Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Σύντομη περιγραφή του λιμένα Πειραιά, 1882.

Αφιερωμένο στα 180 χρόνια του Δήμου Πειραιά. 

 
                                                                                 Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης. 
  
[ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι πρώτοι δημοτικοί άρχοντες της νεοσύστατης πόλης ορκίστηκαν στις 23.12.1835 στο καθολικό του ερειπωμένου παλιού μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Στις 29.12.1835 συντάχθηκε το υπ’ αριθμόν 1 πρακτικό της πρώτης τακτικής συνεδρίασης  του Δ.Σ. «Συγκείμενον παρά των συμβούλων κκ: Εμμανουήλ Δικτάκη, ως προέδρου, Γεωργίου Λαμπρυνίδη, Ιωάνου Δ. Δράκου, Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ισιδώρου Πούρπουρα, και Αθανασίου Σίνου, αναπληρούντα τον Βασίλειον Ν. Αργαστηριάρη» για να εγκρίνει την πρόσληψη του Π. Γ. Καλκανδή ως γραμματέα με τον μισθό των 120 δραχμών.  
Στις 29 Δεκεμβρίου 2015 η δημοτική αρχή εόρτασε πανηγυρικά στον Άγιο Σπυρίδωνα και στο Δημοτικό Θέατρο την επέτειο της γέννησης του Δήμου Πειραιά. Το πρόγραμμα γράφει ότι μετά την δοξολογία θα μιλήσει ο δήμαρχος και στην συνέχεια ο πρόεδρος του Δ.Σ. Γεώργιος Δαβάκης θα αναγνώσει το εν λόγω πρώτο πρακτικό. Τέλος η Ευαγγελία Μπαφούνη, ιστορικός και Διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου, θα κάνει την πρέπουσα ιστορική αναδρομή. 
Η μουσική εκδήλωση στο Δημοτικό Θέατρο θα γίνει με την συνεργασία της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά. Συμμετέχουν επίσης καλλιτέχνες της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και σπουδαστές του Μουσικού Σχολείου Πειραιά.
Εκτός από τις ξεναγήσεις στο Θέατρο, στην αίθουσα του Δ.Σ. όπου τα πορτραίτα των δημάρχων, στην Πινακοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο (εκεί,στις 30.12. το απόγευμα την ξενάγηση θα κάνει η βουλευτής Ελένη Σταματάκη, αφού και η ίδια διετέλεσε υπάλληλος του Αρχείου, στις 28.12. είχαμε και έναν μαραθώνιο ανάγνωσης κειμένων και ποιημάτων αφορώντων στον Πειραιά που πραγματοποιήθηκε στην Δημοτική Βιβλιοθήκη με την παρουσία κυρίως δημοτικών συμβούλων.     
Η αναγγελία – εκτός από την δημοσίευση στο διαδίκτυο λίγες μέρες πριν – έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ και τυπώθηκε ένα ενημερωτικό φύλλο. Είναι λυπηρό ότι στην εποχή της άμεσης επικοινωνίας καμία πρόσκληση, καμία ηλεκτρονική ειδοποίηση δεν προσκάλεσε – τιμής ένεκεν – τους αριθμητικά ελάχιστους υπάρχοντες και αυτής της χρονικής περιόδου ιστορικούς συγγραφείς, αρθρογράφους, ερευνητές ή φιλίστορες συμπολίτες (μέλη οι περισσότεροι παλαιών και νεότερων πνευματικών σωματείων) τους οποίους θα έπρεπε ήδη να γνωρίζει και να έχει καταγράψει η τοπική Διεύθυνση Πολιτισμού: είναι εκείνοι που συνεχίζουν την παράδοση, κοπιάζουν και στερούν προσωπικό τους χρόνο για την καταγραφή και ανάδειξη της πειραϊκής δημιουργικής πορείας.
Πώς αλλιώς μπορεί να τους ανταμείψει ο Δήμος;
Ακόμα και οι παρουσιάσεις των εκδόσεων που κυκλοφορεί ή χρηματοδοτεί ο Δήμος για κάποια γεγονότα και στόχους είναι θαύμα αν τίθενται υπ’ όψιν των λίγων πραγματικά ενδιαφερομένων. Όταν ζητηθεί μια πληροφορία ή ένα τέτοιο έντυπο δύσκολα απαντάται ή προσφέρεται επειδή οι άνθρωποί του δεν κατανοούν την σημασία που έχει για εκείνους τους «περίεργους, επίμονους συλλέκτες» η απόκτησή τους...
Γενικά, ο πνευματικός κόσμος του Πειραιά δεν έχει τόσο πρόβλημα από την ίδια την πόλη, αλλά παραπονείται δίκαια και έχει απαίτηση καλλίτερης ηθικής μεταχείρισης από την μερίδα εκείνων των αιρετών κρατικών λειτουργών ή των κανονικών δημοτικών υπαλλήλων που διαχειρίζεται σπάταλα τις τύχες της]    

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ:
Μια σύντομη περιγραφή του πειραϊκού λιμανιού, χωρίς αυτή να μας δίνει τις λεπτομέρειες που θα περιμέναμε, βρίσκουμε σε δύο φύλλα ταλαιπωρημένου στις άκρες χαρτιού με πολλές διαγραφές ή μικροπαραπομπές λέξεων για να τεθούν άλλες, ώστε να γίνουν διορθώσεις στις εκφράσεις. Είναι όμως τόσο παλαιά, του 1882, που αξίζει το ενδιαφέρον μας. Το έγγραφο ξεκουράζεται στο αρχείο μου.
Ο Πειραιάς τότε πλησιάζε τα πενήντα ενώ τώρα έφτασε στα 180 χρόνια του. 
Η υπογραφή του συντάκτη της είναι δύσκολο να ταυτιστεί στις μέρες μας. Η λέξη «Πώτος» δεν είναι η βέβαιη ανάγνωση.  
Γεγονός είναι ότι το κείμενο δεν δημιουργήθηκε από κάποιον περιηγητή αλλά από έναν καλλιεργημένο  Έλληνα ο οποίος δεν το αντέγραψε για να είναι καθαρογραμμένο αλλά το συνέταξε εκείνη την στιγμή και θα πρέπει να διαβάστηκε πάλι για να αλλαχθούν μερικές φράσεις. Μπορεί επίσης να δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα ή τυπώθηκε σε ανάλογο έντυπο που δεν επισημάνθηκε.

Χειρόγραφο του 19ου αιώνα, αντίγραφο παλαιού χάρτη του Πειραιά. Βρίσκεται στην συλλογή μου.       Ο «Κωφός λιμήν», σε κυκλικό σχήμα έχει τα χαρακτηριστικά ενός βάλτου. Μπροστά του, τμήμα του κεντρικού λιμένα του «Portus - Piraeus», λέγεται «Ζέα». «Μουνυχία» ονομάζεται το σημερινό Πασαλιμάνι.

Περιγραφή του λιμένος Πειραιώς

Ο Πειραιεύς, (ον και λιμένα του λέοντος ωνόμαζον, ένεκα του παρά τω δεξιώ στομίω υπάρξαντος αναγλύφου, παριστώντος λέοντα επαγρυπνούντα την είσοδον) συγκαταριθμείται μεταξύ των καλλιτέρων της Ευρώπης λιμένων, ένεκα της φυσικής αυτού θέσεως και συγκοινωνίας διά της προσεγγύσεως ατμοπλοίων διαφόρων εθνικοτήτων.
Παρά τη εισόδω δε αυτού αριστερόν τω εισπλέοντι κείται ο Κωφός λεγόμενος λιμενίσκος, ον την σήμερον κακώς Κάνθαρον καλούσιν· παρά τη δεξιά δε πλευρά αυτού προεκτείνεται η Ηετιώνεια άκρα. Επί ταύτης υπάρχει καννονοστάσιον και λεμβών, προ του οποίου ορμεί ο πάρων Άρης προεξέχει δε καθέτως της εισόδου του λιμένος και μικρά τις χηλή, εφ’ ης ίσταται επί πυραμοειδούς κτιρίου φανός ερυθρός, την του λιμένος είσοδον δυκνείων.
Προς το ΒΔ μέρος του λιμένος, και εις απόστασιν ενός περίπου μιλίου από του λεμβώνος, προς το μέρος των Αλμυρίδων, κείται το Πολυάνδριον εις ό άγει εκ της πόλεως ευρεία οδός, ονόματι του Πλούτωνος, απολήγουσα εις την διασταύρωσιν ετέρων δύω οδών αρχομένων εκ της πόλεως και αποληγουσών προς το μέρος των Αλμυρίδων, εις ό και κολπίσκος σχηματίζεται ονόματι Αλαί.
Προς το δεξιόν δε μέρος των Αλών κείται η του Απόλλωνος πλατεία, ής εν τω μέσω της τουρκοκρατίας μικρός τις οικίσκος χρησιμεύσας ως δεκατευτήριον, σήμερον του Τζελέπη καλουμένη.
Προς το ΒΑ μέρος του λιμένος [υγρασία στο κάτω μέρος του εγγράφου] της του Απόλλωνος πλατείας, υπάρχει ετέρα η του Θεμιστοκλέους, προ της οποίας υψούται ωραίον κτίριον χρησιμεύον ως χρηματιστήριον· παρ’ αυτώ δε δύω ευρείαι οδοί, εξ ών η μεν προς αριστερά αυτού συγκοινωνεί μετά της πλατείας του Απόλλωνος, και της δεξιόθεν ταύτης αγοράς· η δε επεκτεινομένη κατά μήκος της Α παραλίας του λιμένος, συγκοινωνεί μετά πολλών άλλων της πόλεως οδών, και απολήγει εις το ΑΔ μέρος της πόλεως.
Προς το δεξιόν δε μέρος του χρηματιστηρίου και κατέναντι αυτού υπάρχει ο Τινάνειος κήπος, φυτευθείς κατά το 1855 ότε εγένετο η κατοχή, έπροσθεν δε αυτού η βασιλική αποβάθρα επί λιθοκτίστου παραλίας αρχομένης εκ του Β μέρους του λιμένος, εκ των Αλών επεκτεινομένης καθ’ όλης της ΒΑΔ παραλίας, και αποληγούσης εις τον παρά τη δεξιά πλευρά του λιμένος κολπίσκον Κάνθαρον καλούμενον, παρά τη αριστερά δε πλευρά αυτού επίμηκες κτίριον, χρησιμεύον ως Τελωνείον, όπισθεν του οποίου η νεωστί ιδρυθείσα Σχολή των Ναρκοφόρων.
Από του Κανθάρου δε, επεκτείνεται μικρά τις χερσόνησος και εν τω μέσω υψούται η Ακτή, και επί της κορυφής αυτού ο του ημεροσκόπου οικίσκος. Επί ταύτης προεξέχει χηλή τις, αντικρύ και παραλλήλως της εκ της Ηετιωνείας κειμένη.
Επί της άκρας δε ταύτης επί τραπεζοειδούς κτηρίου φανός πράσινος, την του λιμένος είσοδον και αυτός δυκνείον.
Δυτικώτερον δε της χηλής ταύτης, και πλησίον της παραλίας, τα μνημεία των ενδόξων ανδρών Θεμιστοκλέους και Μιαούλη, εξ ων το μεν, αναμιμνήσκει της προ του λιμένος και Σαλαμίνος συγκροτηθείσαν λαμπράν ναυμαχίαν των Ελλήνων, κατά των Περσών τω 480 π.Χ. το δε, τον του 1821 υπέρ της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Έθνους. Κατοτέρω δε τούτων και επί της Αλκίμου άκρας υψούται κυλινδροειδές κτίριον, επί του οποίου λευκός φανός, το του λιμένος στόμιον δυκνείον.
Προς το Α δε μέρος του λιμένος, και όπισθεν αυτού, ο της Ζέας μικρός λιμήν, σχήματος κυκλοειδούς, από της δεξιάς δε πλευράς αυτού άρχεται υψούμενος ο του Θρασυβούλου λόφος, επί της κορυφής του οποίου το πάλαι ο ναός της Μουνυχίας Αρτέμιδος. Όπισθεν δε τούτου έτερος μικρός λιμήν, σχήματος ελειψοειδούς, λιμήν παρά μεν τοις παλαιοίς Έλλησι της Μουνυχίας καλούμενος, επί δε των Βυζαντινών Φανάρι.

Εν Πειραιεί τη 19 Ιουνίου 1882
      
[Υπογραφή]

ΣΧΟΛΙΑ:
Αλαί = η πρώην ρηχή θαλάσσια περιοχή στον χώρο που σχηματίστηκε η Ακτή Κονδύλη.
Αλμυρίδες = τόπος του Πειραιά που προέρχεται από τους παλαίους βάλτους, από τον Άγιο Διονύσιο μέχρι τον σταθμό ΗΣΑΠ και τις σιδηροτροχιές του.
Άρης = το «βρίκιον» Άρης, κατασκευής 1807, ιδιοκτησίας Αναστασίου Τσαμαδού, είχε μετονομασθεί σε Αθηνά στα 1829 -1879. Ο πάρων Αθηνά - Άρης χρησίμευσε ως εκπαιδευτικό πλοίο της Ναυτικής Σχολής στα έτη 1863-1865 και 1882-1885 αλλά και σαν σχολή για το κατώτερο προσωπικό. Με την ονομασία «Άρης» διατηρήθηκε έως την τιμητική βύθισή του στα στενά της Σαλαμίνας το 1921. 
Δεκατευτήριον = τελωνείο.
Δυκνείον = κανονικά είναι «δεικνύον».
Θρασυβούλου λόφος = ο λόφος της Καστέλλας στην λόγια γλώσσα. Η ονομασία δεν επεκράτησε.
Λιμήν Μουνυχίας ή Φανάρι = άλλες ονομασίες του Τουρκολίμανου ή Μικρολίμανου.
Πολυάνδριον = νεκροταφείο. Το νεκροταφείο του Πειραιά βρισκόταν στον Άγιο Διονύσιο, οπότε και η οδός που οδηγούσε σε αυτό λεγόταν Πλούτωνος.
Σχολή των Ναρκοφόρων = στα 1882 έως τέλη του 1884 αναφέρεται σχολή ναυτικής εκπαιδεύσεως με έδρα τον πάρωνα ΑΡΗΣ, προάγγελος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Η Σ.Ν.Δ. ιδρύθηκε με διαταγή του Γεωργίου Α΄ φέρουσα χρονολογία 27 Μαρτίου 1884, έτσι τα εγκαίνια έγιναν στις 8 Αυγούστου 1884 στην φρεγάτα «Ελλάς».
Χηλή = μικρή χερσόνησος, στενή λωρίδα γης μέσα στην θάλασσα.


Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε στην Αθήνα, Πελλήνης 1 και Πατησίων, στα τέλη του 2015. 




Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Πέντε έγγραφα από την αλληλογραφία της «επιτροπής των Δημοτικών Σχολείων Πειραιώς» του έτους 1839.


                                                                              Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Είναι γνωστό ότι στις 19.1.1836 ο δημοτικός σύμβουλος Γεώργιος Λαμπρυνίδης έστειλε επιστολή στον δήμαρχο Κυριάκο Σερφιώτη προσφέροντας το ισόγειο της οικίας του για την στέγαση του «αλληλοδιδακτικού καταστήματος», του πρώιμου δηλαδή δημοτικού σχολείου. Ο δήμαρχος με την σειρά του σε αναφορά της 29.1.1836 προς το δημοτικό συμβούλιο τονίζει την ανάγκη ίδρυσης σχολείου για τα παιδιά που περιφέρονταν άσκοπα στους δρόμους αφού μάλιστα ο Λαμπρυνίδης παραχωρούσε τον χώρο χωρίς ενοίκιο «έως ενός καιρού διάστημα».
Στις 14.2.1836 το Δ.Σ. αποφάσισε την σύστασή του και πρότεινε να διοριστεί ο Ηλίας Χριστοφίδης. 
Μετά από διαβουλεύσεις, στις 3.5.1836 το Γενικό Διευθυντήριο (η τότε Νομαρχία) απαντά αν αντί του Χριστοφίδη δέχονταν ο δήμος έναν άλλο δάσκαλο. Ο δήμαρχος αποκρίνεται θετικά και στις 6.5.1836 διορίστηκε ο Δημήτριος Κυδωνιάτης. Έγιναν οι εγγραφές, διατέθηκαν τα βιβλία, οπότε τα μαθήματα του «Αλληλοδιδακτικού Σχολείου» ξεκίνησαν στα μέσα του μήνα, με κανονική λειτουργία στην διάρκεια του Ιουνίου. Ο Χριστοφίδης όταν τελείωσε τις υποχρεώσεις του ήλθε κι αυτός στον Πειραιά. Το καλοκαίρι του 1837 άνοιξε και το σχολείο των κορασίων.
Μετά από τρία χρόνια κινήθηκαν οι διαδικασίες για την σύσταση της επόμενης εκπαιδευτικής βαθμίδας, του «Ελληνικού Σχολείου». Στην συνεδρίαση του Δ.Σ. της 27.5.1839 ψηφίστηκε η ίδρυσή του και αποφασίστηκε ο διορισμός του πρώτου Ελληνοδιδάσκαλου, του Ιωάννη Βάμβα.
Μην ξεχάσω να αναφέρω ότι ο συνεπώνυμός του Νεόφυτος Βάμβας, είχε δική του ιδιωτική σχολή στον Πειραιά από τέλη του 1836 έως τις αρχές του 1837 (είχε ενοικιάσει «την οικίαν του μακαρίτου Μιαούλη, πληρώνων ενοίκιον παρά το δέον βαρύ», αφού τον Απρίλιο έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Ο Νεόφυτος χρημάτισε μέλος της επί του συνοικισμού των Χίων επιτροπής που εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, τον συναντάμε σε όλα τα πρακτικά της στα χρόνια 1836 – 1842 και του είχε παραχωρηθεί χώρος να κτίσει κατοικία στο παραλληλόγραμμο 9 του σχεδίου πόλεως.
Στο Δ.Σ της 12.7.1839 μεταξύ άλλων σκέψεων δεν θεωρήθηκε επαρκής ο Ιωάννης Βάμβας, έπρεπε αυτός που θα εξέλεγε η «Βασιλική Κυβέρνησις» να είναι ένας εμπειρότερος δάσκαλος, «να είναι εκ των διασήμων», να διδάσκει την ελληνική και γαλλική. Ο Βάμβας θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τους αρχάριους μαθητές. Νέο ψήφισμα με την οικονομική πλέον κάλυψη έχουμε και στις 27.9.1939.
Έτσι γύρω στον Οκτώβριο του 1839 βλέπουμε να ανοίγει το σχολείο στην οικία του Α. Σαρατζόπουλου με ενοίκιο 50 δραχμές τον μήνα. Πιο μετά, μετακόμισε στο οίκημα της Γιαννούλας Παπαβασιλείου με ενοίκιο 70 δραχμές. Στα 1840 διορίστηκαν ακόμα δύο δάσκαλοι, ο Δημήτριος Δεσποτόπουλος, μαθηματικός και Νεοκλής Παπάζογλου, της γαλλικής. Μάλλον θα ήταν καθηγητές στην Σχολή των Ευελπίδων που έκαναν παραπάνω μαθήματα και στα υπόλοιπα πειραϊκά σχολεία.

ΠΡΩΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: 
Δίφυλλο έντυπο διαστάσεων 30Χ21. Γραμμένες οι τρεις σελίδες του. Η επιτροπή επισκέφτηκε τα δύο σχολεία αρρένων - θηλέων και έμεινε ικανοποιημένη από την απόδοση των δασκάλων. Το υλικό στα σχολεία είναι επαρκές και οι τυχόν ελλείψεις θα καλυφθούν σύντομα. Όμως ανάγκη είναι να χτιστούν από την αρχή νέα σχολεία που να πληρούν τις προϋποθέσεις της εκπαίδευσης, ειδικά αφού αυξάνεται ο πληθυσμός. Επίσης πρέπει να διοριστούν δάσκαλοι για την ελληνική και γαλλική γλώσσα. Χρήσιμος είναι και ένας κλητήρας για τις βοηθητικές και ελεγκτικές εργασίες. Το «ιδιαίτερον», δηλαδή το ιδιωτικό σχολείο του Βάμβα είναι προσωρινό και οφείλει ο δήμος να αναγείρει ένα νέο καλώς οργανωμένο Ελληνικό Σχολείο. 
Με την ύπαρξή του οι οικογένειες θα παραμένουν στον Πειραιά και το όφελος της πόλης θα είναι μεγάλο.

Ηλίας Χριστοφίδης. 1793 - ;. Μετά από πολλές περιπέτειες στην ζωή του, αφού εξάσκησε διάφορα επαγγέλματα, κατόπιν έντονης εθνικής δράσης έγινε εκπαιδευτικός, πρώτος δάσκαλος Πειραιά, ίδρυσε το πρώτο τυπογραφείο του Πειραιά (1838) και εξέδωσε το πρώτο περιοδικό του με την ονομασία Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ (1839). Ήταν καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων που έδρευε στον Πειραιά. Τιμηθείς για τις υπηρεσίες του, τού απονεμήθηκε ο βαθμός του φροντιστή Β΄ και μετά (1848) Α΄ τάξεως του Πολεμικού Ναυτικού (αποστρατεύτηκε στα 1856). Για αυτό ο φακός τον απαθανάτισε να φοράει στρατιωτική στολή.

Πράξις της επιτροπής των Δημοτικών Σχολείων του Πειραιώς.
Εν Πειραιεί 5 Σεπτεμβρίου 1839.

Η επιτροπή επισκεφθείσα αύθις μετά προσοχής κατά την αρξαμένην ήδη ενιαύσιον περίοδον των Μαθημάτων, τα δύο υπάρχοντα Δημοτικά Σχολεία της πόλεως των αρρένων και των κορασίων, προ πάντων εκφράζει την ευχαρίστησίν της, διά τον ζήλον τούτε Δημοδιδασκάλου Κυρίου Ηλία Χρηστοφίδη και της Δημοδιδασκαλούσης Κυρίας Μαρούκας Λαγουδάκη, πληροφορουμένη ότι αμφότεροι προσπαθούν μετά ζήλου περί της καλής αγωγής και εκπαιδεύσεως της ενεμπιστευθείσης εις αυτούς νεολαίας.
Προσέτι καθόσον αφορά το υλικόν των Σχολείων, ταύτα είναι αρκετά καλά προμηθευμένα αφ’ όσα είναι απόλύτως αναγκαία. Μικραί τινές ελλείψεις, οποίαι εμφαίνονται εις την προς την επιτροπήν από 22 Ιουνίου παρελθόντος αναφοράν της Δημοδιδασκάλου κυρίας Μαρούκας, και περί όσων τοιούτων προφορικώς ανέφερε προς αυτήν ο Κύριος Ηλίας Χρηστοφίδης, αύτες εν μέρει ανεπληρώθησαν ήδη παρά της Δημαρχίας, και αι λοιπαί εσυστήθησαν προς αυτήν και ελπίζεται όσον τάχιστα η αναπλήρωσις και τούτων.
Αλλ’ η επιτροπή δεν δύναται να θεωρήση τα Σχολεία ταύτα, ως άλλως ικανώς απηρτισμένα, καθότι στερούνται τινών ουσιωδώς αναγκαίων και έτι μάλλον αποκαταστηνομένων τοιούτων, διά τον αυξάνοντα πληθυσμόν των κατοίκων της πόλεως, είναι δε:
1ον. Η ανάγκη να αναγερθώσι δύο οικοδομές Δημοτικών Σχολείων, καταλλήλων προς τον σκοπόν τούτον, καθότι τα ενοικιαζόμενα ήδη επί τούτου οικήματα δεν έχουσι τα πλεονεκτήματα εκείνα όσα παρέχουσι τα επίτηδες οικοδομημένα και εκ τούτου προσβάλλεται η υγεία των μαθητευομένων και απαντά ουχ ήττον προσκόμματα η τακτική εκπαίδευσις αυτών, ποτέ μεν διά τα καύματα, ποτέ δε διά τους ανέμους και το ψύχος. Η ανάγκη αύτη θέλει φανή επαισθητοτέρα καθ’ όσον επαυξάνει των μαθητευομένων ο αριθμός.
2ον. Επειδή το Σχολείον των Κορασίων, είναι προσδιορισμένον να δίδη όλην την δυνατήν εκπαίδευσιν εις τα κοράσια, διά την έλλειψιν ανωτέρων διά το γυναικείον φύλον Σχολείων, είναι ανάγκη να εισαχθή εις αυτό διδάσκαλος διά να παραδίδη τουλάχιστον την ελληνικήν και Γαλλικήν, ώστε τα κοράσια να εξέρχωνται εφοδιασμένα με την γνώσιν τουλάχιστον αυτών των δύω αναγκαίων γλωσσών.
Η Δημοτική αρχή πρέπει να προσπαθήση παντοιοτρόπως να προμηθεύση τα προς επίτευξιν τούτου αναγκαία μέσα.
3ον. Δι’ όλα τα Δημοτικά Σχολεία είναι αναγκαίος ένας Κοσμήτωρ (ευταξίας) άνθρωπος με ηλικίαν και χρηστότητα, πατήρ προ πάντων οικογενείας, όστις σταθερώς να εκπληρή το χρέος του, μένων υπό τας αμέσους διαταγάς της επιτροπής των Σχολείων, διά να εκτελή όσα αναγκαιούν προς ευκολίαν των περαιτέρω εργασιών της τε επιτροπής και των Δημοδιδασκάλων, οίτινες δεν δύνανται ως εκ του επαγγέλματος εκείνων και ως εκ των καθηκόντων τούτων να ενεργώσι πολλάς δευτέρου λόγου και υλικάς κυρίως εργασίας· η ωφέλεια εκ τοιούτου υπαλλήλου είναι αρκετά εγνωσμένη και είναι περιττόν ν’ αναφέρη τις πλειότερα.
4ον. Η σύστασις τακτικώς ως καλώς διοργανισμένου ελληνικού Σχολείου μ’ ένα προς το παρόν καλόν διδάσκαλον και έτερον βοηθόν αυτού αποκαθίσταται ήδη διά την πόλιν ταύτην εκ των απαραιτήτως αναγκαίων· τα εξερχόμενα από το Δημοτικόν των αρρένων τέκνα, αν δε μεταβαίνωσιν ευθύς εις έν τοιούτον Σχολείον, αποβαίνει ματαία και ανωφελής δι’ αυτά η αποκτηθείσα εκπαίδευσις εις το αλληλοδιδακτικόν Σχολείον, καθώς εκεί μόνον τας αρχάς της Ελληνικής Γραμματικής διδάσκονται· τούτο ηστάνθη ήδη η Δημοτική αρχή και διά τούτο εμεταχειρίσθη προσωρινόν τι μέτρον, παραπέμπουσα αυτή εις το ιδιαίτερον Σχολείον του Κυρίου Ιωάννου Βάμβα· αλλά το μέτρον τούτο είναι όντως προσωρινόν και υπαγόρευμα ανάγκης, όθεν πρέπει να γίνη φροντίς, χωρίς αναβολήν, να συστηθή τοιούτον ελληνικόν Σχολείον καλώς διωργανισμένου, έχουσα πάντοτε προ οφθαλμών την βαθμηδόν αυτού επί το τελειότερον ανάπτυξιν· συγχρόνως πρέπει να είναι υπ’ όψιν της Δημοτικής αρχής να ανεγείρη, ευθύς οπού τα χρηματικά μέσα του Δήμου το συγχωρήσωσι, το αναγκαίον οικοδόμημα προς τον σκοπόν τούτον.
Την εγκαθίδρυσιν ελληνικού τοιούτου Σχολείου, δεν έχει λόγους ικανούς να εκφράση προς σύστασιν η επιτροπή, καθότι όχι μόνον είναι ανάγκη και χρέος αυτής διά την σπουδάζουσαν εις το αλληλοδιδακτικόν νεολαίαν αλλ’ είναι αναγκαίον διά τα προοδευμένα τέκνα πολλών οικογενειών, αίτινες άνευ τοιούτου σχολής αναγκάζονται να μετοικίζωσιν αλλαχού με πολλήν ζημίαν της πόλεως. Παρεκτός τούτου, υπάρχοντος σχολείου ελληνικού καλώς διωργανισμένου, οχί μόνον αι υπάρχουσαι οικογένειαι δεν μετοικίζουσιν, αλλά και άλλαι έξωθεν θέλουν προσέρχεσθαι ενταύθα, αίτινες διά την έλλειψιν Σχολείου δεν δύνανται να εκπληρώσουν  την επιθυμίαν των αυτήν· είναι δε περιττόν να είπη η επιτροπή, πόσον συντείνει διά την πρόοδον της αρτισυστάτου ταύτης πόλεως, η επαύξησις έξωθεν των οικογενειών, και ότι μέγα προς τούτο ελατήριον είναι η ύπαρξις καλώς διωργανισμένων σχολείων.
Προσγίνεται και άλλο συμφέρον εις την πόλιν, διότι τούτο θέλει ενθαρρύνει πολλάς οικογενείας να μεταβαίνωσιν ευκολώτερον από την πρωτεύουσαν ενταύθα, κατά τας θερμάς εποχάς του χρόνου, οπότε η διατριβή εις Πειραιά καταντά περισσοτέρα και και υγιεστέρα και προτιμητέα πάσης άλλης, ως γίνετα κατ’ έτος· και έτι μάλλον κατά το ενεστός και θέλει φυσικώ τω λόγω επαυξάνει με μεγάλην ωφέλειαν την πόλεως.
Ταύτα ενόμισεν αναγκαία η επιτροπή να διαγράψη εις τα πρακτικά της προς το παρόν και να τα συστήση ενθέρμως προς την Δημοτικής Αρχήν, ελπίζουσα ότι ο ζήλος τούτε προϊσταμένου και του αξιοτίμου συμβουλίου δεν θέλουν παραλείψουν τίποτε διά να φθάσουν εις τον ευγενή σκοπόν τού να βλέπωσι προοδεύοντα τα τέκνα των πολιτών κατά τε την ηθικήν και την ανάπτυξιν του λογικού και την επαύξησιν των γνώσεων αυτών προς καλόν της πόλεως και του έθνους· ούτω και η επιτροπή αύτη, ήτις δεν θέλει παραλείψει κανέν εκ των καθηκόντων της και τα οποία θέλει εκπληροί πάντοτε με την πλέον βαθείαν ευχαρίστησιν, θέλει ενθαρρύνεται και πολλαπλασιάζει τας ασθενείς δυνάμεις της διά να συντελή εις την πρόοδον του σκοπού διά τον οποίον η Δημοτική Αρχή ενόμισεν φιλοκάλως αναγκαίαν την σύστασιν και τον διορισμόν της.
Παραπέμπουσα η επιτροπή αντίγραφον της πράξεως ταύτης προς την Δημαρχίαν, παρακαλεί τον Πρόεδρον αυτής να συντάξη και διενεργήση τα δέοντα διά την πραγματοποίησιν των εμπεριεχομένων.
Η επιτροπή των Δημ. Σχολείων του Πειραιώς.
Κυριάκος Σερφιώτης
Άνθιμος Κουγιαυλής
Λουκάς Ράλλης
Σταμάτης Δοκός

Μαρούκα Λαγουδάκη, 1821-1896. Απόφοιτη της σχολής Χιλλ. Πρώτη δασκάλα του Πειραιά σε ηλικία 16 ετών. Δίδαξε από το 1837 έως το 1842, αποσύρθηκε όταν παντρεύτηκε τον Εμμανουήλ Περαντζάκη. Την διαδέχτηκε η Πολυτίμη Κούσκουρη. 

ΣΧΟΛΙΑ
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το άρθρο του Ιακώβου Δραγάτση «Οι πρώτοι διδάσκαλοι του Πειραιώς» στο «Φιλολογικόν, επιστημονικόν, χρονογραφικόν και ευθυμογραφικόν ΛΕΥΚΩΜΑ του έτους 1901.
 Έν Πειραιεί. Εκ του τυπογραφείου “Σφαίρας”. 1901» του Ηρακλέους Παπαμανώλη, σελίδες 48 και 52.  

 
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΓΓΡΑΦΟ:
Δίφυλλο διαστάσεων 28,8Χ20,5 γραμμένο στην πρώτη όψη. Πλούσιο υδατόσημο με τα αρχικά M.G
Ο διοικητής Αττικής μεταφέρει την είδηση ότι η κυβέρνηση δέχεται να διορίσει τον Γεώργιο Ιωάννη ως δάσκαλο του Ελληνικού Σχολείου και να τον μισθοδοτήσει με 200 δραχμές συνολικά. Ο δεύτερος δάσκαλος, ο Βάμβας θα εξακολουθεί να πληρώνεται. Το Σχολείο μόλις λειτουργήσει θα προικιστεί από βιβλία που θα προσφέρει η Δημόσια Βιβλιοθήκη.   

  

Αρ. Πρ. 5514                                                                         ελ. 25 8βρίου 1839
Δ. 3404.                                                                                     αρ. πρ. 786
Τη 22 8βρίου 1839
Αθήναι.

Βασίλειον της Ελλάδος

Ο
Διοικητής Αττικής
Προς τον Δήμαρχον Πειραιώς.

Ειδοποιείσθε, ότι η Α. Μ. επιθυμούσα να εμψυχώση την αρτισύστατον του Πειραιώς πόλιν, απεφάσισε να αναδεχθή δι’ έν έτος το ήμισυ της μισθοδοσίας ενός Έλληνος Διδασκάλου εις αυτήν, και διώρισεν ως τοιούτον τον Κύριον Γεώργιον Ιωάννην επί μισθώ διακοσίων δραχμών, ων 100 θέλει πληρώνει το Εκκλησιαστικόν Ταμείον, τας δε λοιπάς, ως εις πάσαν άλλην δαπάνην του Σχολείου και την προμήθειαν του Καταστήματος αυτού το Ταμείον του Δήμου σας, το οποίον, κατά την πρότασιν του Δημοτ. Συμβουλίου θέλει εξακολουθεί να πληρώνη και τον Β΄ Διδάσκαλον Βάμβαν.
Η Δημόσιος Βιβλιοθήκη θέλει προικίσει το κατάστημα τούτο με τα βιβλία, όσα ηδόθησαν και εις τα λοιπά του Κράτους Σχολεία. –
Φροντίσατε όθεν να παρασκευασθή αμέσως το Κατάστημα.

Ο Διοικητής
Κωνσταντίνος Αξιώτης.

Περί Ελληνικού Σχολείου                                                              Ο Γραμματεύς
Εις Πειραιά.                                                                                                                                     
                     

ΤΡΙΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ:
Χειρόγραφο του Ιωάννη Βάμβα προς την επιτροπή των δημοτικών σχολείων Πειραιά. Από τον Ιούνιο του 1839 είχε αναλάβει την λειτουργία του ανεπίσημου ελληνικού σχολείου, το οποίο ως συνέχεια του αλληλοδιδακτικού μάθαινε στα παιδιά καλλίτερη ανάγνωση (επίσημη τελετή ενάρξεως των μαθημάτων στο σπίτι του, την Κυριακή 9.7.1839). Ο Βάμβας αναφέρει ότι διορίστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1839 ως δεύτερος δάσκαλος στο κανονικό ελληνικό σχολείο. Όμως η διδασκαλία του διακόπηκε από τον πρώτο δάσκαλο (ήταν ο Γεώργιος Ιωάννης) με εντολή του δημάρχου, επειδή είχε κατηγορηθεί από δύο πατριώτες του Χιώτες ότι δεν κάνει καλά την δουλειά του. Έτσι μαθαίνουμε ότι είχε περάσει με επιτυχία τις εξετάσεις από την επιτροπή δασκάλων στο Ναύπλιο και την αντίστοιχη της Αθήνας η οποία και τον διόρισε σχολάρχη στην Σαντορίνη αλλά δεν πήγε για οικογενειακούς λόγους. Προτίμησε να διδάσκει στον Πειραιά όπου είχε σπίτι και ήταν δημότης. Έτσι ζητάει από την επιτροπή ή να τον δικαιώσει και να επιπλήξει τους δύο γονείς των ατίθασων, αμαθών παιδιών ή αν τον κρίνει αρνητικά, να τον απολύσει.
Ο μισθός του ήταν 40 δραχμές τον μήνα, χρήματα τα οποία εξασφαλίστηκαν μέσω του δήμου από τα περισσεύματα των εξόδων για την δενδροφύτευση και την μισθοδοσία του δημοτικού γιατρού που ακόμα δεν είχε προσληφθεί. Για συμπλήρωμα μπορούσε να λαμβάνει από κάθε εύπορο γονέα 2 δραχμές τον μήνα. 
Από τους φτωχούς, δεν θα έπαιρνε χρήματα.


Χειρόγραφο του Ιωάννη Βάμβα, πρώτου «σχολάρχη» Πειραιά. Μονόφυλλο, διαστάσεις 18,8Χ20,3. ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΝ ΤΑΞΕΩΣ/ 25 ΛΕΠΤΑ. Υδατόσημο με εθνόσημο και την ένδειξη: ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1838.


Προς την επιτροπήν των Δημοτικών Σχολείων Πειραιώς.

Την 20τήν εικοστήν παρελθόντος ανέλαβον κατά φυσικόν λόγον, ως δεύτερος διδάσκαλος, ή ως βοηθός [;] κλάσιν της κλίμακος αλλά μόλις έδωκα μάθημα, ενώ οι μαθηταί έγραφον την εξήγησιν, έρχεται ο Κύριος Διδάσκαλος και μου αφαιρεί ταύτην την κλάσιν, επί διαταγή του Κυρίου Δημάρχου και της επιτροπής.
Ζητώ μετά ταύτα τον λόγον ταύτης της αφαιρέσεως και μοι γίνεται η απάντησις ότι δύω συμπολίται μου, Χίοι, παρεπονέθησαν εναντίον της διδασκαλίας μου· απάντησις όχι αδιάφορος ως προς το φιλότιμόν μου, ως προς την εν Ναυπλίω, διά Β: διατάγματος, εξεταστικήν των διδασκάλων επιτροπήν, παρά τη οποία έδωκα τας εξετάσεις μου, και ως προς την εν Αθήναις επιτροπήν, ήτις έκλεξε και διώρισε τους καθ’ όλας τας επαρχίας του Κράτους Σχολάρχας, και ήτις με είχε προτείνειν, ως τοιούτον εις Θήραν, αλλά διά τας οικιακάς μου υποθέσεις απεποιήθην την πρότασιν ταύτην· διά ταύτα λοιπόν και επειδή η επιθυμία μου είναι να κοπιάσω, και το κατά δύναμιν, να ωφελήσω τον δήμον, του οποίου μέλος είμαι, παρακαλώ την επιτροπήν ταύτην, αφού πρώτον εξετάση την πρόοδον γενικώς όλων των μαθητών μου, όσους έλαβον από το αλληλοδιδακτικόν, τον Ιούνιον, πολύ ολίγον γνωρίζοντας την ανάγνωσιν, και αφού υποθέσει την φυσικήν εις παιδεία αμέλειαν, ή τους παραπονηθέντας να δικαιώση, εμέ δε ως ανωφελή να παύση ή επιπλήξασα την άκραν αμέλειαν των τέκνων των, να μου επιτρέψη την ειρημένην δευτέραν κλάσιν.

ο Διδάσκαλος Ι. Βάμβας
την 4 Δεκεμβρίου 1839.
Πειραιεύς.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: Αίτηση του δημοδιδάσκαλου Ηλία Χριστοφίδη προς την επιτροπή των Δημοτικών Σχολείων που απαριθμεί τις αναγκαίες προμήθειες σε έντυπα και υλικά για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων αρρένων και θηλέων.

Χειρόγραφο μονόφυλλο γραμμένο από τον Ηλία Χριστοφίδη, ύψος 28,5 εκ. και πλάτος περίπου 20 εκ.
    
Αρ. Π. 26.
Αρ. Δ. 15.

Προς τον Πρόεδρον και τα μέλη της επιτροπής των Δημοτικών Σχολείων Πειραιώς.

Ο επαρχιακός Δημοδιδάσκαλος Πειραιώς.

Εν Πειραιεί τη 18 Δεκεμβρίου 1839.

Επειδή και το έτος τούτο εις το τέλος του τρέχοντος μηνός τελευτά, και διά το νέον έτος έχομεν ανάγκην τα δύο Δημοτικά Σχολεία των αρρένων και κορασίων εκ των κατωτέρω αναποφεύκτως απαιτούμενων εντύπων κλπ εις αντικατάστασιν των εξοδευθέντων εις το παυθησόμενον έτος, παρακαλείσθε, κύριοι, να προτείνετε εις τον δήμαρχον Πειραιώς διά να εκδώση ένταλμα πληρωτέον παρά του Δημοτικού Εισπράκτορος δραχ. 44 και λεπτών 73 αντίτιμον των προμηθευθησομένων κατωτέρω αναγκαίων.
              
Σχολείον Αρρένων.
                                                                             Δρ.  λ. 
    1.  έν κατάστιχον γενικόν μαθητολόγιον                    1. 50
    1.  έν κατάστιχον προκύπτοντος προσελεύσεως [;]     3.  
108.  εκατόν οκτώ καταλόγους προσκλήσεως                 5. 40
  24.  εικοσιτέσσαρους μηνιαίους ελέγχους                    1. 20
  54.  ενκόλπια διάφορα πρωτοσχόλων                            54
100.  εκατόν φύλλα ευσήμων                                       3. 

[Στο πλάι των ποσοτήτων μια αγκύλη διευκρινίζει «έντυπα φύλλα»]

  10.  Δέκα μολυβδοκόνδυλα
  50.  Πεντήκοντα πτεροκόνδυλα                                  5.                                         
    4.  τέσσαρα καδέρνα χαρτί και
         μελάνι διά το γραφείον του διδασκάλου
                                                                         ---------------
                                                                            19. 64
                                                           
                                                                                   
Σχολείον Κορασίων
                                                                         Δρ.  λ.  
    2.  δύο κατάστιχα Γεν. μαθητολογίου το έν
         διά τα γράμματα το άλλο διά τα χειροτεχνήμ.     3. 
    1.  έν κατάστιχον προκύπτου προσελεύσεως [;]     3. 
187.  Καταλόγους προσελεύσεως, διά γραμ. και χειρ. 9. 35
  24.  εικοσιτέσσαρους Μην. ελέγχους                      1. 20
  54.  πεντήκοντατέσσαρα εγκόλπια                            54
100.  εκατόν φύλλα ευσήμων                                  3. 

[Στο πλάι των ποσοτήτων ισχύει η πρώτη αγκύλη που διευκρινίζει «έντυπα φύλλα»]

  10.  Δέκα μολυβδοκόνδυλα
  50.  Πεντήκοντα πτεροκόνδυλα                              5.                                         
    4.  Τέσσαρα καδέρνα χαρτί και
         μελάνι διά το γραφείον του διδασκάλου
                                                                     ---------------
                                                                         25. –9
                                          Το αντίκρυ άθροισμα   19. 64
                                                                     ---------------
                                                                         44.73

Παρακαλείσθε, κατ’ επανάληψιν, κύριοι, να γενή όσον τάχος η προμήθεια των ανωτέρω εκτεθέντων, διά να προδιαθέσωμεν την κατάστασιν των Σχολείων και εις εν τα αναφερομένων.
                                                                      Ο επ. δημοδιδ. Πειραιώς
                                                                          Ηλίας Χριστοφίδης.

ΣΧΟΛΙΑ
Κατάστιχο προκύπτου προσκλήσεως ή προσελεύσεως; Η καλλιγραφία της εποχής θέλει διευκρίνηση. Καδέρνα (;) κι αυτή λέξη που δεν κατανοώ. Ζητάω την συνδρομή εμπείρων διδασκάλων του συγχρόνου γένους...

ΠΕΜΠΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: Επιστολή του δημάρχου Κυριάκου Σερφιώτη προς την επιτροπή των δημοτικών σχολείων Πειραιώς. Ο μισθός του υποδιδάσκαλου στο Ελληνικό Σχολείο απορρίφθηκε από την βασιλική διοίκηση, έχει λάβει ήδη γνώση ο Ιωάννης Βάμβας.


αρ. πρ. 917.
δ. 169
τη 28. Xβρίου 1839
Πειραιεύς

Ο Δήμαρχος Πειραιώς
Προς τους Κ.ους επιτρόπους των Δημοτικών Σχολείων του Πειραιώς.

Σας ειδοποιούμεν Κύριοι ότι ο μισθός του εις το ενταύθα Ελλην. Σχολείον υποδιδασκάλου απερίφθη εις το εξής από την Β. Διοίκησιν· περί τούτο ειδοποιήθη ο εις τούτον διατελής Κ.ς Ιωάννης Βάμβας.
Ταύτα προς γνώσιν σας.
Ο Κύριος Λουκάς Ράλλης, μέλος της ρηθείσης επιτροπής, παρακαλείται να κοινοποιήση τα ανωτέρω και εις τα υπόλοιπα μέλη αυτής.
Ο Δήμαρχος
Κυριάκος Σερφιώτης.

ΣΧΟΛΙΑ
Η γραφή Χβρίου είναι καλλιτεχνική της εποχής. Εννοεί τον μήνα Δεκέμβριο.     





 

 

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Σπαράγματα από το πειραϊκό αρχείο του Γεωργίου Κρέμου.


                                                                                   Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο Γεώργιος Πανάγου Κρέμος γεννήθηκε στα 1839 και πέθανε τον Δεκέμβριο του 1926 «από επιπλοκές τραυμάτων που προήλθαν από θλάση του ποδιού». Καταγωγή, από το Στείρι Βοιωτίας. Μπήκε στην Ριζάριο Εκκλησιατική Σχολή και μετά στην Θεολογική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με κρατική υποτροφία σπούδασε στην Λειψία της Γερμανίας. Υπηρέτησε καθηγητής στο Βαρβάκειο και στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών.  
Έγινε Γυμνασιάρχης του εν Πειραιεί Α΄ Γυμνασίου, μετά διορίστηκε υφηγητής ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τέλος Γυμνασιάρχης στην Λαμία και στο Αίγιο. Παραιτήθηκε στα 1901. Διακρίθηκε σαν ιστορικός συγγραφέας, υπήρξε συνεκδότης (1874) της εφημερίδας ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ όπου δημοσίευσε πολλά ιστορικά άρθρα. Έγραψε αρκετά βιβλία. Έζησε στην Καλλιθέα τα πρώτα χρόνια της δημουργίας της όπου και υπάρχει οδός στο όνομά του (και στα Άνω Πατήσια).  
Γυμνασιάρχη Πειραιώς ο Κρέμος (στα 1876 το Γυμνάσιο είχε μεταστεγασθεί από την οικία του Στέφανου Ράλλη της πλατείας Κοραή απέναντι, στο νέο κτήριο όπου στην θέση του έχει ανεγερθεί το σημερινό δημαρχείο), σύμφωνα με την μελέτη για την πειραϊκή παιδεία του Αντωνίου Μαρμαρινού, διατέλεσε από τις 1.9.1880 έως τα μέσα Δεκεμβρίου 1880 και από 6.4.1882 έως 12.9.1884. Έτσι με την ιδιότητα ως «βιβλιοφύλαξ» τον βρίσκουμε να συντάσσει έκθεση με ημερομηνία 14.1.1882 για την κατάσταση της δημοτικής μας βιβλιοθήκης και στις 24 Ιουνίου 1884 να μιλάει - μετά τον αγιασμό - στην θεμελίωση του Δημοτικού Θεάτρου. Στην εργασία του για την ρωμαϊκή ιστορία, ο Ιάκωβος Δραγάτσης κυκλοφόρησε το φυλλάδιο «Γεώργιος Π. Κρέμος. Ο ιστορικός. Εν τη της ρωμαϊκής ιστορίας κρίσει. Εν Πειραιεί. 1885. 
Εκ του τυπογραφείου της ΠΡΟΝΟΙΑΣ» όπου σε 18 σελίδες φανερώνει τις προσωπικές τους διαφορές και την αντίθεσή τους σε ιστορικά θέματα.
Όσοι έχουν πρόσβαση στα παλιά έντυπα, περιοδικά κι εφημερίδες της εποχής του, θα μπορούν να δουν πολλά δημοσιεύματά του.  
Κείμενά του επίσης βλέπουμε στο περιοδικό ΑΠΟΛΛΩΝ (1883-1892) του τυφλού - ήταν βοηθός καθηγητού - «εξ αυτομάτου αναφλέξεως συσκευής τινός εν τω χημείω .. και εξ αναβρασμού των εν αυτή οξέων» Δημητρίου Σακελλαρόπουλου.
Ευνόητο είναι ότι θα είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη και ένα πλούσιο προσωπικό αρχείο.
Ένα ελάχιστο τμήμα του που φαίνεται να αναφέρονταν στον Πειραιά, το οποίο μπορεί να ήταν αρκετά μεγαλύτερο αλλά ποιος ξέρει πόσο διασώθηκε και πού αλλού να βρίσκονται κατάλοιπά του, κατέλειξε στην κατοχή του Γιάννη Χατζημανωλάκη ο οποίος ευχαρίστως μου διέθεσε για να το μελετήσω.
Ο Χατζημανωλάκης στο βιβλίο του για τους δημάρχους του νεότερου Πειραιά, χρησιμοποιεί στοιχεία του φακέλου οπότε στην σελ. 44 αναφέρει σε σημείωση: «Ιστορικόν Αρχείον Γ. Κρέμου» (που παραχωρήθηκε ευγενώς από τον Ιωάν. Α. Μελετόπουλο στον συγγραφέα του βιβλίου). Ανέκδοτες σημειώσεις.
Είχα λοιπόν την τιμή - ένας από τους λίγους -  να αγγίξω, να διαβάσω αυθεντικά χειρόγραφα του Πειραιά επί δημαρχίας Κυριάκου Σερφιώτη και πρωτότυπα γραπτά του Κρέμου με στοιχεία παρμένα από τα δημοτικά έγγραφα που ερεύνησε. Κείμενα που είδαν ο Μελετόπουλος, ο Χατζημανωλάκης και μετά εγώ... 
Πρόκειται για έναν ντοσιέ που αποτελείται από μικρές υποδιαιρέσεις με διπλωμένα φύλλα χαρτιού που μέσα τους περιέχουν έγγραφα, σε επί μέρους θέματα αφορώντα στα πρώτα χρόνια της νεότερης πειραϊκής ιστορίας.
Δεν γνωρίζω αν αυτές οι σημειώσεις τυπώθηκαν κάποτε σε περιοδικό ή εφημερίδα, στάθηκαν αφορμή να χρησιμοποιηθούν σε μία διάλεξη, συνέθεσαν ένα ευρύτερο κείμενο ή αποτέλεσαν πηγή για ένα βιβλίο, πράγμα δύσκολο για την τελευταία υπόθεση αφού θα γνωρίζαμε αν κυκλοφόρησε κάτι τέτοιο. Το ευχάριστο είναι ότι στο σύγχρονο μέσο επικοινωνίας που διαθέτουμε, το διαδίκτυο, παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
Γραμμένα καλλιγραφικά με το χέρι, με άνεση ή βιαστικά, κάποια ευανάγνωστα ή ανάλογα με τον γραφικό χαρακτήρα των συντακτών τους (όχι μόνο του Κρέμου) λιγότερο ή περισσότερο δυσκολοδιάβαστα, τα χειρόγραφα έχουν σβησίματα, πολλές διορθώσεις, παραπομπές, συμπληρώσεις στα πλάγια. Ευτυχώς που η ματιά μου απέκτησε την σχετική εμπειρία και μπορεί πλέον να διακρίνει τις λέξεις, αν και ομολογώ μερικές με δυσκόλεψαν πολύ. 
Επόμενες αναρτήσεις μου θα αντλούν θέματα από τους εν λόγω φάκελους.  Αντιγράφω ένα μέρος τους αρχίζοντας από ένα εύκολο στην ανάγνωση κείμενο.

Από τους διάφορους τυπωμένους επώνυμους χάρτες των πορτολάνων ή των βιβλίων για τον λιμένα του Πειραιά που κυκλοφορούσαν στον 18ο αιώνα, την επόμενη εποχή του 19ου που δεν υπήρχαν ούτε φωτογραφίες, ούτε φωτοτυπίες, ούτε σάρωση, οι ενδιαφερόμενοι, είτε δημόσιοι φορείς ήταν είτε ερευνητές, είχαν υπομονετικούς σχεδιαστές για να αντιγράφουν και να αναπαριστούν τον πειραϊκό χώρο. Τα αντίγραφα αυτά στην ίδια παλαιά ποιότητα χαρτιού, με την πένα, το σκαρίφημα, τις λέξεις, τις γιρλάντες στην επεξήγηση, έχουν με την σειρά τους παρόμοια αξία, ίσως και μεγαλύτερη αφού είναι μοναδικά.. Εδώ μία πιστή ελληνική απόδοση ενός κλασικού μοτίβου, ο χάρτης του Joseph Roux του 1764, που βελτίωσε ο Jacques - Nicolas Belin το 1771 (Plan du Port Pirée ou Port Lyon de la ville dAthènes, διαστάσεις 20Χ15 εκ. σε φύλλο 23,5Χ17 εκ.) και προσαύξησε o Richard Chandler το 1776...

Ζ΄ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ [Αποτελείται από οκτώ φύλλα γραμμένα στην μία όψη τους]

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ [δίπλα, η λέξη (αρχαιοκαπηλία) σε παρένθεση έχει παραγραφεί..]

Η κλοπή των αρχαιοτήτων της Ελλάδος ην κοινόν τι χρήμα παρ’ άπασι τοις δυτικοίς Ευρωπαίοις. Όστις δεν ήλθεν εις Ελλάδα μόνον εκείνος εξ αυτών δεν έκλεψέ τι. Οι Ενετοί δε μάλιστα εγένοντο οι ποδηγέται εν τη Εσπερία των τοιούτων ληστών.
Αλλ’ έτι μάλλον πλουσιωτέρας αφορμάς προς λήστευσιν των ελληνικών αρχαιοτήτων έδωκαν άμα τη απελευθερώσει της Ελλάδος αυτοί οι Έλληνες, τυμβωρυχούντες, κτίζοντες οικίας, ανοίγοντες παλαιά φρέατα, καθαρίζοντες λιμένας, ή όπως άλλως ανευρίσκοντες τας εν τοις κόλποις της γης κεκαλυμμένας γεραράς αρχαιότητας.
Η αισχροκέρδια υπεξέκαυσεν ούτω τον ζήλον πολλών Ελλήνων, ώστε και άνδρες επιστήμονες εγένοντο επίσημοι αρχαιοκάπηλοι εν αυταίς ταις Αθήναις, ένθα διατελούσι ληστεύοντες την αυτών πατρίδα. Ούτω δε οι λησταί Ευρωπαίοι συνδεδεμένοι μετά των ληστών Ελλήνων απογυμνιώσιν οσημέραι την άμοιρον Ελλάδα της πατρίου αυτής κληρονομίας.
Αι Αθήναι δε μάλιστα και ο Πειραιεύς υπήρξαν η πλουσιωτάτη λεία των αρχαιοκαπήλων. Ο Πειραιεύς, όστις τω 1687, ως είρηται, είδε τον μεγαλοπρεπή του μεγίστου αυτού λιμένος φύλακα, τον άλκιμον λέοντα εκ του Αλκίμου απαγόμενου, άμα δήμος γενόμενος είδε και τους αρχαιοκαπήλους ιδρυομένους εν αυτώ. Τη 26 Δεκεμβρίου 1835 Γεώργιος Παπαδόπουλος κατεμήνυσε τον Γεώργιον Κανελλάν Χίον ότι κλέψας επιτύμβιόν 2 τι ανάγλυφον εκ της οικίας αυτού πωλήσας μετακομίσας εν κοφίνω πλήρει λαχάνων εις το εν Πειραιεί ελλιμενισμένη φρεγάτα Μαδαγασκάρη.
Γενομένων δ’ ανακρίσεων, τη αυτή ημέρα, εμαρτύρησαν κατά του καταμηνυθέντος ότι πραγματικώς επωλήθη η αρχαιότης, ο μηνυτής, ο Γεώργιος Κορνέζης και ο Παντελής Μαύρος. Τη δε 13 Ιανουαρίου 1836 
ο εισαγγελεύς των πρωτοδικών εφιστά την προσοχήν του δημάρχου γράφων «το έγκλημα τούτο εκτός ότι προβλέπεται από το άρθρο 70ον του ποινικού νόμου, συναισθάνεσθε, κύριε δήμαρχε, πόσον αξιόμεμπτον είναι εις την αναγεννωμένην πατρίδα μας». Αλλ’ είτε ο Κανελλάς φοβηθείς έλαβε πάλιν εκ του αγγλικού πλοίου την αρχαιότητα είτε αντικατάστασίς τις εγένετο, αι ανακρίσεις διεκόπησαν: διότι τη μεν 16 Ιανουαρίου ο δήμαρχος απήτησε παρά του αστυνόμου το αποτέλεσμα των ανακρίσεων· τη δε 17 την εν τω οικία του Κανελλά αρχαιότητα, περί ης αι ανακρίσεις εγένοντο· τη αυτή δ’ ημέρα ο αστυνόμος αποστέλλει «ότι το άγαλμα υπάρχη το ίδιον, το οποίον ευρίσκεται εις την οικίαν του Γεωργίου Κανελλά και όχι ότι εδόθη εις την αγγλικήν φεργάδα η Πόρτλη...». Τη δε 18 λαβών διά του γραμματέως της αστυνομίας Ν. Σ. Ραυτοπούλου την αρχαιότητα ο δήμαρχος, ήγγελε τούτο τη αυτή --- προς τον εισαγγελέα. Τοιαύτη η διαδικασία: [στο πλάι: «Πού δε κατετέθη η αρχαιότης; Σώζεται; άδηλον. Τη 7 δε Σεπτεμβρίου διετάχθη υπό του δημάρχου ο αστυνόμος να απολύση τον Κανελλάν εκ της φυλακής· συγχρόνως δε απήτησε και το αποτέλεσμα των ανακρίσεων γενομένων ένεκα καταγγελίας του αυτού Κανελλά κατά του ειρημένου μηνυτού Παπαδοπούλου. Δια τι κατεμηνύθη ο Παπαδόπουλος ως συκοφάντης; ύστερον μετά τόσον χρόνον;»] Αλλ’ οποία δε τις ην η αρχαιότης ταύτη; ο μεν μηνυτής περιγράφει αυτήν ώ δέ πως: «Προ τινος καιρού ηγόρασα μίαν αρχαιότητα παρ’ ενός γεωργού, την οποίαν εφύλαττον εις την οικίαν μου μέχρις ότου συστηθή ο δήμος ούτος διά να την προσφέρω· εσύγκειτο δε αύτη εξ ενός ανδρός καθημένου επί έδρας κρατούντος 3 εις χείρας του βιβλίον· αφ’ ενός ετέρου κρατούντος αυτόν από την χείρα δύο νεανίσκων ενός άρρενος και ενός θήλεως ισταμένων, και επ’ αυτών όλων εις είδος κορώνας. Η αρχαιότης αύτη, κύριε δήμαρχε, εάν και εφθαρμένη ήτον από την πολυκαιρίαν, ήτο όμως εύληπτος και λαμπροτάτη..». Ο δε μηνυθείς ουτωσί: «Ποίου είδους ήτον αυτό το άγαλμα; Μαρμαρένιον έχον επάνω του έναν άνδρα και κρατεί τι, από το άλλο κρατείται αυτός από το χέρι, και δυό παιδιά, και νομίζω ότι το ένα είναι αρσενικόν και το άλλο θηλυκόν, και από πάνω αυτών είναι ωσάν κορνίζα με γράμματα και κρατώνται όλοι από τα χέρια». Αλλά τι εγένετο το ανάγλυφον; άδηλον [η λέξη είναι σβησμένη και ένας σταυρός παραπέμπει σε κείμενο στο πλάι: Μέχρι τη 22 Μαΐου 1837 έκειτο εν τω καταστήματι της δημαρχίας, ως δήλον εκ της αιτήσεως του Γεωργίου Παπαδοπούλου ταύτης: «το άγαλμα το ανάγλυπτον, το αρχαίον, φέρον επιγραφήν: Νεόφρων Ονόμαντος κλπ όπερ παρεδόθη εις τας δημοτικάς αρχάς πορά τω Ζεωρζή Κανελλά και φυλάττεται εις το δημαρχείον, διομολογείται ότι είναι εμού ιδιοκτησία αναφαίρετος. Παρακαλώ λοιπόν να μοι επιστραφεί». Ο δε δήμαρχος ηρώτησε τον διοικητήν τη α΄ Οκτωβρίου περί του πρακτέου, βεβαιών ότι η αρχαιότης είναι η αυτή αύτη η δήθεν υπό του Γεωργίου Κανελλά εν τω πλοίω Μαδαγασκάρ πωληθείσα κατά την μήνυσιν του κατόχου αυτής Γεωργίου Παπαδοπούλου Λευκαδίτου. Ο δε διοικητής επιστείλων τω δημάρχω τη 20 Οκτωβρίου συν τοις άλλοις και το έγγραφον του εφόρου των αρχαιοτήτων «η αρχαιότης αύτη θέλει μείνη παρ’ υμών έως ου ίδη αυτήν και γνωμοδοτήση συμφώνως με τον παράγραφον γον του άρθρου 80 των αρχαιοτήτων νόμον». Ταύτα δ’ ανήγγειλεν ο δήμαρχος τω κατόχω της αρχαιότητος Γεωργίω Παπαδοπούλω].
Τη 28 δ’ Ιανουαρίου αγγέλλει ο αστυνόμος [παραπλεύρως γράφει το όνομά του «Γεώργιος Λαμπρυνίδης»] τω δημάρχω ότι τινές είχον κεκαλυμμένας αρχαιότητας εν τινι αγρώ, ίνα, τυχούσης ευκαιρίας, πωλήσωσι και ότι μία ήδη επωλήθη εις πλοίόν τι των ξένων δυνάμεων. Ταύτα γνωρίζει τη επομένη ο δήμαρχος τω εισαγγελεί των πρωτοδικών, εξαιτούμενος τι ποιητέον· ο δε τη 6 Φεβρουαρίου επιτρέπει να πράξη ό,τι δυνατόν ο δήμαρχος προς ανακάλυψιν των κεκαλυμμένων αρχαιοτήτων· αλλά μη λαβόντως τω δημάρχω το έγγραφον, και τη 17 και πάλιν γράψαντι επιστέλλει τη 20 όσα και τη 6 έγραφεν, άπερ τη 22 αγγέλει ο δήμαρχος προς τον αστυνόμον, όστις τη 29 επιστέλλει ότι τας αρχαιότητας, καίπερ ερευνήσας, δεν εύρεν· ότι, ως έμαθεν, έκειντο εν τω του Βώκου κήπω [στο πλάι «εν ω μία έτι έκειτο, κατά τον Πιττάκην, ην όμως δεν ηδυνήθη να ίδη»] και ότι παρέλαβεν αυτάς ο έφορος των αρχαιοτήτων Πιττάκης. Αλλ’ ει ταύτα αληθή και οποίαι ήσαν αι αρχαιότητες άδηλον.
Τη δ’ 7 Απριλίου ο έπαρχος εφιστά την προσο 4 χήν του δημάρχου, ίνα μη εντειχίζωνται ή άλλως βλάπτωνται αι αρχαιότητες. Αλλ’ ει περ τι υπέρ των αρχαιοτήτων εγένετο, άδηλον.
Τη δε 13 του αυτού αγγέλλει τω δημάρχω ο αυτός αστυνόμος ότι, αυτός, Λάμπρου Λουκάκου Κρητός φιλοτίμως μηνύσαντος ότι εύρεν εν τω αυτού κήπω τινάς αρχαιότητας, ιδών αυτάς κατέλιπεν υπό την επιτήρησιν του αυτού Λουκάκου. Αλλά τι και αύται εγένοντο και οποίαι ήσαν, άδηλον.
Τη δε 8 Μαΐου ο αγαθός Ιωάννης Βαρλόσης ήγγειλε τω δημάρχω ότι κτίζων οικίαν εύρεν αρχαιότητά τινα. Αλλά οποία ήν και τι εγένετο, άδηλον.
Τη δε 14 του αυτού υπεραπολογείται παρά τω επάρχω αυτός ο δήμαρχος καταγγελθείς (;) προς τον έφορον των αρχαιοτήτων Πιττάκην ότι ενετείχισεν εν τω κτιζομένη εκκλησία της αγίας Τριάδος «λίθους αρχαιοτήτων», εξαιτούμενος και το όνομα του ψευδούς καταγγέλοντος. Αλλ’ ει μετεχειρίσθη τοιούτους λίθους και ή ου, και οποίοι ήσαν, άδηλον.
Τη δε 4 Ιουνίου 1836 διετάχθη ο εθνοφύλαξ Δημήτριος Τζιτζίνιας να παραλάβη δύο σαρκοφάγους κειμένους εν τω κήπω Δαμιανού και Βώκου. Αλλά πού ετέθησαν και ούτοι και οποίοι, άδηλον.
Τη δ’ 6 του αυτού προσεκλήθη ο έφορος Κ. Σ. Πιττάκης να ίδη τους εν τη οδώ Αθηνάς εξαγομένους τετραγώνους και παραχωρήση εις την κτιζομένην εκκλησίαν. Αλλά τι εγένετο, άδηλον.
Τη δε 19 Αυγούστου ο αστυνόμος ήγγειλε τω δημάρχω ότι δύο αρχαιότητες κείμεναι εν τω παρά την λίμνην ναώ εκλάπησαν, ως επίστευε, παρά τινα Ευστρατίου. Περί της αυτής δε κλοπής τη 21 του αυτού προσεκάλεσεν ο διοικητής Αττικής 5 τον δήμαρχον, ίνα ποιήση ακριβείς εξετάσεις προς ανακάλυψιν και διάσωσιν αυτών. Τη 28 αυτού ο αστυνόμος Γεώργιος Λαμπρυνίδης, αγγέλλει τω δημάρχω ότι οι κλέπται αυτών Ευστράτιος Κυριακίδης και Γεώργιος Καρομφίλης ανακαλυφθέντες κατηγγέλθησαν, έπεμψε τας κλαπείσας αρχαιότητας διά του εθνοφύλακος Γεωργίου Μανίτη.
Τη δε 25 του αυτού προσκαλεί αύθις τον δήμαρχον ο διοικητής ίνα φροντίση ένθεν μεν περί διαφυλάξεως των ευρισκομένων εν ταις προς επίχωσιν του προχώματος γινομέναις σκαφαίς λίθων αρχαιοτήτων και αγαλμάτων· ένθεν δε περί ανακαλύψεως και παραλαβής δύο «σημαντικής αξίας» αγαλμάτων κλαπέντων.                                     
Τη α΄ Ιουλίου 1836 ο διοικητής Αττικής εκοινοποίησεν έγγραφον της επί των εκκλησιαστικών γραμματείας, δι’ ου επί τη προτάσει του εφόρου των αρχαιοτήτων Ρόσση παρεχώρει δύο απλαί πλάκες σαρκοφάγων «προς χρήσιν των οικοδομηθησομένων εις Πειραιά δημοσίων βρύσεων, τας ευρισκομένας εις τον κήπον του Δαμιανού και Βώκου και ανηκούσας εις το μουσείον» επί τη ελπίδι «ότι η δημαρχία Πειραιώς θέλει φιλοτιμηθή να εκπληρώση διά συνεχούς αγρυπνίας εις την διατήρησιν τόσον των υπαρχουσών εις Πειραιά αρχαιοτήτων, όσον των καθ’ εκάστην ανευρισκομένων.
[Συμπλήρωμα στο πλάι: «Τη δε 18 Απριλίου 1838, αιτούντος του Βώκου αποζημίωσιν, ο δήμαρχος εξητείτο ίνα η διοίκησις επιστείλη αυτώ τα δέοντα. Η δε διοίκησις επομένη τω της 21 Ιουλίου 1834 νόμω επιστέλλει ότι η απαίτησις του Δαμιανού και Βώκου ην «παράλογος»]
Επειδή τα κατά την νέαν οδόν του Πειραιώς μακρά τείχη εβλάπτοντο καθ’ ημέραν και λίθοι αυτών αφηρούντο, η γραμματεία προσεκάλεσε τη 10 Φεβρουαρίου 1837 τον διοικητήν, ούτος δε τον δήμαρχον αυθημερόν καθιστώντα αυτόν υπεύθυνον ίνα φροντίση περί της σωτηρίας των τειχών, διότι έν μερος δε αυτών έμελλε να διατηρηθή, του δε υπολοίπου οι λίθοι να χρησιμεύσωσιν εις την κατασκευήν της προκυμαίας. Τη δε 13 του αυτού, καταγγέλλει ο αρχιτέκτων Ερνέστος Λαυρεντίου προς τον δήμαρχον, ότι οι κτίστες ανασκάπτοντες αρχαίους μεγάλους λίθους συντρίβουσι προς ιδιωτικών οικιών την οικοδομήν, ενώ ηδύναντο να χρησιμοποιήσωσιν εις την κατασκευήν της προκυμαίας.
Τη δε 14 του αυτού προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τον αστυνόμον, του αρχιτέκτονος Λαυρεντίου μηνύσαντος, ίνα μη οι κτίσται συντρίβωσι τους αρχαίους λίθους.           
Τη δε 18 εγνωστοποίησε προς τους κατοίκους το της 10 έγγραφον της γραμματείας απειλών ποινάς και δίκην τοις παραβάταις.
6 Ουχ ήττον η καταστροφή των αρχαιοτήτων προύβαινε· διό τη 7 και 16 Ιουνίου 1837 έγραφεν η διοίκησις αιτήσει του εφόρου του κεντρικού μουσείου προς τον δήμαρχον «πρώτον να προσέχητε τόσον υμείς όσον και η αστυνομία του Πειραιώς εις την διατήρησιν των αρχαιοτήτων· δεύτερον να συννενοηθήτε εντός της ενεστώσης εβδομάδος με τον έφορον του κεντρικού μουσείου διά να προσδιορισθώσι τα λατομεία και να καταδιώκητε εις το αρμόδιον δικαστήριον όσους ήθελον λάβει πέτρας αφ’ ετέρων μερών εκτός των προσδιωρισμένων»  


Σπάνιο αρχιτεκτονικό σχέδιο με την ένδειξη «Εν Πειραιεί» και την υπογραφή «Λορέντζεν/ αρχιτέκτων». Ύψος 20,8 Χ 17,5 πλάτος. Η κλίμακα υπολογίστηκε με τον βασιλικό πήχη. Ανήκει στην συλλογή μου. Ο Ernst Hermann Ludwig Lorenzen, 1810 – 1869, γνωστός ως Λορέντζος, ήταν για μία δεκαετία ο «Βασιλικός Αρχιτέκτων της πόλεως του Πειραιώς». Περί αυτού αναφέρθηκα σε άλλο άρθρο μου. Είχε εκφράσει την επιθυμία να του παραχωρηθεί οικόπεδο «εκ πήχεων 600» στον «Χιακό Δήμο του Πειραιώς».   

1838

Τη 25 Φεβρουαρίου 1838 προσεκλήθη ο δήμαρχος ίνα εκδώση αυστηράς διαταγάς κατά τον νόμον (10 Μαΐου 1834) κατά των βλαπτόντων τα αρχαία μνημεία μηδέ επιτραπή μηδενί να «οικοδομή επί εδάφους, όπου ήθελον υπάρχει αρχαία ερείπια», όπερ ο δήμαρχος έπραξε τη 8 Μαρτίου. Αλλ’ επειδή ο έφορος των αρχαιοτήτων Κ. Σ. Πιττάκης κατήγγειλε τον δήμαρχον ως «φθορέα των αρχαιοτήτων», ούτος τη α΄Απριλίου αιτιολογούμενος δια μακρού δεν αρνείτε μεν ότι βλάπτονται παρ’ «ανιδέων της τιμής των λειψάνων», αλλ’ «ούτ’ ημελήσαμεν, λέγει, ούτ’ αμελούμεν».
Τη 22 Μαρτίου εξητείτο παρά της διοικήσεως, ίνα ο αρχιτέκτων δω τω δήμω ας ανακαλυφθείσας αρχαιότητας κατείχεν, ίνα τεθώσιν εν μουσείω «προς στολισμόν του δήμου». Τη δ’ αυτή, έγραφεν προς τον αρχιτέκτονα να διαφυλάξη παρ’ εαυτώ έως ου επιστείλη η διοίκησις.           
Τη δε 20 Απριλίου εξητείτο ο δήμαρχος παρά της διοικήσεως γνώμην περί τοποθετήσεως των αρχαιοτήτων, όπως απαλλαγή των μομφών του εφόρου Πιττάκη αείποτε μεμφομένου τον δήμαρχον επί αμελεία των αρχαιοτήτων.
  
 7 Αρχαιολογία.

Τούτου δε ίσως ένεκα τη 26 Μαΐου 1838 κατά διαταγήν της επί των εκκλησιαστικών γραμματείας προσεκλήθη ο δήμαρχος ίνα παραδώση τας εν τω δημαρχείω αποκειμένας αρχαιότητας «αι οποίαι θέλουσι παρακατατεθή εις το κεντρικόν μουσείον μέχρις ότου τύχητε άξιον διά την διατήρησιν αυτών μέρος». Αλλά τη 22 Ιουλίου προσεκλαίετο ο δήμαρχος ότι ούπω έλαβεν ο έφορος τας αρχαιότητας. Τη δε 20 Σεπτεμβρίου αγγέλλει τω διοικητή ο δήμαρχος ότι παρέλαβεν ο έφορος 38 κομμάτια, άνευ όμως αποδείξεως παραλαβής. Τη 15 Ιουλίου κατήγγειλεν ο δήμαρχος ότι εζήτησεν παρά του αστυνόμου την κατά νόμον τιμωρίαν του Δημητρίου Λεκάτα Τηνίου συντρίψαντα «λίθους λείψανα αρχαιότητος».
Τη δε 19 προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τον αστυνόμον, ίνα επιτηρεί τας αρχαιότητας.

8 Μακρά τείχη

Ότε επεχώννυτο το έλος, οι εργολάβοι σκάπτοντες και λαμβάνοντες χώμα κατά τα ερείπια του βορείου μακρού τείχους κατασυνέτριβον τους λίθους αυτού ή κατεκρήμνιζον. Τούτο μαθών ο διοικητής Αττικής κατά διαταγήν της γραμματείας προσεκάλεσε τω 10 Ιανουαρίου 1837 τον δήμαρχον ως πρόεδρον της επί των επιστημονικών συλλογών επιτροπής να φροντίση περί της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων επί απειλή πειθαρχικής τιμωρίας.      


ΣΧΟΛΙΑ:
Το κείμενο μάς φέρνει αναπάντεχα στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Πειραιά όταν δημάρχευε ο Κυριάκος Σερφιώτης, αναφέρεται δε στα προβλήματα εύρεσης και φύλαξης των αρχαίων αλλά και της αντιμετώπισης της αρχαιοκαπηλίας. Τότε γράφονταν οι νόμοι - δημοσιεύονταν τα διατάγματα που βάσει αυτών κτιζόταν η πόλη και εφάρμοζαν τον νέο τρόπο ζωής στους κατοίκους της. Σε κάποια από τα ονόματα που αναφέρονται αναγνωρίζουμε τους τότε δημοτικούς σύμβουλους (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Λαμπρυνίδης), τα υπόλοιπα διατήρησε η μνήμη μόνο εδώ, όλα όμως συναντώνται στους απογόνους τους ακόμα και σήμερα...     
Έφορος αρχαιοτήτων Κυριακός Πιττάκης, 1798 – 1863
Έφορος αρχαιοτήτων Ρόσσης, εννοεί τον Λουδοβίκο Ρος, Ludwig Ross 1806 – 1859.
Ερνέστος Λαυρεντίου. Ο Hermann Ludwig Ernst Lorenzen, 1810 – 1869, από το 1833 έως το 1843 αναφέρεται σε γερμανικό βιβλίο ως «αρχιτέκτονας στην δημόσια υπηρεσία του Βασιλείου της Ελλάδας».
Προύβαινε = Τρίτη κλίση ενικού, παρατατικός ενεργητικής φωνής του ρήματος προβαίνω = προχωρώ σε μία ενέργεια.
Εξητείτο = Τρίτη κλίση ενικού, παρατατικός μέσης φωνής του ρήματος εξαιτούμαι = κάνω έκκληση. 







Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Η ζωή κυλά στον Πειραιά.


Δηλαδή, τα χρόνια μας φεύγουν.


                                                                                            Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Φτάνουμε στα Χριστούγεννα, πλησιάζει η Πρωτοχρονιά, θα’ ρθουν, θα φύγουν κι εκείνες οι ημέρες σαν τις υπόλοιπες του 2015 που ζήσαμε κάπως έντονα ή άτονα, κεφάτα ή κακοδιάθετα, με προσμονή για κάτι καλό ή έτσι, για πολλούς, ασυναίσθητα, αδιάφορα. Κυρίαρχη και βασανιστική σκέψη του καθένα είναι η διαχείριση της οικονομικής κρίσης - όπως την επέβαλαν οι ξένοι δολοπλόκοι - από την κυβέρνηση, τα βαριά μέτρα που αφαιρούν τις χρηματικές απολαβές των πολιτών και καταστρέφουν τον επαγγελματικό - οικογενειακό μας προγραμματισμό, καθώς επίσης το μεταναστευτικό - προσφυγικό πρόβλημα. 
Τα μελλούμενα είναι μπροστά μας, η ελπίδα για κάτι καλλίτερο δίνει φτερά στις προσμονές, έτσι κανείς δεν φαίνεται να είναι ευχαριστημένος με την εποχή του.
Ο κόσμος κοιτάζει προς τα πίσω, εκεί που η μνήμη έχει συμπυκνώσει τα γεγονότα, τα έχει φιλτράρει αφαιρώντας τις κακές - τραυματικές εμπειρίες, έχει ωραιοποιήσει και προσθέσει μέσα σε ένα αχνό σύννεφο δόσεις νοσταλγίας, αγάπης για το παλιό, το δροσερό των εφηβικών - νεανικών χρόνων.
Είναι γιατί πολλά πράγματα αλλάζουν τόσο γρήγορα που εμείς αργούμε να τα προφτάσουμε και να τα κατανοήσουμε, να τα χωνέψουμε, που ξεβολευόμαστε, δείχνουμε αδυναμία, νιώθουμε ανασφάλεια, φόβο και καθυστερώντας την μνήμη, δεν απομένει παρά ν’ αναπολούμε την ησυχία των προηγούμενων εποχών «των παχιών αγελάδων» ή των γόνιμων φτωχών αλλά τόσο ζεστών σε αισθήματα και όνειρα ημερών.
Τι πιο πιστευτό λοιπόν από το «κάθε πέρσι και καλύτερα;».
Η τάση για απόρριψη του σήμερα και η αναμάσηση του παρελθόντος είναι ένα ανθρώπινο ελάττωμα αφού με αυτόν τον τρόπο χάνουμε σαν άτομα την ουσία του χρόνου που τρέχει, στερούμαστε την γεύση της ζωής που πρέπει συνεχώς να ανανεώνουμε, να τροφοδοτούμε και να στολίζουμε, να εμπλουτίζουμε με νέες εικόνες ώστε να συσσωρεύουμε στην άκρη του μυαλού μαζί με τις άλλες αναμνήσεις, όλες μας τις εμπειρίες, μέχρι τέλους... 
Οι μεγάλοι της δεκαετίας που διανύουμε ανατρέχουν στα ευοίωνα χρόνια του τέλους του 20ού αιώνα, έχουν μυθοποιήσει το ’50 και το ’60, οι μεσήλικες του τότε επαναφέρουν το ’20 και το ’30, αυτοί με την σειρά τους τα χρόνια του 1880 -1900 και πάει λέγοντας, πάντα σε συνδυασμό με τα νιάτα τους, την κοινωνία που είχαν γνωρίσει και που σιγά αλλά σταθερά έβλεπαν με την υποκειμενική κρίση τους να μεταβάλλεται αρνητικά.
  
ΕΛΛΑΣ. ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ. 69442. Souvenir du Pirée. Phalère. Γράφει στην πίσω όψη: «Εν Πειραιεί τη 5 Ιουνίου.       Έτος 1924. Προ τριών ημερών εφτάσαμε εις Πειραιά και μένομεν εντός του πλοίου ένεκα της απεργίας. Σας χαιρετώ εγκαρδίως   ο κουμπάρος σας. Σας ασπάζεται ο Πίπης είναι πολύ καλά. Ανέστης Φωτιάδης». Ανάποδα στο πλάι: «Σας χαιρετώ Ι. Γ. Σαλπικτίδης».

«Οι παλαιοί Πειραιείς, και εμείναμεν πολλοί ολίγοι, ενθυμούμεθα με πίκραν τας καλάς ημέρας των κοινωνικών συγκεντρώσεων του Πειραιώς όπου γνώριμοι όλοι εχαιρόμεθα την απόλαυσιν που δίδει μία οικογένεια ή η επικοινωνία μακράν από τας σκέψεις της κοσμοπολιτικής νοοτροπίας της σημερινής κοινωνίας...
Δεν ξεύρω τι θα γίνη δια το μέλλον, ημείς όμως οι ζήσαντες εν Πειραιεί από ετών μετά θλίψεως θα νοσταλγούμεν ένα παρελθόν εύμορφον, πλήρες αναμνήσεων, μίαν τέλος κοινωνικήν κίνησιν, την οποίαν εζήλευεν η κοινωνία της πρωτευούσης...
Τα πλείστα των εν τη κοινωνική τότε εμφανίσει δρασάντων προσώπων εξέλιπον ή κατέβαλεν ο χρόνος, αλλά ολίγοι εκ των παλαιών Πειραιωτών που εμείναμεν θα αναμιμνησκώμεθα μετά νοσταλγίας ένα παρελθόν που ίσως δεν θα επανέλθη υπό την μορφήν της εποχής του» έγραψε ο Γεώργιος Στρίγκος [12.10.1878 - 13.1.1956], πρόεδρος του ΕΒΕΠ, στον Μέγα Οδηγό Πειραιώς, 1928-29, σελ. 22-23.

POST CARD. Π. Κ. ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΔΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥ 114 Β ΑΘΗΝΑΙ. Νο 43. Χρησιμοποιημένη καρτποστάλ του μεσοπολέμου με τίτλο: ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΒΟΡΕΙΟΣ). Η πίσω όψη είναι γραμμένη με μολύβι. «Φάληρον 29/5/32. Αγαπητή μου Σοφία. Έκαμα ωραίον ταξίδι αλλά είχα πολλές σκοτούρες με τον Κώσταν διά να πάει εις Βερολίνον. Συγγνώμη που δεν σας έγραψα αμέσως. Εγώ ίσως την Κυριακήν εις τας 5 αναχωρήσω διά την πόλιν με συντροφιά μεγάλη. Όχι βέβαιον: Δεν ξεχνώ πόσον ωραία πέρασα και σας ευχαριστώ. Χαιρετισμούς στον κ. Ανδρόνικο. Σε φιλώ Ευδοκία». Είχε παραλήπτρια την Σοφία Μολφέση στην Θεσσαλονίκη.
  
«Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο τον απέραντο, συναντώμεν έμψυχα και άψυχα, ή εκτελούμε πράξεις, ή δοκιμάζομεν στιγμές ζωής, προ πάντων κατά την πρώτην περίοδόν της, την συντροφευμένην με το όνειρο, που ενώ επακολουθούν άλλα σημαντικώτερα, επανέρχονται διαρκώς εις την μνήμη μας και μας προκαλούν βαθειά συγκίνησιν, πολλές φορές μιά νοσταλγία, ένα πόθον να τα ξανασυναντήσωμε, να τα ξαναδοκιμάσωμε, να τα ξαναζήσωμε και επειδή αυτό δεν είνε κατορθωτόν, αρκούμεθα εις την απόλαυσιν της αναμνήσεως, που είναι μιά από της καλλίτερες απολαύσεις της ζωής...  
Από τη ζωή την περασμένη που με χωρίζουν τώρα μερικές δεκαετίες, μου φαίνεται ότι δεν με χωρίζει πια ούτε μια στιγμή· την ξαναβρίσκω ζωντανή, ωραιοτέρα παρ’ ό,τι την έβλεπα και την αισθανόμην τότε που ήταν πραγματική..
Όλα αυτά, αφού περάση η κυριαρχία των ρεμβασμών μου και αφού επανέλθω εις την πραγματικότητα, τ’ αφίνω κατ’ ανάγκην, αφού εξακολουθώ να ζω και να χαράσσω την γραμμήν της ζωής μου· μα τα έχω κατατάξει εις την τάξιν εκείνην των περασμένων που δεν είνε και ξεχασμένα: - Περασμένα κι’ αλησμόνητα» προλόγισε στα 1938 (σελ. 13 και 15) στο ομώνυμο - με την τελευταία ρήση - βιβλίο του ο Άγγελος Κοσμής [1879 - 5.12.1951].
«Τι χρόνια, Θεέ μου, τι καιροί. Να’ ταν να ξαναγύριζαν έστω για λίγο εκείνα τα «δικά μας» χρόνια τα ξένοιαστα τα ωραία έτσι σαν μια ανάσα για νέο ξεκίνημα και σκοπό.. Να’ τανε άραγε πιο ωραία τα τότε χρόνια ή εμείς τα ζήσαμε έτσι και δε θέλουμε να παραδεχτούμε τη σημερινή σύγκριση και πραγματικότητα;
Σήμερα ήλθε η πολυκατοικία, το τσιμεντένιο μας κελί και τα ισοπέδωσε όλα. Τώρα χάσαμε κι αυτήν ακόμα την ταυτότητά μας...
Σήμερα ζούμε μια απρόσωπη ζωή τελείως μηχανική, μια ζωή αγωνίας απανθρωπιάς, μια ζωή ταχύτητας ανέσεων, αδιαφορίας, εγκλήματος, ευκόλου χρήματος.. Για όνομα του Θεού δεν θα’ θελα να πω πως ήταν ζωή εκείνη για μας με τόσες στερήσεις, απλά σαν αντιπαράθεση τα γράφω για την τότε ζωή... Το αν ήταν καλύτερα τότε ή χειρότερα από το σήμερα, βρες το μόνος σου καλοπροαίρετα, φίλε αναγνώστη..
Ήταν τότε που η πόλη αυτή λεγόταν «ο ευτυχισμένος Πειραιάς». Τι να πρωτοθυμηθείς όταν στη ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων παθαίνεις σύγχυση του ονείρου με την πραγματικότητα κι αρνείσαι να προσγειωθείς σ’ αυτή, και μένεις κοντά στο όνειρο αμετανόητος νοσταλγός μιας ζωής που πέθανε και που δε θέλεις να το παραδεχτείς» μονολογεί σχεδόν ο Στέλιος Μπινιάρης [1916 - 31.1.2000] σε πολλά σημεία στο βιβλίο του «Ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου και της Κατοχής» το 1988.

Φωτογραφία σε χαρτί Agfa, υπάρχει τυπωμένη και μιά ημερομηνία, -9.1.61. Μικρολίμανο. Ένα κοριτσάκι αν και καθισμένο στην καρέκλα με θέα προς τις βάρκες, στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, στον φακό την στιγμη που το απαθανατίζει. Τα χρόνια πέρασαν, η ζωή κύλησε, η μικρούλα, γυναίκα πλέον θα εξηνταρίζει ενώ το Μικρολίμανο υποδέχεται τους επισκέπτες του εντελώς αλλαγμένο, λιγότερα αθώο αλλά πάντα ελκυστικό. 

Φυσική απόρροια των δεδομένων είναι το παιδί που μεγάλωσε στα 1990 να θυμάται όταν ωριμάσει και γεράσει τα χρόνια που έζησε έφηβος και νέος, σαν τα καλύτερα και ιδανικότερα από αυτά που θα έχει μπροστά του, στο 2040, το 2050 για παράδειγμα.
Θα παρακαλεί μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του να γινόταν να περπατήσει στους πειραιώτικους δρόμους ας πούμε του 1999, που εμείς - κι εκείνο - δεν δώσαμε τότε καμιά σημασία, να σταθεί μπροστά στις βιτρίνες που θαύμαζε με τα αθώα του μάτια και που εμείς προσπερνούσαμε αδιάφορα, να πιάσει στα χέρια του ένα περιοδικό, μια εφημερίδα που κάποτε θα είναι ίσως κάτι σπάνιο, τώρα όμως τα πετάμε στα σκουπίδια αφού τα διαβάσουμε, να δακρύσει μπροστά σ’ ένα κτήριο, την πολυκατοικία που έμενε γιατί ίσως θα έχει αντικατασταθεί με κάποιο άλλο, προχωρημένο σε αρχιτεκτονική μεγαθήριο, που εμείς πάλι θεωρούμε άχαρο συγκρίνοντάς το με τα νεοκλασικά των δικών μας εφηβικών χρόνων.
Θα ήθελε να πάρει μια κάρτα με τον Πειραιά, ένα βιβλίο, κάποιο αναμνηστικό, να μπει σε μια καφετέρια που είχε άλλο ύφος και διαρύθμιση, μια ταβέρνα που πήγαινε, ένα παραδοσιακό σινεμά, ένα μικρομάγαζο, ιδέες ίσως ξεπερασμένες τότε, χαρακτηριστικές για μας, ν’ αγγίξει τα τελευταία ελληνικά νομίσματα σε δραχμές αφού ήταν γνωστό ότι σύντομα θα μετατρέπονταν σε ΕΥΡΩ (EURO), να ξαναζωντανέψει  τους νεκρούς γονείς, συγγενείς και φίλους του..
Από τα Χριστούγεννα στο Πάσχα, από το Καλοκαίρι στον Χειμώνα μια αδιατάρακτη συνέχεια και τα χρόνια, σαν χάντρες στο νήμα από πετονιά, κυλάνε προς τα πίσω, αθόρυβα.
Κάποιος πέθανε στην γειτονιά, ένα καινούργιο μωρό έρχεται, το σπίτι αυτό κατεδαφίζεται, υψώθηκαν μεγαλύτερες πολυκατοικίες, δίπλα εκτελούνται έργα, σηκώθηκαν μεγάλες γέφυρες, ένας πεζόδρομος φτιάχτηκε, οδοί μονοδρομήθηκαν, χτίστηκαν νέες νησίδες, λεωφορεία και τρόλεϊ άλλαξαν διαδρομή και στάσεις, έρχεται το μετρό, το τραμ κατεβαίνει στο λιμάνι, ο φωτισμός άλλαξε, τοποθετήθηκαν κι άλλα δένδρα, φυτεύτηκαν πανύψηλοι φοίνικες, το κατάστημα έκλεισε, η βιτρίνα ανακαινίστηκε, η μόδα φέτος μας θέλει ντυμένους διαφορετικά..  
Κινήσεις αέναες της ζωής που κάθε φορά δίνουν μια διαφορετική όψη στην πόλη.
Σαν σύνολο, χρειάζεται να περάσει καιρός για να γίνει αντιληπτή η αλλαγή στο τοπίο από τον παλιό στον νεότερο, μετά στον σύγχρονο και παραπέρα στον μελλοντικό Πειραιά.
«Ο Πειραιεύς πυκνοκατοικείται και η κίνησις κυρίως εις το κέντρον της πόλεως αυξάνεται τρομακτικά. Όπως υποστηρίζεται ανωτέρω τα πάντα αλλάζουν.
Ο Πειραιεύς του άλλοτε λησμονείται και οι νέοι κάτοικοι ας φροντίσουν να συντελέσουν εις την δημιουργίαν μιάς νέας ζηλευτής ζωής την οποία με υπερηφάνειαν θα ιστορούν οι μεταγενέστεροι ως μίαν νέαν εποχήν του Πειραιώς του άλλοτε». [Πάνος Λώζος, 1908 - 1994, Ο Πειραιεύς του άλλοτε, 1987, σελ. 169].
Για να θυμάσαι  πρόσωπα, πράγματα, τόπους και καταστάσεις κρατάς σημειώσεις, διαβάζεις παλιά βιβλία κι εφημερίδες, ψάχνεις στο διαδίκτυο, φτιάχνεις αρχείο, μαζεύεις καρτποστάλ, φωτογραφίες, ό,τι εφήμερο από έντυπο υλικό και μικροαντικείμενα.
Γιατί όπως ο άνθρωπος στην διαδρομή της ζωής του, έτσι κι ο Πειραιάς θα πρέπει να φέρει πάνω του και να δείχνει θαρρετά τα «χαρτιά» του για να αναγνωριστεί κάποτε.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Πειραϊκή Πολιτεία, Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 1999, σελ. 17. 
Μεταφορά κειμένου στο περιοδικό Πειραϊκό Ορόσημο, τεύχος 53, Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2015, προσαρμοσμένο στα σημερινά δεδομένα. Οι φωτογραφίες ανήκουν στην συλλογή μου.