανένα μνημείο. «Αν επισπευσθή η αναχώρησίς μου, πότε θα ίδω την Ακρόπολιν, τον Πειραιά με τα μνημεία του Θεμιστοκλέους και Μιαούλη,...».
26 Νοεμβρίου 1845. «Προχθές το Σάββατον εξετέλεσα την πρόθεσίν μου του ιδείν την Πνύκα. Την είδα και επήγα έπειτα καταβάς τον λόφον κα έως σχεδόν πλησίον του Πειραιώς και έπειτα δια της μεγάλης οδού επέστρεψα. Εντύπωσιν μ’ έκαμεν η κατασκευασθείσα οδός δια τοίχου εκατέρωθεν εις το χαμηλόν εκείνο μέρος. Τοιούτον τι εις την Σερβίαν δεν υπάρχει». Μεγάλη οδό εννοεί την οδό Πειραιώς.
13 Μαρτίου 1846. Ο Κουμανίδης επισκέφτηκε το μνημείο του Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο. Εκεί σε υψώματα της Καστέλλας που σχημάτιζαν κοίλωμα τοποθετείται ένα αρχαίο ιπποδρόμιο. Το μνημείο ήταν στημένο σε ερημικό μονοπάτι από την οδό Πειραιώς προς την θάλασσα, για να το δει έπρεπε να πλησιάσει κανείς ειδικά για αυτόν τον σκοπό.

21 Απριλίου 1999. Το μνημείο Καραϊσκάκη, εδώ στην νέα του θέση, αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα που στήθηκε για τέτοιο σκοπό στον πειραϊκό χώρο την σύγχρονη εποχή. 

Χτίστηκε - όπως έγραψα στο κείμενό μου «Το "μνήμα Γάλλου" στον Πειραιά» - από τους Γερμανούς στην περίοδο της αντιβασιλείας, ειδικά από τον αρχιτέκτονα Gustav Adolph Lüders, για αυτό λέει ότι είναι «γενεάς ξένης γόνος».
Θα διάβασε και την επιγραφή που είχα δει πολλέ φορές στο παρελθόν αλλά αντέγραψα κι εγώ στις 11.1.2015:
«ΕΠΙ ΟΘΩΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ/
ΕΠΙ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΑΡΜΑΝΣΠΕΡΓΟΥ/
ΚΟΒΕΛΛΟΥ ΚΑΙ ΕΪΔΕΚΚΟΥ/
ΤΟΔΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟΝ ΑΝΗΓΕΡΘΗ/
ΓΕΩΡΓΙΩ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ/
ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΓΕΝΝΑΙΟΙΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΑΙΣ ΤΟΥ/
ΠΕΣΟΥΣΙΝ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ/
ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ/
ΤΗΣ ΑΝΕΓΕΡΣΕΩΣ ΕΠΕΜΕΛΗΘΗΣΑΝ/
ΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ/
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΛΕΛΜΟΣ ΛΕΣΟΥΙΡΟΣ».
Μιά δεύτερη προσδιορίζει:
«ΕΝΘΑΠΑΝΕΛΛΗΝΩΝΚΡΑΤΕΡΟΣΠΡΟΜΑΧΟΣ/
ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ/
ΚΕΙΤΑΙΥΠΕΡΠΑΤΡΑΣΕΥΝΟΜΙΑΣΤΕΘΑΝΩΝ/
ΤΗΔΕΥΤΕΡΑΜΕΤΕΙΚΑΛΑΣΑΠΡΙΛΙΟΥ/
1827» [Ο αριθμός γραμμένος στα αρχαία ελληνικά]

Όπως μαθαίνουμε ο Κουμανούδης εξεπλάγη καθώς απλοί νέοι άνθρωποι «της εργατικής τάξεως» που συνάντησε τυχαία μιλούσαν για ιστορικά θέματα σε αντίθεση ίσως με πολλούς Γερμανούς οι οποίοι θα αρκούνταν να λένε για την πολλή δουλειά, την μπίρα ή για γυναίκες. Έτσι του ήλθε η έμπνευση να φτιάξει στίχους..
«Χθες υπήγα εις το ιπποδρόμιον το παρά τω μνημείω του Καραϊσκάκη λεγόμενον καταχρηστικώς, διότι ούτε παρά τω μνήματί τι γίνεται και ουδέ μνεία αυτού γίνεται ως εάν εγίνετο τάχα εις δόξαν αυτού. ΄Οχι! Κανείς εκτός εμού δεν απεπλανήθη εις εκείνο το μέρος, δια να ιδή και να προσκυνήση τον τάφον του μεγάλου ανδρός· αλλ’ όλοι μεν τον βλέπουν μακρόθεν, δια δε τον ολίγον κόπον της προσπελάσεώς του όλοι και τον παρέρχονται ως τον Σαμαρείτην. Είναι δε και πως Σαμαρείτης το δυστυχές τούτο μνημείον· πρώτον διότι ως ο Σαμαρείτης είναι γενεάς ξένης γόνος· δηλ. επί αντιβασιλείας Αρμανσπέργου, Κοβέλλου, Εϊδέκου εκτίσθη και φέρει την επιγραφήν ταύτην και δια τούτο ίσως μισείται· δεύτερον είναι και ασθενής ως ο Σαμαρείτης· διότι αφήρεσαν ικανάς των πλακών του δια να κάμουν εις το περικυκλούν αυτό χανδάκιον πέραμα, γέφυραν.
                

                                                    

                                                  

                               Ούτω πως  





Το σκαρίφημα της κάτοψης του μνημείου του Καραϊσκάκη στην παλιά του θέση στο Νέο Φάληρο όπως το απέδωσε ο Κουμανούδης στα 1846. Βλέπουμε ότι αποκολλήθηκαν πλάκες για να γεφυρώσουν το κενό σε τμήμα του χαντακιού που το περικύκλωνε. 

Οι πεπαιδευμένοι των του έθνους ημών κακώς ποιούσι δίδοντες εις τους πολλούς το παράδειγμα της περί τα καλά αφροντισίας. Είμαι βέβαιος ότι εις την Γερμανίαν ήθελαν πολλοί αποπλανηθή, μαθηταί μάλιστα, εις εκείνο το μνημείον, αφ’ ου εξήλθαν τόσοι εις το Ιπποδρόμιον· αλλ’ επαρατήρησα άλλο τι, το οποίον εκεί εις την Γερμανίαν δεν είναι εύκολον να παρατηρήσης. Καθ’ οδόν δηλ. ήκουσα κατόπιν μου ομιλούντας νέους της εργατικής τάξεως περί των μακρών τειχών, περί της πανουργίας του Θεμιστοκλέους εις την κτίσιν αυτών, περί του πολυταλάντου εν Αθήναις συμμαχικού ταμείου, περί της του Φιλίππου απεχθείας προς τον Δημοσθένην και ότι το τάλαντον και αι δραχμαί αι τότε δεν είχαν την σημερινήν αξίαν. Εγώ διϊσχυρίζομαι ότι κουρείς και ψωμάδες και βαφείς εις την Γερμανίαν δεν ομιλούν περί Barbarossa ή κανενός τοιούτου εις τον δρόμον αλλ’ ή περί πολλής εργασίας ή περί ζύθου και του μόνου θησαυρού της ζωής των, καμμιάς Ιοσεφήνας δηλ. ή Τερέζας. Το άκουσμα τούτο το ιστορικόν με διέθεσε καλώς και εψιθύρισα ρυθμικάς τινας εκφράσεις·  αλλ’ ως είχον δυσκολίαν περί την στιχουργίαν έφθασα εις μόνα τα ακόλουθα
Κουρεύς, βαφεύς, ψωμάς και παντοπώλης
Προς το μνημείον του Καραϊσκάκη
Διεύθυναν τα βήματά των....
...................
Το έθνος μου να ζη κι’ εγώ μαζή του!».
27 Μαρτίου 1846. Στις 25 Μαρτίου είχαμε τιμές και τις απαραίτητες ομιλίες μπροστά στο μνημείο: 
Ο Κουμανούδης κριτικάρει τους ομιλητές και παρατηρεί ότι οι βασιλείς ήταν βαριεστημένοι, αφού κάτι τέτοιο δεν τους ενδιέφερε, αν και συμπεριφέρονταν φιλικά και απλά: «Προχθές εορτή παρά τω μνημείω του Καραϊσκάκη εθνική. Ωμίλησαν ο Παλαμίδης και ο Παναγιώτης Σούτσος, όχι άριστα, αλλά υποφερτά. Απλούστερα μεν ο Παλαμίδης αλλ’ ίσως καιριώτερα. Η βασίλισσα άχαρις το είδος· ο βασιλεύς ουχ ήττον. Αλλά και ο μεν και η δε καταδεκτικοί φαίνονται και δημοτικοί».
10 Ιουλίου 1846. Στις 9 Ιουλίου ο Κουμανούδης κατέβηκε στον Πειραιά με τον φίλο του και συγκάτοικο Δημήτριο Χαραμή. Ευχαριστήθηκε που είδε έστω και τυχαία για πρώτη φορά από κοντά τον λιμένα της Μουνυχίας (δηλαδή την Ζέα, το Πασαλιμάνι), όπου υπήρχαν δημοτικά μπάνια. «Χθες υπήγα εις τον Πειραιά με τον Χαραμήν δια να εξαποστείλω τάχα τον Μητσόπουλον το εσπέρας δια Πάτρας, αλλά δεν εφάνη, έπειτα δε το εσπέρας ιδών αυτόν εις την πόλιν δεν τον αντεχαιρέτησα διότι μ’ επόνει ο πους. Είδα τον προς τα δεξιά ελαιώνα ότι ην φυτευμένος κατά σειράν και εξέφρασα την παρατήρησίν μου. Αποκριθείς δε ο παρακαθήμενος Νικολαΐδης είπε ναι, en quinconce [ναι, κλιμακωτά, χιαστί]. Αλλά δεν ήτον in quincuncem ως ειξεύρω εγώ. Εσιώπησα όμως. Δια τι; -Είδα πρώτην φοράν της Μουνυχίας τον λιμενίσκον· λοιπόν μετά 10 μήνας της εδώ διατριβής μου και τούτο κατά περίστασιν, διότι ήθελε να κολυμβήση εκεί ο Χαραμής».

1837. Απόσπασμα από τον χάρτη του Ferdinand Aldenhoven, τοπογράφου μηχανικού και αξιωματικού του πεζικού, σε χάραξη του A. Forster. Athènes? Lithographie Royale. Plan topographique d'Athènes et de ses environs dressé au 20,000ieme. Διακρίνεται ο τότε λεγόμενος «ΛΙΜΗΝ ΜΟΥΝΥΧΙΑΣ», τώρα Πασαλιμάνι. Εκεί ήθελε να κάνει το μπάνιο του ο Χαραμής..

18 Ιουλίου 1846. Ο Κουμανούδης πήγε στο πρακτορείο εισιτηρίων των πλοίων για να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη όπου ήξερε ότι βρισκόταν ο ξάδελφός του. Τα ναύλα για την Β΄ θέση έκαναν 80 δραχμές και 30 λεπτά. Εκείνος όμως κρατούσε μόνο τις 78 δραχμές, οπότε άφησε το διαβατήριό του και θα ξαναπερνούσε την επόμενη. Κάποιος όμως τον πληροφόρησε ότι ο ξάδελφος είναι ήδη στον Πειραιά, για λίγες μέρες στο λοιμακαθαρτήριο, όπως συνηθιζόταν σε κάθε επόσκεψη πλοίου στο λιμάνι. «Το παραξενώτατον ίσως των μέχρι τούδε συμβάντων μοι έγινεν απόψες. Τραπεζούντιός τις μ’ εμήνυσε το εσπέρας, ότι ήλθεν κάτω εις τον Πειραιά ο εξάδελφός μου Δημητράκης, ενώ εγώ αύριον έμελλα να κινήσω δια Κωνσταντινούπολιν προς υπάντησίν του. Πώς δε δεν είναι παράξενον, ενώ επήγα σήμερον εις το γραφείον των ατμοκινήτων και εσημειώθην εις την βαν θέσιν, αλλά δια το μη έχειν με σωστάς 80 και 30 λ. δραχμάς αλλά μόνον 78 δεν κατέβαλον το κέρμα, και άφησα μάλιστα εκεί το διαβατήρίόν μου δια να υπάγω αύριον. Ώ, Ώ! Τι να είπω; Είπ’ Οβρός να καββαλικέψη κ’ έτυχε σάββατο; Ή Κάθε εμπόδιο δια καλόν; Να τον πάρω και να επιστρέψω εις Κωνσταντινούπολιν προς καιρόν, ή να τον πάρω και να υπάγω μετά την κάθαρσίν του εις Πάτρας;.. ».
4 Δεκεμβρίου 1846. Σημείωση γραμμένη στα λατινικά. Ο Κουμανούδης κατέβηκε με τα πόδια στον Πειραιά και επέστρεψε με τον ίδιο τρόπο: «Descendi novissima Dominica in Piraeum et quidem pedibus apostolorumhabeo hanc locutionem a Joanne Venthylout dicunt, legi aliquot ephemeridas et rursus in urbem reversus sum itinere peracto una hora et viginti minutis». Δηλαδή «Κατέβηκα την περασμένη Κυριακή στον Πειραιά και μάλιστα ποσίν αποστολικοίς – έχω λάβει αυτήν την φραση από τον Ιωάννη Βενθύλο – όπως λένε, διάβασα μερικές εφημερίδες και οπίσω στην πόλη επιστρέφων καθ’ οδόν διέτρεξα μία ώρα και είκοσι λεπτά». Ιωάννης Βενθύλος, καθηγητής ελληνικής φιλολογίας, 1804 - 1854.
4 Ιανουαρίου 1847. Στα 1847 η ακτογραμμή διατηρούσε ακόμα το φυσικό σχήμα της. Τα αρχαία λιμενικά έργα αν και η στάθμη του νερού είχε ανεβεί, φαίνονταν καθαρά. Σε πολλά σημεία οι βράχοι ήταν για διάφορους λόγους σκαλισμένοι ή κομμένοι: «Το Σάββατον υπήγα εις τον Πειραιά πεζός και είδα και τους παρά τοις λιμέσι σκαλισμένους και κομμένους βράχους». Τέτοια σημάδια φαίνονται στην Πειραϊκή προς Σχ. Ναυτικών Δοκίμων.
8 Φεβρουαρίου 1847. Τα πλοία, εκτός από επιβάτες, έφερναν στο λιμάνι τις ειδήσεις από το εξωτερικό μέσω των εφημερίδων της κάθε χώρας. Πολλοί ξένοι και ξενομαθείς Αθηναίοι κατέβαιναν στα καφενεία να πιούν τον καφέ και να διαβάσουν τα νέα. Εδώ αναφέρεται το πειραιώτικο καφενείο με την ονομασία "του Απόλλωνος", που «κακώς» έκλεισε στις αρχές του 1847! Ευχάριστο όμως γεγονός ήταν η δενδροφύτευση στον δρόμο..  «Υπήγα πεζός εις Πειραιά και επέστρεψα. Το Καφενείον του Απόλλωνος με τας Γαλλικάς εφημερίδας έκλεισε. Κακόν. Αλλά δένδρα φυτεύουν επί της οδού. Τούτο καλόν. –». Δήμαρχος ήταν ο Υδραίος Αντώνιος Θεοχάρης.
30 Μαΐου 1847. Επιστρέφοντας από τον Πειραιά ο Κουμανούδης άρχισε να μετράει τα φυτεμένα δένδρα σε σημείο της διαδρομής για να δει αν αργότερα καταστραφούν ή ξεριζωθούν. Ευτυχώς παρά τις επιφυλάξεις του τον Αύγουστο μέτρησε πιο πολλά. Μας αναφέρει ότι οι Υδραίοι για να προλάβουν τις καταληκτικές ημερομηνίες έκτιζαν τα σπίτια τους ακόμα και μικρά σε διαστάσεις. Όμως δεν έφτιαχναν οικοδομές μόνο οι Υδραίοι αλλά και κάποιοι που δεν δικαιούνταν, μας δίνει ένα τέτοιο παράδειγμα. Σε θέση του λιμένα που χρησιμοποιόταν ως ναυπηγείο, είδε να κατασκευάζονται τέσσερα γολετόμπρικα καθώς και κάποια μισοτελειωμένα να είναι κιόλας ριγμένα στο νερό. «Εμέτρησα σήμερον επιστρέφων εκ Πειραιώς 120 δένδρα μικρά και μεγάλα ή και μόνον πρασινίσαντα ολίγον από του τέλους του ελαιώνος εκ δεξιών έως της μακράς γεφύρας· τούτο δε δια να ίδω μετά την εκ των νήσων επιστροφήν μου, αν τα δένδρα αυτά θα ολιγοστεύσουν και πόσον, καθώς τα ήδη φυτευμένα δηλ. και βλαβέντα;  – Τα εμέτρησα και εύρον περισσότερα τον Αύγουστον. – [Προσθήκη του Κουμανούδη μετά από περίπου τρεις μήνες]. Εν Πειραιεί κτίζουν προς το παρόν πολλοί Υδραίοι ει και μικράς οικίας, διότι λήγει η προθεσμία της παραχωρουμένης αυτοίς επί καλή συμφωνία γης. Αλλά και ο γραμματεύς της επιτροπής Σπύρος, δικηγόρος, κτίζει κι εκείνος και τοι μη Υδραίος. 
4 γολετόβρικα είδα κτιζόμενα εις το ναυπηγείον και έν - δύω ήδη εις την θάλασσαν ερριμένα ατελή».
9 Ιουνίου 1847. Ο Κουμανούδης περίμενε την άφιξη της μητέρας του οπότε κατέβηκε στον Πειραιά να δει αν ήλθε με το πλοίο. Εκεί συνάντησε τον ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο (1803 - 1863), αδελφό του Παναγιώτη Σούτσου, ο οποίος βλέποντάς τον να ενδιαφέρεται, του υποσχέθηκε να του στείλει βιβλία του. «Χθες καταβάς δευτέραν φοράν εις τον Πειραιά εις αντίκρυσίν της επί ματαίω, επροσωμίλησα τον Αλ. Σούτσον, όστις πάλιν δεν με ενθυμείτο. Έστω! Με είπε πολλά και περί ποιήσεώς του και ειδών με, λέγει, περίεργον θέλει να με στείλη εξ Ευρώπης έν αντίτυπον των τυπωθησομένων 3ών ασμάτων του έπους του δώρον· και του εσημείωσα επί τούτω το όνομά μου...».
1 Δεκεμβρίου 1848. «Υπήγα εις Πειραιά και επεσκέφθην τον Οριγόνην· η γυνή του δεν εβγήκεν». Δεν γράφει ποιόν Οριγώνη είδε. Στον 19ο αιώνα γνωρίζω από ονόματα τον Παύλο, τον Πέτρο, τον Ευγένιο, τον Βασίλειο, τον Βίκτωρα.. Μάλλον αναφέρεται στον Παύλο, επίατρο που πέθανε στα 1876, και στην γυναίκα του Βαρβάρα. Σε δικά του οικόπεδα καθώς και του Ν. Μανθόπουλου χτίστηκε το Τζάνειο Νοσοκομείο.  
Ιούλιος 1850. «Τη 27 Ιουλίου επεχείρησα μικρόν ταξίδι εις Ύδραν δια να ίδω αν αληθώς είναι κατερημωμένη ή τουλάχιστον πολύ ξεπεσμένη, ως συνήθως την κλαίουν»...
Έξοδα τη 27
Ναύλος ατμοκινήτου 6.10.
Κατάβασις εις Πειραιά. Άμαξα.   2.25
1 λουκούμι εις τον δρόμον   -10 [εννοεί λεπτά]
Εκεί με εκέρασεν ο Αριστόβουλος και ο Αργυριάδης –
Το πρωί της 28 επλήρωσα δια την ύπνωσιν   2.00
Έπια καφέν, κουλούρι, ήγόρασα και 6 τζιγάρα   -45
Εις την λέμβον   -35
Εις την λέμβον εν Ύδρα   -40
Έν ρακί εις το ατμοκίνητον   -10
Εν Ύδρα έν ρακί   -05
Φαγί 2 πινάκια όχι καλοβρασμένα και ψωμί   -30
Κρασί δυωνών και εμού και καφές   -25
[Σύνολο] 12.25
Της νυκτός επίβασις και δώρον λιμενοφύλακος   -40
Ναύλος επιστροφής, αποβίβασις και άμαξα   9.50
[Σύνολο] 22.15
Ήκουσα καταβαίνων εις Πειραιά φράσιν υπό τινος Πελοποννησίου μην εστρογγυλοκάθησες! Ως το εμόν εκείνο μη εμούχλιασες! Οι Υδραίοι δυσανασχετούσαν κι έλεγαν πως έδωσαν τα πάντα για την επανάσταση: «Εχαθήκαμεν οι Υδραίοι· οι Μωραΐται εκέρδησαν χωράφια κτλ. Ημείς ήμεθα τότε ελεύθεροι· τι κόπον είχομεν; Τούτο μόνον αληθές. Αλλ’ η απαιδευσία δεν τους αφίνει να εννοήσουν έθνους ύπαρξιν·... Φαίνεται δε λησμονούντες οι Υδραίοι, ότι πολλοί εξ αυτών ευημερούσι τα νυν εν Σύρα, Πειραιεί και Αθήναις...».
17 Αυγούστου 1850. «Τη 17η Αυγούστου 1850 ήλθεν ο Μιχαήλ Νικολάου Μιχαήλ, Σερραίος, γαμβρός εξ ανεψιάς της πενθεράς του αδελφού μου Ιωάννου και έφερε και τον εξάδελφόν του Νικόλαον, δια να τον βάλη εις το Εκπαιδευτήριον. Μ’ έφερε και γραφήν εκ Βιέννης παρά του αδελφού, την αυτήν ημέραν, ότε καταβάς εις Πειραιά παρέλαβα τα υπό του Σαλβάγου πεμφέντα 260 Βαυαρικά τάληρα, σταλέντα μοι δήθεν δάνεια παρά του αδελφού μου Ιωάννου».
Σεπτέμβριος 1850. Επισκέφτηκε την Ζάκυνθο όπου και έκανε τον γάμο του με την Αικατερίνη Πέτρου Νικολοπούλου στις 1 Οκτωβρίου. Με την ευκαιρία έκανε σύγκριση της παραλίας της πόλης με τον Πειραιά: «Παρόχθια όχι καλά και ατελή πολλαχού ουχί ως τα του Πειραιώς λαμπρά».
14 Οκτωβρίου 1852. «Τη αυτή ημέρα το εσπέρας λαίλαψ δεινή εν Αθήναις ενέσκηψεν, απηλιώτου και Νότου πνεύμα. Τοιαύτην φθοράν εις δένδρα ποτέ άλλοτε δεν είδα, ως την υστεραίαν έπεσεν είς των κιόνων του Ολυμπίου Διός και τρεις εκ των ανορθωθέντων ημικιόνων του Ερεχθείου και πλοία εναυάγησαν εν Πειραιεί κτλ.κτλ.»  
27 Σεπτεμβρίου 1867. «Τη 27 Σεπτεμβρίου αναχωρούσαν την θείαν μου Αικατερίνην εις Ανδριανούπολιν εξεπροβώδησα εις Πειραιά, ανήλθον δε εις την πόλιν μετά του υιού μου Πέτρου πεζός εις 1 ½ ώραν, από της 6 ½ περίπου μέχρι 8ης μετά μεσημβρίαν. Ύστερον περί την 9ην ώραν και εξής έγιναν τα πρωτοβρόχια δι’ όλης της νυκτός. Την οδόν την εκ Πειραιώς ανήλθον εν συντροφία μέ τινα Οδυσσέα Δημητράκον Κωνσταντινοπολίτην, ως έλεγε,... Ην δε φίλος του Πανδούρη, Γυμνασιάρχου Πειραιώς». Ο Ιωάννης Παντούρης καταγράφεται ως Γυμνασιάρχης από 31.8.1865 έως 4.9.1869. 

Γράφτηκε στην Αθήνα, στην οδό Πελλήνης 1 και Πατησίων, το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας 21-23 Φεβρουαρίου 2015.
Αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ, τεύχος 50 Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος 2015, σελ. 20-22.


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου