Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Αμπελουργία, οινοποιία και πώληση οίνου στον Πειραιά του 1836.


                                                                  Ερευνά και γράφει ο Δημήτρης Κρασονικολάκης.

Γεμάτος έρημες ακαλλιέργητες εκτάσεις ο νεοϊδρυθείς Πειραιάς.
Εκεί στα ισώματα, έξω από τα όρια του σχεδίου πόλεως, εκτός από τις άγονες και πετρώδεις περιοχές της Ακτής και της Μουνιχίας οι πρώτοι κάτοικοι άρχισαν να φυτεύουν τα λαχανικά, τα σιτηρά και τα αμπέλια τους.
Στις 9/21.12.1836 ο Διοικητής Αττικής Γ. Π. Οικονομίδης ανακοινώνει ότι σύμφωνα με το Β. Δ. της 4/16.12.1836 παραχωρούνται 300 περίπου στρέμματα γης «εκ της εσχάτως αποξηρανθείσης κατά τον Πειραιά ελώδους και της άνωθεν τούτης κειμένης» (Β.Δ. του τότε Πειραιά, δηλαδή πάνω από την σημερινή Ακτή Κονδύλη) στους έχοντες κτηματική ιδιοκτησία για «να καλλιεργήσωσι, βελτιώσωσι και φυτεύσωσιν εις την γην ταύτην αμπελώνας, ή να την καταστήσωσι κήπους».
Χρόνια αργότερα μαθαίνουμε ότι δεν πέτυχε η καλλιέργεια εκείνων των γαιών.
Έτσι μετατράπηκαν σε οικόπεδα για να χτιστούν εργοστάσια και κατοικίες. Αμπελώνες όμως είχαν απλωθεί σε πολλά σημεία του ευρύτερου πειραϊκού χώρου. Οδός Κήπων λεγόταν αρχικά η Θεοδώρου Ρετσίνα - με ενδιάμεση ονομασία οδός Θηβών. Στα «Περιβόλια» κτίστηκε η εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Αγιά Σωτήρα). Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι Μοσχάτο ονομάστηκε ο γειτονικός μας Δήμος από την αντίστοιχη ποικιλία αμπέλου. Παραθέτω μεταγραμμένο ένα παλιό κείμενο γα τους αμπελώνες και την προώθηση της οινοποιίας.   

ΠΕΙΡΑΙΑΣ. Αμπελουργία και οινοποιία.
Οι αρχαίοι Έλληνες από την δημιουργία τους κιόλας γνώριζαν την οινοποιία περισσότερο από κάποιον άλλο λαό. Ξεχώριζαν τους διάφορους οίνους από το χρώμα τους δηλαδή μαύρος, λευκός, κιτρινωπός, αστραφτερός, κόκκινος. Από τον χαρακτήρα, δηλαδή γλυκός, μελώδης, ευωδιαστός: από την κατασκευή, δηλαδή κριθαρένιος, από τους καρπούς των φοινίκων, του λωτού, από όλους τους οποίους διακρινόταν ο γνήσιος οίνος, από το αμπέλι, ο αμπελίσιος.
Αλλά στα μετέπειτα χρόνια, επί της εποχής των Ρωμαίων μαζί με την άλλη παρακμή της Ελλάδος παρήκμασε και η παραγωγή του οίνου και μόνος στην χρήση τουλάχιστον από τον λαό ήταν η ρετσίνα, δηλαδή η κατώτερη ποιότητα του οίνου, ο οποίος, όλης της διαδικασίας για την παραγωγή του οίνου καμωμένης με τα πόδια, παρέμεινε σαν ο αδιάσπαστος σύντροφος του υπόδουλου Έλληνα μέχρι την παλιγγενεσία του έθνους.        
Με την αναβίωση της Ελλάδας άρχισε και η ασχολία με την οινοποιία.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1836 η κυβέρνηση επικυρώνοντας την ατέλεια της αμπελουργίας και της οινοποιίας και θέλοντας την βελτίωση και της πρώτης και της δεύτερης εξέδωσε ένα μικρό σύγγραμμα προς χρήση των αμπελουργών, στο οποίο αλλού μεν διδασκόταν η θέση, η ποιότητα, η προετοιμασία της γης και το φύτεμα και η καλλιέργεια του αμπελιού, αλλού δε η παραγωγή του οίνου. Το μικρό αυτό σύγγραμμα, όπως έπρεπε, στάλθηκε και προς τον δήμαρχο Πειραιώς, στον οποίο διατασσόταν να το διαβάσουν οι κάτοικοι και με αυτόν τον τρόπο να καλλιεργούν τα αμπέλια και να φτιάχνουν τον οίνο, στους δε αγράμματους να εξηγηθεί από τους ιερείς στην εκκλησία ή από τους δημοδιδάσκαλους και να προτρέψει τους κατοίκους γενικά να απεμπλακούν από τις μισές και εμπειρικές μεθόδους που ακολουθούσαν, «εις τας οποίας είναι δουλικώς προσκεκολλημένοι».
Οίνος.
Ο συνηθισμένος οίνος στην αγορά των Πειραιωτών ήταν η τοπική ρετσίνα, η ξανθιά.
Όταν η αγορά τους έγινε μεγαλύτερη εξ αιτίας του πλήθους εκείνων που ήλθαν να τον συνοικίσουν ή να τον κατοικήσουν προσωρινά, άρχισαν και Έλληνες φερμένοι από αλλού και μάλιστα νησιώτες, Ναξιώτες, Παριανοί, οι κάτοικοι της Κέας, πιο σπάνια οι Σαμιώτες και οι Χιώτες, μεταφέροντας πάνω σε πλοιάρια στον Πειραιά οίνο καλλίτερης ποιότητας, να πουλούν αρκετοί μέσα στα πλοιάριά τους, μερικοί και μέσα στην αγορά κατά πολύ φτηνότερα από τους οινοπώλες του Πειραιά, κάτι που τους ζημίωνε πολύ. Μετά λοιπόν από αίτημά τους ο δήμαρχος στις 17 Φεβρουαρίου 1836 διέταξε «όλα τα πλοία που φέρνουν οίνο στο λιμάνι αυτής της πόλης να το πουλάνε μέσα σε αυτό. Δεν επιτρέπεται σε κανένα από αυτά να το πουλήσει με οποιαδήποτε δικαιολογία έξω από την πόλη…».
Μετά από αυτό επέβαλε ο δήμαρχος στους ξένους οινοπώλες των πλοίων δημοτικό φόρο∙  αλλά εκείνοι απόπλεαν χωρίς να τον πληρώνουν∙ για αυτό την πρώτη Σεπτεμβρίου προσκάλεσε τον τελώνη [τελωνειακό επιστάτη] να μην παραχωρεί άδειες απόπλου. Αλλά δεν εισακούστηκε∙ μεταξύ άλλων κατέσχε και τα ναυτιλιακά έγγραφα του πλοιάρχου Γεωργίου Μπολάνη για να εξαναγκάσει την κανονική πληρωμή της δημοτικής φορολογίας στον οίνο∙ όμως τα ζήτησε ο υπολιμενάρχης∙ αλλά ο δήμαρχος στις 21 του ίδιου μήνα αρνήθηκε να τα παραδώσει.
Σύμφωνα με τα ΠΕΙΡΑΪΚΑ του Ιωάννη Μελετόπουλου (σελ. 63) στα 1836 καταναλώθηκαν 330 έως 340.000 οκάδες οίνου ενώ (σελ. 118) στα 1883 «εκ του νεκροταφείου Α. Διονυσίου και δυτικώς του αγροκτήματος δεν υπήρχον ειμή χωράφια και άμπελοι, όπου μάλιστα εκαλλιεργείτο Κορινθιακή σταφίς». Από άλλες πηγές αναφέρουν ότι στην απογραφή της 21.12.1837 που έγινε από τον εισπράκτορα Θ. Βώκο καταναλώθηκαν 4,106 οκάδες «ρακίον», 2,968 «βαρέλαις οίνου» και 6,000 «βαρέλαις μούστου».  

ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ. Αμπελουργία και οινοποιΐα.
Οι αρχαίοι Έλληνες ήδη πρωταίτητα εγίνωσκον την οινοποιΐαν ει περ τις και άλλος λαός. Διέκρινον τους διαφόρους οίνους εκ του χρώματος οίον μέλας, λευκός, κιρρός, αίθοψ, ερυθρός∙ εκ του ποιού, οίον ηδύς, μελιηδής, ευώδης: εκ της κατασκευής, οίον κρίθινος, φοινίκων, λωτού, ων όλων διεκρίνετο ο γνήσιος οίνος, ο της αμπέλου, αμπέλινος.
Αλλ’ εν τοις υστέροις χρόνοις, επί των Ρωμαίων συν τη άλλη παρακμή της Ελλάδος παρήκμασε και η κατασκευή του οίνου και μόνος εν χρήσει τουλάχιστον παρά τω λαώ ην ο ρητινίτης, ήτοι ο κατώτατος του οίνου, όστις, εκ ποδών γενομένης πάσης περί την οινοποιΐαν φροντίδος, παρέμεινεν ως ο αδιάσπαστος σύντροφος του δούλου Έλληνος μέχρι της παλιγγενεσίας του έθνους.
Άμα δε τη αναβιώσει της Ελλάδος ήρξατο και η περί της οινοποιΐας φροντίς.
Τη 8 Σεπτεμβρίου 1836 η κυβέρνησις θεωρούσα την ατέλειαν της αμπελουργίας και της οινοποιΐας και προθεμένη την βελτίωσιν ταύτης κακείνης εξέδοτο συγγραμμάτιόν τι προς χρήσιν των αμπελουργών, εν ω ένθεν μεν εδιδάσκετο η θέσις, η ποιότης, η παρασκευή της γης και η φυτεία και καλλιέργεια της αμπέλου, ένθεν δε η κατασκευή του οίνου. Το συγγραμμάτιον τούτο, ως εικός, απεστάλη και προς τον δήμαρχον Πειραιώς, ω επεβάλλετο ίνα οι κάτοικοι αναγνώσωσιν αυτό και κατ’ αυτό αμπελουργώσι και οινοποιώσι, τοις δε αγραμμάτοις ερμηνευθή διά των ιερέων επ’ εκκλησίας ή διά των δημοδιδασκάλων και προτρέψη τους κατοίκους εν γένει ναπεκδωθώσι «τας ατελείς και εμπειρικάς μεθόδους των, εις τας οποίας είναι δουλικώς προσκεκολλημένοι».
                  
 
Οίνος.
Ο σύνηθης οίνος εν τη των Πειραιέων αγορά ην ο εγχώριος ρητινίτης, ο ξανθός.
Άμα δε η αγορά αυτών εγένετο μείζων διά την των συνοικούντων ή παρεπιδημούντων πληθύν, ήρξαντο και αλλαχόθεν Έλληνες και μάλιστα νησιώται, Νάξιοι, Πάριοι, Κείοι, σπανιώτερον δε Σάμιοι και Χίοι, κομίζοντες επί πλοιαρίων οίνον πολλώ κρείσσονα εις Πειραιά, επώλουν οι μεν πολλοί εν τοις αυτοίς πλοιαρίοις, οι δέ τινες και εν τη αγορά πολλώ ολιγώτερον ευθηνότερα των εν Πειραιεί οινοπωλών, όπερ μεγάλως εζημίου αυτούς. Τη αιτήσει λοιπόν αυτών ο δήμαρχος τη 17 Φεβρουαρίου 1836 διέταξεν «όλα τα φέροντα εις τον λιμένα της πόλεως ταύτης πλοία οίνον να πωλώσιν εντός αυτού. Δεν επιτρέπεται εις ουδένα των τοιούτων να πωλήση επ’ ουδεμιά προφάσει έξω εις την πόλιν…».
Μετά δε τούτο τη [κενό] επέβαλεν ο δήμαρχος τοις ξένοις οινοπώλαις των πλοίων δημοτικόν φόρον∙ αλλ’ εκείνοι απέπλεον μη αποτίνοντες∙ διό τη α΄ Σεπτεμβρίου προσεκάλεσε τον τελώνην [σβησμένο: τελωνειακόν επιστάτην] να μη παραχωρή αδείας απόπλου. Αλλά δεν εισηκούσθη∙ κατέσχε δε άλλων τε και του πλοιάρχου Γεωργίου Μπολάνη τα ναυτιλιακά έγγραφα ίνα εξαναγκάση την επί του οίνου δημοτικήν φορολογίαν∙ αλλ’ ο υπολιμενάρχης απήτησε ταύτα∙ αλλ’ ο δήμαρχος τη 21 του αυτού μηνός ηρνήθη∙ [την παράδοσιν]

ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΙΣΩ ΣΕΛΙΔΑ: [Τη 1 Σεπτεμβρίου απηγορεύθη η παραχώρησις αδείας απόπλου τοις πωλούσιν οίνον πριν η αποτίνουσι τα διακαιώματα. Τη 21 Σεπτεμβρίου 1836 κοινοποιείται τω υπολιμενάρχη ότι του πλοιάρχου Γ. Μπολάνη εκρατήθησαν τα ναυτιλιακά του, ως μη αποτίσαντος το εκ της πωλήσεως του οίνου δικαίωμα].

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα ΠΟΛΙΣ - ΖΩ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, φύλλο 7o, Δεκέμβριος 2016, σελ. 2.





  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου