Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Χειμωνιάτικα σινεμά του 1999, εις μνήμην.


                                                                                   Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Μήνας Δεκέμβριος και τα βροχερά, κρύα, σκοτεινά χειμωνιάτικα βράδια, αποθαρρύνοντάς μας την έξοδο σ’ ανοιχτούς χώρους, στρέφουν τη διάθεση να χωθούμε και ν’ αράξουμε κάπου μέσα, στα ζεστά, σε καταστήματα για φαγητό, ποτό, διασκέδαση.
Μια άλλη λύση ψυχαγωγίας, πάντα επίκαιρη, που ξαναβρίσκει στις μέρες μας τις παλιές καλές δόξες αφού κατόρθωσε να μαζέψει μέρος του «χαμένου» της κοινού και να κερδίσει φίλους από τη νέα γενιά, είναι να μπούμε σε μια από τις - μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού! - κινηματογραφικές αίθουσες που λειτουργούν στην πόλη μας. Χωρίς βέβαια να αρνούμαστε να πάμε και σ’ αυτές που βρίσκονται πιο μακριά, στους γύρω Δήμους.
1962. Κινηματογράφος ΟΛΥΜΠΙΟΝ. Πρόγραμμα για την ταινία Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ [The 300 Spartans, 1962, του Rudolph Maté]. Στην πρώτη σελίδα διαφημίζει το έργο ΛΕΥΚΟΣ ΣΕΪΧΗΣ [Lo sceicco bianco, 1952, του Federico Fellini]. Την Πέμπτη 1.11.62 αναγγέλλει ΤΟ ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ [Le masque de fer, 1962, του Henri Decoin]
Κινηματογράφος ΟΛΥΜΠΙΟΝ. Η επιγραφή του, όπως την βλέπαμε πάνω από την είσοδο. Κατεδαφίστηκε τέλη του 1994 και στην θέση του ανεγέρθηκε εμπορικό κέντρο με το ίδιο όνομα, ΟΛΥΜΠΙΟΝ, στην Σωτήρος Διός 39 και Ανδρούτσου 159. Ειδικά στο ισόγειο, στις μέρες μας βρίσκεται το street food  “Friends n’ Fries”. 

Ίσως οι στίχοι του τραγουδιού «Σπουδαίοι άνθρωποι αλλά η μοναξιά τους παγώνει, πηγαίνουνε στο σινεμά για να μη νιώθουνε μόνοι» να έχουν την ισχύ τους σε ένα ποσοστό ατόμων που δεν έχουν βρει ακόμα λύση στα προσωπικά τους, η πλειοψηφία όμως του κόσμου δρασκελίζει τα σκαλιά των κινηματογράφων για να περάσει ευχάριστα την ώρα, να χαλαρώσει, να ξεφύγει από την καθημερινότητα βάζοντας τη φαντασία ν’ αμοληθεί στις σκηνές του έργου, να μπερδευτεί με την πλοκή του, να φοβηθεί, να εκπλαγεί, να γελάσει, να ταυτιστεί, να θαυμάσει τα οπτικά - ηχητικά εφέ, ν’ απολαύσει το παίξιμο των ηθοποιών, να κρίνει σε τελική ανάλυση την ποιότητα του έργου ώστε να έχει δική του άποψη. 
Το να βγάλεις τα εισιτήρια με την οικογένεια, τη φίλη, το φίλο ή την παρέα σου, να περιμένεις την έναρξη στον προθάλαμο και να διαβείς τις καλοφτιαγμένες αίθουσες με τις αναπαυτικές πολυθρόνες, τους κρυφούς φωτισμούς, την μεγάλη οθόνη λίγο πριν αρχίσει η ταινία, είναι μια ιεροτελεστία η οποία στο τυπικό της περιλαμβάνει και την αγορά από το κυλικείο κάποιων αναψυκτικών ή φαγώσιμων σε σακούλες, που πίνεις ή μασουλάς κατά τη διάρκεια της σινεθέασης.
Πριν από το φιλμ, οι διαφημίσεις, τα έργα προσεχώς. Στο τέλος η αίθουσα αδειάζει και ξαναγεμίζει με τους θεατές της επόμενης προβολής, κάτι αδιανόητο στα παλαιότερα χρόνια, που έμπαινες όποτε ήθελες, στα διαλείμματα ή στη μέση του έργου ενοχλώντας τους υπόλοιπους μέχρι να καθίσεις. Κάθε τόσο η ταξιθέτρια πέρναγε τους διαδρόμους και φλίταρε με φτηνό άρωμα να καθαρίσει κάπως την ατμόσφαιρα από τις αναπνοές και την κάθε είδους μπόχα..
Τα χειμερινά σινεμά στον Πειραιά είναι το Ζέα, το Καστέλλα, το Σινεάκ το Χάι-Λάιφ. Το Ολύμπικ και το Φως προβάλλουν ερωτικές ταινίες και ο Δημοτικός κινηματογράφος Ρεξ ανήκει στη Δραπετσώνα. Πόσα λίγα, άμα σκεφτεί κανείς ότι έχουν καταγραφεί στην ευρύτερη περιφέρεια του Δήμου μας μόνο πάνω από 60 τίτλοι κινηματογράφων μαζί με τους καλοκαιρινούς…

1997. Σινέ Φως. Β΄ Μεραρχίας μεταξύ Ακτής Μιαούλη και Φίλωνος. Από κάτω η επιγραφή ΠΩΛΕΙΤΑΙ/ ΤΟ ΠΑΡΟΝ. Τράβηξα την φωτογραφία εις ανάμνησιν των νεανικών μου χρόνων, τότε που η επίσκεψη στα «τσοντάδικα» αποτελούσε μέρος της εφηβικής μας κουλτούρας. Ο ακριβής αριθμός του στα έντυπα είναι μπερδεμένος αφού σήμερα είναι νεόκτιστη οικοδομή (που αποτελείται κι αυτή από ενωμένα οικόπεδα) προς ενοικίαση με δύο υπόγειους χώρους στάθμευσης, ανάμεσα στον αριθμό 2 και στην Α΄ Δ.Ο.Υ. που κι αυτή μεταφέρθηκε τέλη του 2014 στην οδό Κέκροπος 3 και Αλιπέδου. Δεξιά του ΦΩΣ αν δεν κάνω λάθος ήταν παλιά το εστιατόριο Λιόπεσι, που μετά έγινε το Ποσειδώνιον και τέλος πριν κατεδαφιστεί, μια ιταλική πιτσαρία, νομίζω η Da Nicola.

Τελευταία επικρατεί η τάση της ίδρυσης πολλών σινεμά συγκεντρωμένων σε ενιαίο οικοδομικό συγκρότημα. Το Αθήναιον Cinepolis (Ζησιμοπούλου 7 και Ι. Μεταξά) στη Γλυφάδα έχει τέσσερις αίθουσες, το Village Center στο Μαρούσι δέκα, το Village Cinemas Pagrati (Υμηττού 110 και Χρεμωνίδου) πέντε, το Κηφισιά Cinemax (Λ. Κηφισίας 245) τρεις, το Μαργαρίτα στην Καλλιθέα τρεις, το Φάληρο στο Παλαιό Φάληρο δύο, το Cine City στο Περιστέρι τέσσερις, το Δαναός δύο κλπ. Από τις 17 Δεκέμβρη θα λειτουργήσει το Village Entertainment Park στην Πέτρου Ράλλη και Θηβών στο Ρέντη.
Νέοι καιροί, φαντασμαγορία, σύγχρονη αντίληψη μετάδοσης του θεάματος, πράγμα που ξενίζει τις μεγαλύτερες ηλικίες και σφραγίζει οριστικά  την «κλασική» εποχή των κινηματογράφων που στεγάζονταν σε ιδιαίτερα κτίρια ή αργότερα και στα ισόγεια πολυκατοικιών.
Το Κάπιτολ, το Σπλέντιτ, το Παλλάς, το Ολύμπιον κοντά, στην ίδια γειτονιά, στο Πασαλιμάνι, έσβησαν τα φώτα τους, κατέβασαν τις επιγραφές  τους, έβγαλαν τις φωτογραφίες με τις σκηνές των ταινιών και σιώπησαν. Εκτός από το οίκημα του Παλλάς, κατεδαφίστηκαν. Το Απόλλων, το μετέπειτα Απόλλων Assos Odeon στην Ακτή Μουτσοπούλου 4 έκλεισε στα 1998, τώρα το Δεκέμβρη [1999] μετατράπηκε σε DunkinDonuts..

Ο «ΑΠΟΛΛΩΝ» στο Πασαλιμάνι, Τρύφωνος Μουτσοπούλου 4. Σ’ αυτή την φωτογραφία το σινεμά έπαιζε το Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ, Night and the City, 1992, ριμέικ μιας παλιάς ταινίας, έργο του Ζυλ Ντασσέν, 1950. Η νύχτα και η πόλη χωρίς τα σινεμά είναι πιο άδεια, πιο σκοτεινή, πιο μοναχική...  

Η εξέλιξη του σινέ ΑΠΟΛΛΩΝ σε ΑΠΟΛΛΩΝ Assos Odeon. Προχωρημένο βράδυ, με χαμηλωμένα τα φώτα στεκόμαστε έξω να χαζέψουμε τις φωτογραφίες του έργου. Ίσως τελικά πειστούμε να μπούμε να δούμε την ταινία ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ  (NATURAL BORN KILLERS, 1994).

Το Αττικόν στην Αγίου Κωνσταντίνου 9, παραπαίει χωρίς άδεια.
Ό,τι μπορούσε να μείνει από αυτά, είναι μερικά από τα προχειροτυπωμένα προγράμματα - δε βγαίνουν πια τέτοια - που πήραμε από τα χέρια της ταξιθέτριας, λίγο πριν σταματήσουν, τα κρατήσαμε μέχρι να πάμε σπίτι και τα φυλάξαμε εμείς οι τρελοσυλλέκτες  μαζί με τα υπόλοιπα ντοκουμέντα-αναμνήσεις της ζωής μας.
Στη μνήμη τους λοιπόν!

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ:

-Πληροφορία του φίλου μου Γιάννη Πατηνιωτάκη. Χειμώνας 1980 - 81. Ήταν στρατιώτης. Οι ταινίες ασφαλισμένες μέσα σε μεταλλική θήκη, τις έβαζαν σε μια τσάντα και τις μετέφεραν με το μηχανάκι κρεμασμένες στο πλάι για περισσότερη ευελιξία στους δρόμους ώστε να είναι στην ώρα τους και να παραδίδονται στην διάρκεια των διαλειμμάτων. Συνθήκες βροχής και κρύου, με πολλά νερά στην οδό Πειραιώς. Με τις ίδιες κόπιες, δύο ή τρεις ανάλογα  την διάρκεια του έργου, έπαιζαν ταυτόχρονα 3 σινεμά.. Ανταλλαγή του Α΄ με το Β΄ μέρος της ταινίας!  Έπαιρνε 1200 την βραδιά να μεταφέρει σε ακριβείς χρόνους ταινίες των Καραγιάννη - Καρατζόπουλου και Δαμασκηνού - Μιχαηλίδη και άλλων από το ΡΕΞ της Πανεπιστημίου, στο Παλλάς στο Πασαλιμάνι και στο ΑΛΕΞ, Μικράς Ασίας και Ξενίας στου Ζωγράφου. 
Ο τελευταίος κινηματογράφος μετά την προβολή κράταγε τις μπομπίνες και τις παρέδιδε σε υπαλλήλους 
των εταιρειών.


Πρώτη δημοσίευση σε ελάχιστα διαφορετική μορφή, εφημερίδα ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 1999, σ. 17 με τίτλο: «Χειμωνιάτικα σινεμά, εις μνήμην», όπου φωτογραφίζονται τα εξώφυλλα τεσσάρων προγραμμάτων (Απόλλων -  Ολύμπιον -  Καστέλλα και Κάπιτολ). Εδώ πάλι όλο το φωτογραφικό υλικό ανήκει στην συλλογή μου.

 
Ας δούμε επίσης το άρθρο μου στο περιοδικό «de facto της Πειραϊκής Πολιτείας». Τεύχος 4. Μάρτιος 2000. Σελ. 68 - 72.


Στα παλιά σινεμά: πασατέμπος, μπιράλ και το πρόγραμμα...

Δεν έχετε παρά να κλείσετε τα μάτια σας  και να συγκεντρωθείτε.
Με τη σκέψη μπαίνει ο καθένας όπου θέλει στο χώρο και στο χρόνο δίχως να πληρώσει εισιτήριο.
Απλώστε το χέρι να σας το πιάσει στοργικά ο πατέρας, η μητέρα σας ή αν είστε μεγαλύτεροι, να πάτε μόνοι, με τον (την) σύντροφο, τους φίλους, κάποιον από τους συγγενείς σας, στο σινεμά της γειτονιάς.
Πότε; Εκεί γύρω στο ’70 που μεσουρανούσε αυτό το είδος της διασκέδασης, τότε που δεν είχε ακόμη διαβρωθεί η ηρεμία μας από τα ισοπεδωτικά των αισθημάτων τηλεοπτικά μέσα.
Κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους για τα χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά σινεμά, ανάλογα με την περίπτωση χτισμένους σε ιδιαίτερα οικόπεδα, σε ισόγεια κτιρίων μα και στις ταράτσες τους, έτοιμους να μας ταξιδέψουν στην φαντασία, στην περιπέτεια, στην αγωνία, στον έρωτα, στο γέλιο ή στο κλάμα βρίσκαμε παντού στις πειραιώτικες συνοικίες.
Τα περισσότερα φιλμ, ελληνικά, ξένα ήταν «ακατάλληλα δι’ ανηλίκους».
Δεν περιγράφεται το πόσο μας πείραζε που δεν μπορούσαμε να δούμε κάποιο μεγαλίστικο ακατάλληλο έργο... Έπρεπε να δείχνουμε την ταυτότητα όσοι μοιάζαμε νεότεροι αν και συχνά έκαναν τα «στραβά μάτια» και μας επέτρεπαν να διεισδύσουμε στις σκοτεινές αίθουσες της τόσο αθώας κατά τα άλλα κοινής απόλαυσης.
Πολλοί πήγαιναν σινεμά για να περάσουν την ώρα τους, δεν τους ενδιέφερε τόσο το είδος της ταινίας, τα περισσότερα σενάρια ήταν ανάλαφρα, δεν χρειάζονταν να πολυσκεφτείς την πλοκή τους.
Υπήρχαν γυναίκες που εφοδιάζονταν με αρκετά πάνινα μαντήλια - μετέπειτα χαρτομάντηλα - ειδικά για τα δακρύβρεχτα ελληνικά μελό.


 



















 





                                                      
  






















 





Πέντε εισιτήρια πειραϊκών κινηματογράφων. 
Πέντε διαχρονικές είσοδοι στον θαυμάσιο κόσμο της έβδομης τέχνης. 

ΧΑΪ ΛΑΪΦ. Εξώστης. 40 δραχμές
ΚΑΛΛΙΦΟΡΝΙΑ. 15 δραχμές.
ΚΡΑΝΑΗ. 25 δραχμές.
ΚΑΣΤΕΛΛΑ. 1900 δραχμές.
ΖΕΑ. 2000 δραχμές ή 5,87 ευρώ. 




Πλησιάζοντας στο ταμείο παίρναμε το εισιτήριο δίνοντας τα λίγα, πολύτιμα λεφτά μας. Τρεις δραχμές στα ’66 - ’70, επτά δραχμές στα ’74, για τις συνοικίες.
Στο κέντρο, όπου κυριαρχούσαν τα έργα ποιότητος και της πρώτης προβολής, ήταν ακριβότερα. Υπήρχαν βέβαια και φτηνές οικογενειακές παραστάσεις, «οι λαϊκές απογευματινές». Ειδικός υπάλληλος, εξουσιοδοτημένος από την εφορία για τα δημόσια θεάματα έλεγχε τη σωστή διακίνησή τους.
Κοντά στην είσοδο - δίφυλλη πόρτα με βαθύχρωμο παραπέτασμα - η ταξιθέτρια, μια κάποιας ηλικίας γυναίκα, σου πρότεινε το πρόγραμμα. Η πλειοψηφία αρνιόταν να το πάρει, αν όμως πλήρωνες το πρέπον φιλοδώρημα σε οδηγούσε με το φακό από τους σκοτεινούς διαδρόμους σε μια καλή άδεια θέση...

 




 





 
Κινηματογράφος ΚΑΣΤΕΛΛΑ. Προβολή της ταινίας 
Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟΥ. Παραγωγής 1990. Τρίπτυχο πρόγραμμα με 14 διαφημίσεις πειραϊκών καταστημάτων.
  

















Κινηματογράφος ΧΑΪ ΛΑΪΦ. ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ, παραγωγή του 2000 σε σκηνοθεσία Μπράϊαν ντε Πάλμα. Πρωταγωνιστεί ο Γκάρυ Σινίζ. Δίπτυχο με επτά διαφημίσεις.



 




Γύρω από την οθόνη κρέμονταν οι διαφημίσεις τοπικών καταστημάτων. Στην παύση του φιλμ, πριν αρχίσει μα και στα διαλείμματα, έπαιζαν ελαφρά τραγούδια από σαρανταπεντάρια δισκάκια. Είχε προηγηθεί το μήνυμα «Διάλειμμα ολίγων λεπτών - Καπνιστήριον εις το μπαρ».
Τότε έβγαινε ο άνδρας με τον «ταβλά» κρεμασμένο με λουρί από το λαιμό και ακουμπισμένο ψηλά στο στήθος διαλαλώντας την πραμάτεια του: 
- Πατατάκια, γαριδάκια, σάμαλι, κοκ, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, μπιράλ λέγετε...
Αργότερα τράβαγε καροτσάκι για περισσότερη ποσότητα και άνεση.
Ταμ-ταμ είχατε πιεί; Εγώ ναι!
Όποιος από τους θεατές κάπνιζε, ερχόταν η ταξιθέτρια και τον έβγαζε έξω.
Τα θερινά σινεμά, τα ημικεντρικά και των συνοικιών είχαν άλλη χάρη.
Πίσω από τις ψηλές μάντρες τους έτριζε κάτω από τα πόδια μας το στρωμένο βότσαλο, το ανακατεμένο με τσιγκάκια αναψυκτικών, αποτσίγαρα, τα τσόφλια των πασατέμπων και των ηλιόσπορων.
Τα αναρριχώμενα φυτά, το γιασεμί, το αγιόκλημα μοσχομύριζαν κι ήταν όμορφα εκείνα τα μοβ κρινάκια που ξεπετάγονταν από τις φυλλωσιές που σκέπαζαν τους τοίχους.
Η πρόοδος που άκουγε στο όνομα «τηλεόραση», η αλλαγή των δεδομένων, τα κακής παραγωγής έργα, η αύξηση των αυτοκινήτων που έστρεψε τον κόσμο σε βραδινές βόλτες στην παραλία, οι ντισκοτέκ και τα μπαρ, η νυχτερινή διασκέδαση, απομάκρυναν σταθερά το κοινό από τους κινηματογράφους.
Ένας - ένας έκλεινε δίνοντας τη θέση του σε πολυκατοικίες και σούπερ-μάρκετ.
Ελάχιστοι  μετατράπηκαν σε αναψυκτήρια πριν σταματήσουν κι αυτοί.
Κάποιοι, μετρημένοι στα δάκτυλα ερημώνονται μέχρι τις μέρες μας αφημένοι στην εγκατάλειψη, όρθιοι μόνο για να σφραγίζουν με την λυπηρή παρουσία τους μια ολόκληρη εποχή, να μνημονεύουν σιωπηλά ένα μέρος των συναισθημάτων που μας χαρακτήριζε παλαιότερα κι έσβησε γιατί έχει πλέον ξεπεραστεί.
Τι απέμεινε στο μυαλό μας από εκείνα τα σινεμά;
Τι χειροποπιαστό θα μπορούσε να μας τα ξαναθυμίσει;
Τα ονόματά τους, μισοθαμμένα στη σκέψη μας, καταγράφονται παρακάτω σαν προσφορά στους αναγνώστες του de facto που τα έζησαν, βολεύτηκαν στα καθίσματά τους και παρακολούθησαν οι ίδιοι το σκηνικό στα χρόνια του ’65 με ’75.
Οι πιο νέοι, ας τα μάθουν.
Ύστερα, είναι μερικά κιτρινισμένα - τσαλακωμένα έντυπα, τα προγράμματα που πήραμε από τα χέρια της ταξιθέτριας, που φυλάξαμε κάποιοι τρελοί έτσι για πλάκα - δεν ξέραμε πόσες ευχάριστες εκπλήξεις θα μας έδιναν σήμερα, τι αναμνήσεις θα ξύπναγαν στο κοιμισμένο μας θυμικό...
[Ακολούθησε ο ονομαστικός κατάλογος των κινηματογράφων του Πειραιά κατά Δημοτικό Διαμέρισμα καθώς και των γύρω Δήμων] 

   
   

  
  

1 σχόλιο:

  1. Ωραιες αναμνησεις απο τα πειραικα σινεμα. Στην Ευαγγελιστρια στο υπηρχε και το θερινο σινεμα που εγω σαν πιτσιρικας τοτε ειχα δει με τους φιλους μου το περιφιμο εργο με τον αξεχαστο Μπαρτ Λαγκαστερ..Ομορφα παιδικα χρονια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή