Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Σπαράγματα από το πειραϊκό αρχείο του Γεωργίου Κρέμου.


                                                                                   Γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.


Ο Γεώργιος Πανάγου Κρέμος γεννήθηκε στα 1839 και πέθανε τον Δεκέμβριο του 1926 «από επιπλοκές τραυμάτων που προήλθαν από θλάση του ποδιού». Καταγωγή, από το Στείρι Βοιωτίας. Μπήκε στην Ριζάριο Εκκλησιατική Σχολή και μετά στην Θεολογική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με κρατική υποτροφία σπούδασε στην Λειψία της Γερμανίας. Υπηρέτησε καθηγητής στο Βαρβάκειο και στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών.  
Έγινε Γυμνασιάρχης του εν Πειραιεί Α΄ Γυμνασίου, μετά διορίστηκε υφηγητής ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τέλος Γυμνασιάρχης στην Λαμία και στο Αίγιο. Παραιτήθηκε στα 1901. Διακρίθηκε σαν ιστορικός συγγραφέας, υπήρξε συνεκδότης (1874) της εφημερίδας ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ όπου δημοσίευσε πολλά ιστορικά άρθρα. Έγραψε αρκετά βιβλία. Έζησε στην Καλλιθέα τα πρώτα χρόνια της δημουργίας της όπου και υπάρχει οδός στο όνομά του (και στα Άνω Πατήσια).  
Γυμνασιάρχη Πειραιώς ο Κρέμος (στα 1876 το Γυμνάσιο είχε μεταστεγασθεί από την οικία του Στέφανου Ράλλη της πλατείας Κοραή απέναντι, στο νέο κτήριο όπου στην θέση του έχει ανεγερθεί το σημερινό δημαρχείο), σύμφωνα με την μελέτη για την πειραϊκή παιδεία του Αντωνίου Μαρμαρινού, διατέλεσε από τις 1.9.1880 έως τα μέσα Δεκεμβρίου 1880 και από 6.4.1882 έως 12.9.1884. Έτσι με την ιδιότητα ως «βιβλιοφύλαξ» τον βρίσκουμε να συντάσσει έκθεση με ημερομηνία 14.1.1882 για την κατάσταση της δημοτικής μας βιβλιοθήκης και στις 24 Ιουνίου 1884 να μιλάει - μετά τον αγιασμό - στην θεμελίωση του Δημοτικού Θεάτρου. Στην εργασία του για την ρωμαϊκή ιστορία, ο Ιάκωβος Δραγάτσης κυκλοφόρησε το φυλλάδιο «Γεώργιος Π. Κρέμος. Ο ιστορικός. Εν τη της ρωμαϊκής ιστορίας κρίσει. Εν Πειραιεί. 1885. 
Εκ του τυπογραφείου της ΠΡΟΝΟΙΑΣ» όπου σε 18 σελίδες φανερώνει τις προσωπικές τους διαφορές και την αντίθεσή τους σε ιστορικά θέματα.
Όσοι έχουν πρόσβαση στα παλιά έντυπα, περιοδικά κι εφημερίδες της εποχής του, θα μπορούν να δουν πολλά δημοσιεύματά του.  
Κείμενά του επίσης βλέπουμε στο περιοδικό ΑΠΟΛΛΩΝ (1883-1892) του τυφλού - ήταν βοηθός καθηγητού - «εξ αυτομάτου αναφλέξεως συσκευής τινός εν τω χημείω .. και εξ αναβρασμού των εν αυτή οξέων» Δημητρίου Σακελλαρόπουλου.
Ευνόητο είναι ότι θα είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη και ένα πλούσιο προσωπικό αρχείο.
Ένα ελάχιστο τμήμα του που φαίνεται να αναφέρονταν στον Πειραιά, το οποίο μπορεί να ήταν αρκετά μεγαλύτερο αλλά ποιος ξέρει πόσο διασώθηκε και πού αλλού να βρίσκονται κατάλοιπά του, κατέλειξε στην κατοχή του Γιάννη Χατζημανωλάκη ο οποίος ευχαρίστως μου διέθεσε για να το μελετήσω.
Ο Χατζημανωλάκης στο βιβλίο του για τους δημάρχους του νεότερου Πειραιά, χρησιμοποιεί στοιχεία του φακέλου οπότε στην σελ. 44 αναφέρει σε σημείωση: «Ιστορικόν Αρχείον Γ. Κρέμου» (που παραχωρήθηκε ευγενώς από τον Ιωάν. Α. Μελετόπουλο στον συγγραφέα του βιβλίου). Ανέκδοτες σημειώσεις.
Είχα λοιπόν την τιμή - ένας από τους λίγους -  να αγγίξω, να διαβάσω αυθεντικά χειρόγραφα του Πειραιά επί δημαρχίας Κυριάκου Σερφιώτη και πρωτότυπα γραπτά του Κρέμου με στοιχεία παρμένα από τα δημοτικά έγγραφα που ερεύνησε. Κείμενα που είδαν ο Μελετόπουλος, ο Χατζημανωλάκης και μετά εγώ... 
Πρόκειται για έναν ντοσιέ που αποτελείται από μικρές υποδιαιρέσεις με διπλωμένα φύλλα χαρτιού που μέσα τους περιέχουν έγγραφα, σε επί μέρους θέματα αφορώντα στα πρώτα χρόνια της νεότερης πειραϊκής ιστορίας.
Δεν γνωρίζω αν αυτές οι σημειώσεις τυπώθηκαν κάποτε σε περιοδικό ή εφημερίδα, στάθηκαν αφορμή να χρησιμοποιηθούν σε μία διάλεξη, συνέθεσαν ένα ευρύτερο κείμενο ή αποτέλεσαν πηγή για ένα βιβλίο, πράγμα δύσκολο για την τελευταία υπόθεση αφού θα γνωρίζαμε αν κυκλοφόρησε κάτι τέτοιο. Το ευχάριστο είναι ότι στο σύγχρονο μέσο επικοινωνίας που διαθέτουμε, το διαδίκτυο, παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
Γραμμένα καλλιγραφικά με το χέρι, με άνεση ή βιαστικά, κάποια ευανάγνωστα ή ανάλογα με τον γραφικό χαρακτήρα των συντακτών τους (όχι μόνο του Κρέμου) λιγότερο ή περισσότερο δυσκολοδιάβαστα, τα χειρόγραφα έχουν σβησίματα, πολλές διορθώσεις, παραπομπές, συμπληρώσεις στα πλάγια. Ευτυχώς που η ματιά μου απέκτησε την σχετική εμπειρία και μπορεί πλέον να διακρίνει τις λέξεις, αν και ομολογώ μερικές με δυσκόλεψαν πολύ. 
Επόμενες αναρτήσεις μου θα αντλούν θέματα από τους εν λόγω φάκελους.  Αντιγράφω ένα μέρος τους αρχίζοντας από ένα εύκολο στην ανάγνωση κείμενο.

Από τους διάφορους τυπωμένους επώνυμους χάρτες των πορτολάνων ή των βιβλίων για τον λιμένα του Πειραιά που κυκλοφορούσαν στον 18ο αιώνα, την επόμενη εποχή του 19ου που δεν υπήρχαν ούτε φωτογραφίες, ούτε φωτοτυπίες, ούτε σάρωση, οι ενδιαφερόμενοι, είτε δημόσιοι φορείς ήταν είτε ερευνητές, είχαν υπομονετικούς σχεδιαστές για να αντιγράφουν και να αναπαριστούν τον πειραϊκό χώρο. Τα αντίγραφα αυτά στην ίδια παλαιά ποιότητα χαρτιού, με την πένα, το σκαρίφημα, τις λέξεις, τις γιρλάντες στην επεξήγηση, έχουν με την σειρά τους παρόμοια αξία, ίσως και μεγαλύτερη αφού είναι μοναδικά.. Εδώ μία πιστή ελληνική απόδοση ενός κλασικού μοτίβου, ο χάρτης του Joseph Roux του 1764, που βελτίωσε ο Jacques - Nicolas Belin το 1771 (Plan du Port Pirée ou Port Lyon de la ville dAthènes, διαστάσεις 20Χ15 εκ. σε φύλλο 23,5Χ17 εκ.) και προσαύξησε o Richard Chandler το 1776...

Ζ΄ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ [Αποτελείται από οκτώ φύλλα γραμμένα στην μία όψη τους]

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ [δίπλα, η λέξη (αρχαιοκαπηλία) σε παρένθεση έχει παραγραφεί..]

Η κλοπή των αρχαιοτήτων της Ελλάδος ην κοινόν τι χρήμα παρ’ άπασι τοις δυτικοίς Ευρωπαίοις. Όστις δεν ήλθεν εις Ελλάδα μόνον εκείνος εξ αυτών δεν έκλεψέ τι. Οι Ενετοί δε μάλιστα εγένοντο οι ποδηγέται εν τη Εσπερία των τοιούτων ληστών.
Αλλ’ έτι μάλλον πλουσιωτέρας αφορμάς προς λήστευσιν των ελληνικών αρχαιοτήτων έδωκαν άμα τη απελευθερώσει της Ελλάδος αυτοί οι Έλληνες, τυμβωρυχούντες, κτίζοντες οικίας, ανοίγοντες παλαιά φρέατα, καθαρίζοντες λιμένας, ή όπως άλλως ανευρίσκοντες τας εν τοις κόλποις της γης κεκαλυμμένας γεραράς αρχαιότητας.
Η αισχροκέρδια υπεξέκαυσεν ούτω τον ζήλον πολλών Ελλήνων, ώστε και άνδρες επιστήμονες εγένοντο επίσημοι αρχαιοκάπηλοι εν αυταίς ταις Αθήναις, ένθα διατελούσι ληστεύοντες την αυτών πατρίδα. Ούτω δε οι λησταί Ευρωπαίοι συνδεδεμένοι μετά των ληστών Ελλήνων απογυμνιώσιν οσημέραι την άμοιρον Ελλάδα της πατρίου αυτής κληρονομίας.
Αι Αθήναι δε μάλιστα και ο Πειραιεύς υπήρξαν η πλουσιωτάτη λεία των αρχαιοκαπήλων. Ο Πειραιεύς, όστις τω 1687, ως είρηται, είδε τον μεγαλοπρεπή του μεγίστου αυτού λιμένος φύλακα, τον άλκιμον λέοντα εκ του Αλκίμου απαγόμενου, άμα δήμος γενόμενος είδε και τους αρχαιοκαπήλους ιδρυομένους εν αυτώ. Τη 26 Δεκεμβρίου 1835 Γεώργιος Παπαδόπουλος κατεμήνυσε τον Γεώργιον Κανελλάν Χίον ότι κλέψας επιτύμβιόν 2 τι ανάγλυφον εκ της οικίας αυτού πωλήσας μετακομίσας εν κοφίνω πλήρει λαχάνων εις το εν Πειραιεί ελλιμενισμένη φρεγάτα Μαδαγασκάρη.
Γενομένων δ’ ανακρίσεων, τη αυτή ημέρα, εμαρτύρησαν κατά του καταμηνυθέντος ότι πραγματικώς επωλήθη η αρχαιότης, ο μηνυτής, ο Γεώργιος Κορνέζης και ο Παντελής Μαύρος. Τη δε 13 Ιανουαρίου 1836 
ο εισαγγελεύς των πρωτοδικών εφιστά την προσοχήν του δημάρχου γράφων «το έγκλημα τούτο εκτός ότι προβλέπεται από το άρθρο 70ον του ποινικού νόμου, συναισθάνεσθε, κύριε δήμαρχε, πόσον αξιόμεμπτον είναι εις την αναγεννωμένην πατρίδα μας». Αλλ’ είτε ο Κανελλάς φοβηθείς έλαβε πάλιν εκ του αγγλικού πλοίου την αρχαιότητα είτε αντικατάστασίς τις εγένετο, αι ανακρίσεις διεκόπησαν: διότι τη μεν 16 Ιανουαρίου ο δήμαρχος απήτησε παρά του αστυνόμου το αποτέλεσμα των ανακρίσεων· τη δε 17 την εν τω οικία του Κανελλά αρχαιότητα, περί ης αι ανακρίσεις εγένοντο· τη αυτή δ’ ημέρα ο αστυνόμος αποστέλλει «ότι το άγαλμα υπάρχη το ίδιον, το οποίον ευρίσκεται εις την οικίαν του Γεωργίου Κανελλά και όχι ότι εδόθη εις την αγγλικήν φεργάδα η Πόρτλη...». Τη δε 18 λαβών διά του γραμματέως της αστυνομίας Ν. Σ. Ραυτοπούλου την αρχαιότητα ο δήμαρχος, ήγγελε τούτο τη αυτή --- προς τον εισαγγελέα. Τοιαύτη η διαδικασία: [στο πλάι: «Πού δε κατετέθη η αρχαιότης; Σώζεται; άδηλον. Τη 7 δε Σεπτεμβρίου διετάχθη υπό του δημάρχου ο αστυνόμος να απολύση τον Κανελλάν εκ της φυλακής· συγχρόνως δε απήτησε και το αποτέλεσμα των ανακρίσεων γενομένων ένεκα καταγγελίας του αυτού Κανελλά κατά του ειρημένου μηνυτού Παπαδοπούλου. Δια τι κατεμηνύθη ο Παπαδόπουλος ως συκοφάντης; ύστερον μετά τόσον χρόνον;»] Αλλ’ οποία δε τις ην η αρχαιότης ταύτη; ο μεν μηνυτής περιγράφει αυτήν ώ δέ πως: «Προ τινος καιρού ηγόρασα μίαν αρχαιότητα παρ’ ενός γεωργού, την οποίαν εφύλαττον εις την οικίαν μου μέχρις ότου συστηθή ο δήμος ούτος διά να την προσφέρω· εσύγκειτο δε αύτη εξ ενός ανδρός καθημένου επί έδρας κρατούντος 3 εις χείρας του βιβλίον· αφ’ ενός ετέρου κρατούντος αυτόν από την χείρα δύο νεανίσκων ενός άρρενος και ενός θήλεως ισταμένων, και επ’ αυτών όλων εις είδος κορώνας. Η αρχαιότης αύτη, κύριε δήμαρχε, εάν και εφθαρμένη ήτον από την πολυκαιρίαν, ήτο όμως εύληπτος και λαμπροτάτη..». Ο δε μηνυθείς ουτωσί: «Ποίου είδους ήτον αυτό το άγαλμα; Μαρμαρένιον έχον επάνω του έναν άνδρα και κρατεί τι, από το άλλο κρατείται αυτός από το χέρι, και δυό παιδιά, και νομίζω ότι το ένα είναι αρσενικόν και το άλλο θηλυκόν, και από πάνω αυτών είναι ωσάν κορνίζα με γράμματα και κρατώνται όλοι από τα χέρια». Αλλά τι εγένετο το ανάγλυφον; άδηλον [η λέξη είναι σβησμένη και ένας σταυρός παραπέμπει σε κείμενο στο πλάι: Μέχρι τη 22 Μαΐου 1837 έκειτο εν τω καταστήματι της δημαρχίας, ως δήλον εκ της αιτήσεως του Γεωργίου Παπαδοπούλου ταύτης: «το άγαλμα το ανάγλυπτον, το αρχαίον, φέρον επιγραφήν: Νεόφρων Ονόμαντος κλπ όπερ παρεδόθη εις τας δημοτικάς αρχάς πορά τω Ζεωρζή Κανελλά και φυλάττεται εις το δημαρχείον, διομολογείται ότι είναι εμού ιδιοκτησία αναφαίρετος. Παρακαλώ λοιπόν να μοι επιστραφεί». Ο δε δήμαρχος ηρώτησε τον διοικητήν τη α΄ Οκτωβρίου περί του πρακτέου, βεβαιών ότι η αρχαιότης είναι η αυτή αύτη η δήθεν υπό του Γεωργίου Κανελλά εν τω πλοίω Μαδαγασκάρ πωληθείσα κατά την μήνυσιν του κατόχου αυτής Γεωργίου Παπαδοπούλου Λευκαδίτου. Ο δε διοικητής επιστείλων τω δημάρχω τη 20 Οκτωβρίου συν τοις άλλοις και το έγγραφον του εφόρου των αρχαιοτήτων «η αρχαιότης αύτη θέλει μείνη παρ’ υμών έως ου ίδη αυτήν και γνωμοδοτήση συμφώνως με τον παράγραφον γον του άρθρου 80 των αρχαιοτήτων νόμον». Ταύτα δ’ ανήγγειλεν ο δήμαρχος τω κατόχω της αρχαιότητος Γεωργίω Παπαδοπούλω].
Τη 28 δ’ Ιανουαρίου αγγέλλει ο αστυνόμος [παραπλεύρως γράφει το όνομά του «Γεώργιος Λαμπρυνίδης»] τω δημάρχω ότι τινές είχον κεκαλυμμένας αρχαιότητας εν τινι αγρώ, ίνα, τυχούσης ευκαιρίας, πωλήσωσι και ότι μία ήδη επωλήθη εις πλοίόν τι των ξένων δυνάμεων. Ταύτα γνωρίζει τη επομένη ο δήμαρχος τω εισαγγελεί των πρωτοδικών, εξαιτούμενος τι ποιητέον· ο δε τη 6 Φεβρουαρίου επιτρέπει να πράξη ό,τι δυνατόν ο δήμαρχος προς ανακάλυψιν των κεκαλυμμένων αρχαιοτήτων· αλλά μη λαβόντως τω δημάρχω το έγγραφον, και τη 17 και πάλιν γράψαντι επιστέλλει τη 20 όσα και τη 6 έγραφεν, άπερ τη 22 αγγέλει ο δήμαρχος προς τον αστυνόμον, όστις τη 29 επιστέλλει ότι τας αρχαιότητας, καίπερ ερευνήσας, δεν εύρεν· ότι, ως έμαθεν, έκειντο εν τω του Βώκου κήπω [στο πλάι «εν ω μία έτι έκειτο, κατά τον Πιττάκην, ην όμως δεν ηδυνήθη να ίδη»] και ότι παρέλαβεν αυτάς ο έφορος των αρχαιοτήτων Πιττάκης. Αλλ’ ει ταύτα αληθή και οποίαι ήσαν αι αρχαιότητες άδηλον.
Τη δ’ 7 Απριλίου ο έπαρχος εφιστά την προσο 4 χήν του δημάρχου, ίνα μη εντειχίζωνται ή άλλως βλάπτωνται αι αρχαιότητες. Αλλ’ ει περ τι υπέρ των αρχαιοτήτων εγένετο, άδηλον.
Τη δε 13 του αυτού αγγέλλει τω δημάρχω ο αυτός αστυνόμος ότι, αυτός, Λάμπρου Λουκάκου Κρητός φιλοτίμως μηνύσαντος ότι εύρεν εν τω αυτού κήπω τινάς αρχαιότητας, ιδών αυτάς κατέλιπεν υπό την επιτήρησιν του αυτού Λουκάκου. Αλλά τι και αύται εγένοντο και οποίαι ήσαν, άδηλον.
Τη δε 8 Μαΐου ο αγαθός Ιωάννης Βαρλόσης ήγγειλε τω δημάρχω ότι κτίζων οικίαν εύρεν αρχαιότητά τινα. Αλλά οποία ήν και τι εγένετο, άδηλον.
Τη δε 14 του αυτού υπεραπολογείται παρά τω επάρχω αυτός ο δήμαρχος καταγγελθείς (;) προς τον έφορον των αρχαιοτήτων Πιττάκην ότι ενετείχισεν εν τω κτιζομένη εκκλησία της αγίας Τριάδος «λίθους αρχαιοτήτων», εξαιτούμενος και το όνομα του ψευδούς καταγγέλοντος. Αλλ’ ει μετεχειρίσθη τοιούτους λίθους και ή ου, και οποίοι ήσαν, άδηλον.
Τη δε 4 Ιουνίου 1836 διετάχθη ο εθνοφύλαξ Δημήτριος Τζιτζίνιας να παραλάβη δύο σαρκοφάγους κειμένους εν τω κήπω Δαμιανού και Βώκου. Αλλά πού ετέθησαν και ούτοι και οποίοι, άδηλον.
Τη δ’ 6 του αυτού προσεκλήθη ο έφορος Κ. Σ. Πιττάκης να ίδη τους εν τη οδώ Αθηνάς εξαγομένους τετραγώνους και παραχωρήση εις την κτιζομένην εκκλησίαν. Αλλά τι εγένετο, άδηλον.
Τη δε 19 Αυγούστου ο αστυνόμος ήγγειλε τω δημάρχω ότι δύο αρχαιότητες κείμεναι εν τω παρά την λίμνην ναώ εκλάπησαν, ως επίστευε, παρά τινα Ευστρατίου. Περί της αυτής δε κλοπής τη 21 του αυτού προσεκάλεσεν ο διοικητής Αττικής 5 τον δήμαρχον, ίνα ποιήση ακριβείς εξετάσεις προς ανακάλυψιν και διάσωσιν αυτών. Τη 28 αυτού ο αστυνόμος Γεώργιος Λαμπρυνίδης, αγγέλλει τω δημάρχω ότι οι κλέπται αυτών Ευστράτιος Κυριακίδης και Γεώργιος Καρομφίλης ανακαλυφθέντες κατηγγέλθησαν, έπεμψε τας κλαπείσας αρχαιότητας διά του εθνοφύλακος Γεωργίου Μανίτη.
Τη δε 25 του αυτού προσκαλεί αύθις τον δήμαρχον ο διοικητής ίνα φροντίση ένθεν μεν περί διαφυλάξεως των ευρισκομένων εν ταις προς επίχωσιν του προχώματος γινομέναις σκαφαίς λίθων αρχαιοτήτων και αγαλμάτων· ένθεν δε περί ανακαλύψεως και παραλαβής δύο «σημαντικής αξίας» αγαλμάτων κλαπέντων.                                     
Τη α΄ Ιουλίου 1836 ο διοικητής Αττικής εκοινοποίησεν έγγραφον της επί των εκκλησιαστικών γραμματείας, δι’ ου επί τη προτάσει του εφόρου των αρχαιοτήτων Ρόσση παρεχώρει δύο απλαί πλάκες σαρκοφάγων «προς χρήσιν των οικοδομηθησομένων εις Πειραιά δημοσίων βρύσεων, τας ευρισκομένας εις τον κήπον του Δαμιανού και Βώκου και ανηκούσας εις το μουσείον» επί τη ελπίδι «ότι η δημαρχία Πειραιώς θέλει φιλοτιμηθή να εκπληρώση διά συνεχούς αγρυπνίας εις την διατήρησιν τόσον των υπαρχουσών εις Πειραιά αρχαιοτήτων, όσον των καθ’ εκάστην ανευρισκομένων.
[Συμπλήρωμα στο πλάι: «Τη δε 18 Απριλίου 1838, αιτούντος του Βώκου αποζημίωσιν, ο δήμαρχος εξητείτο ίνα η διοίκησις επιστείλη αυτώ τα δέοντα. Η δε διοίκησις επομένη τω της 21 Ιουλίου 1834 νόμω επιστέλλει ότι η απαίτησις του Δαμιανού και Βώκου ην «παράλογος»]
Επειδή τα κατά την νέαν οδόν του Πειραιώς μακρά τείχη εβλάπτοντο καθ’ ημέραν και λίθοι αυτών αφηρούντο, η γραμματεία προσεκάλεσε τη 10 Φεβρουαρίου 1837 τον διοικητήν, ούτος δε τον δήμαρχον αυθημερόν καθιστώντα αυτόν υπεύθυνον ίνα φροντίση περί της σωτηρίας των τειχών, διότι έν μερος δε αυτών έμελλε να διατηρηθή, του δε υπολοίπου οι λίθοι να χρησιμεύσωσιν εις την κατασκευήν της προκυμαίας. Τη δε 13 του αυτού, καταγγέλλει ο αρχιτέκτων Ερνέστος Λαυρεντίου προς τον δήμαρχον, ότι οι κτίστες ανασκάπτοντες αρχαίους μεγάλους λίθους συντρίβουσι προς ιδιωτικών οικιών την οικοδομήν, ενώ ηδύναντο να χρησιμοποιήσωσιν εις την κατασκευήν της προκυμαίας.
Τη δε 14 του αυτού προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τον αστυνόμον, του αρχιτέκτονος Λαυρεντίου μηνύσαντος, ίνα μη οι κτίσται συντρίβωσι τους αρχαίους λίθους.           
Τη δε 18 εγνωστοποίησε προς τους κατοίκους το της 10 έγγραφον της γραμματείας απειλών ποινάς και δίκην τοις παραβάταις.
6 Ουχ ήττον η καταστροφή των αρχαιοτήτων προύβαινε· διό τη 7 και 16 Ιουνίου 1837 έγραφεν η διοίκησις αιτήσει του εφόρου του κεντρικού μουσείου προς τον δήμαρχον «πρώτον να προσέχητε τόσον υμείς όσον και η αστυνομία του Πειραιώς εις την διατήρησιν των αρχαιοτήτων· δεύτερον να συννενοηθήτε εντός της ενεστώσης εβδομάδος με τον έφορον του κεντρικού μουσείου διά να προσδιορισθώσι τα λατομεία και να καταδιώκητε εις το αρμόδιον δικαστήριον όσους ήθελον λάβει πέτρας αφ’ ετέρων μερών εκτός των προσδιωρισμένων»  


Σπάνιο αρχιτεκτονικό σχέδιο με την ένδειξη «Εν Πειραιεί» και την υπογραφή «Λορέντζεν/ αρχιτέκτων». Ύψος 20,8 Χ 17,5 πλάτος. Η κλίμακα υπολογίστηκε με τον βασιλικό πήχη. Ανήκει στην συλλογή μου. Ο Ernst Hermann Ludwig Lorenzen, 1810 – 1869, γνωστός ως Λορέντζος, ήταν για μία δεκαετία ο «Βασιλικός Αρχιτέκτων της πόλεως του Πειραιώς». Περί αυτού αναφέρθηκα σε άλλο άρθρο μου. Είχε εκφράσει την επιθυμία να του παραχωρηθεί οικόπεδο «εκ πήχεων 600» στον «Χιακό Δήμο του Πειραιώς».   

1838

Τη 25 Φεβρουαρίου 1838 προσεκλήθη ο δήμαρχος ίνα εκδώση αυστηράς διαταγάς κατά τον νόμον (10 Μαΐου 1834) κατά των βλαπτόντων τα αρχαία μνημεία μηδέ επιτραπή μηδενί να «οικοδομή επί εδάφους, όπου ήθελον υπάρχει αρχαία ερείπια», όπερ ο δήμαρχος έπραξε τη 8 Μαρτίου. Αλλ’ επειδή ο έφορος των αρχαιοτήτων Κ. Σ. Πιττάκης κατήγγειλε τον δήμαρχον ως «φθορέα των αρχαιοτήτων», ούτος τη α΄Απριλίου αιτιολογούμενος δια μακρού δεν αρνείτε μεν ότι βλάπτονται παρ’ «ανιδέων της τιμής των λειψάνων», αλλ’ «ούτ’ ημελήσαμεν, λέγει, ούτ’ αμελούμεν».
Τη 22 Μαρτίου εξητείτο παρά της διοικήσεως, ίνα ο αρχιτέκτων δω τω δήμω ας ανακαλυφθείσας αρχαιότητας κατείχεν, ίνα τεθώσιν εν μουσείω «προς στολισμόν του δήμου». Τη δ’ αυτή, έγραφεν προς τον αρχιτέκτονα να διαφυλάξη παρ’ εαυτώ έως ου επιστείλη η διοίκησις.           
Τη δε 20 Απριλίου εξητείτο ο δήμαρχος παρά της διοικήσεως γνώμην περί τοποθετήσεως των αρχαιοτήτων, όπως απαλλαγή των μομφών του εφόρου Πιττάκη αείποτε μεμφομένου τον δήμαρχον επί αμελεία των αρχαιοτήτων.
  
 7 Αρχαιολογία.

Τούτου δε ίσως ένεκα τη 26 Μαΐου 1838 κατά διαταγήν της επί των εκκλησιαστικών γραμματείας προσεκλήθη ο δήμαρχος ίνα παραδώση τας εν τω δημαρχείω αποκειμένας αρχαιότητας «αι οποίαι θέλουσι παρακατατεθή εις το κεντρικόν μουσείον μέχρις ότου τύχητε άξιον διά την διατήρησιν αυτών μέρος». Αλλά τη 22 Ιουλίου προσεκλαίετο ο δήμαρχος ότι ούπω έλαβεν ο έφορος τας αρχαιότητας. Τη δε 20 Σεπτεμβρίου αγγέλλει τω διοικητή ο δήμαρχος ότι παρέλαβεν ο έφορος 38 κομμάτια, άνευ όμως αποδείξεως παραλαβής. Τη 15 Ιουλίου κατήγγειλεν ο δήμαρχος ότι εζήτησεν παρά του αστυνόμου την κατά νόμον τιμωρίαν του Δημητρίου Λεκάτα Τηνίου συντρίψαντα «λίθους λείψανα αρχαιότητος».
Τη δε 19 προσεκάλεσεν ο δήμαρχος τον αστυνόμον, ίνα επιτηρεί τας αρχαιότητας.

8 Μακρά τείχη

Ότε επεχώννυτο το έλος, οι εργολάβοι σκάπτοντες και λαμβάνοντες χώμα κατά τα ερείπια του βορείου μακρού τείχους κατασυνέτριβον τους λίθους αυτού ή κατεκρήμνιζον. Τούτο μαθών ο διοικητής Αττικής κατά διαταγήν της γραμματείας προσεκάλεσε τω 10 Ιανουαρίου 1837 τον δήμαρχον ως πρόεδρον της επί των επιστημονικών συλλογών επιτροπής να φροντίση περί της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων επί απειλή πειθαρχικής τιμωρίας.      


ΣΧΟΛΙΑ:
Το κείμενο μάς φέρνει αναπάντεχα στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Πειραιά όταν δημάρχευε ο Κυριάκος Σερφιώτης, αναφέρεται δε στα προβλήματα εύρεσης και φύλαξης των αρχαίων αλλά και της αντιμετώπισης της αρχαιοκαπηλίας. Τότε γράφονταν οι νόμοι - δημοσιεύονταν τα διατάγματα που βάσει αυτών κτιζόταν η πόλη και εφάρμοζαν τον νέο τρόπο ζωής στους κατοίκους της. Σε κάποια από τα ονόματα που αναφέρονται αναγνωρίζουμε τους τότε δημοτικούς σύμβουλους (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Λαμπρυνίδης), τα υπόλοιπα διατήρησε η μνήμη μόνο εδώ, όλα όμως συναντώνται στους απογόνους τους ακόμα και σήμερα...     
Έφορος αρχαιοτήτων Κυριακός Πιττάκης, 1798 – 1863
Έφορος αρχαιοτήτων Ρόσσης, εννοεί τον Λουδοβίκο Ρος, Ludwig Ross 1806 – 1859.
Ερνέστος Λαυρεντίου. Ο Hermann Ludwig Ernst Lorenzen, 1810 – 1869, από το 1833 έως το 1843 αναφέρεται σε γερμανικό βιβλίο ως «αρχιτέκτονας στην δημόσια υπηρεσία του Βασιλείου της Ελλάδας».
Προύβαινε = Τρίτη κλίση ενικού, παρατατικός ενεργητικής φωνής του ρήματος προβαίνω = προχωρώ σε μία ενέργεια.
Εξητείτο = Τρίτη κλίση ενικού, παρατατικός μέσης φωνής του ρήματος εξαιτούμαι = κάνω έκκληση. 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου